Ήρεμα νερά με casus belli στο Αιγαίο δεν υπάρχουν: Πώς επιχειρεί η Τουρκία να «ξεφορτωθεί» τους S-400, για να πάρει τα F-35

Ήρεμα νερά με casus belli στο Αιγαίο δεν υπάρχουν: Πώς επιχειρεί η Τουρκία να «ξεφορτωθεί» τους S-400, για να πάρει τα F-35

«Όσο παραμένει η απειλή του πολέμου δεν ανοίγει καν συζήτηση για συμμετοχή της Τουρκίας στους αμυντικούς θεσμούς της Ε.Ε.» το μήνυμα της Αθήνας - Η υποστηρικτική στάση του Ισραήλ προς την Ελλάδα, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης τα σημεία που ενοχλούν την Άγκυρα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ήρεμα νερά με casus belli στο Αιγαίο δεν υπάρχουν: Πώς επιχειρεί η Τουρκία να «ξεφορτωθεί» τους S-400, για να πάρει τα F-35
Στο νέο περιβάλλον που αφήνει πίσω της η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα θα κινηθούν πλέον το επόμενο διάστημα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς προβλήθηκε διά χειρός Τραμπ ο ρόλος της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ, ενώ συγχρόνως αναδείχθηκε μέσα από τη δημόσια παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων από τους ηγέτες των δύο χωρών το μεγάλο χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει τις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έριξαν όλο το βάρος τους στους Ευρωπαίους συμμάχους, στέλνοντας το μήνυμα ότι χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξουν ασφάλεια και άμυνα για την Ευρώπη. Πρόβαλαν το επιχείρημα ότι η επικάλυψη των αμυντικών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. με τον αποκλεισμό μελών της Συμμαχίας που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης δημιουργεί προβλήματα και στους δύο οργανισμούς και δεν εξυπηρετεί τους κοινούς στόχους.

Και παρά το γεγονός ότι ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν εμφανίστηκε θετικός για την απελευθέρωση προηγμένου αμυντικού υλικού προς την Τουρκία, όπως οι πύραυλοι SAMP/T, και ο παραιτηθείς πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ υπέγραψε αμυντική συμφωνία με τον Ερντογάν, η Τουρκία γνωρίζει ότι υπάρχει ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την είσοδό της στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς θεσμούς. Είναι το βέτο της Ελλάδας λόγω της ύπαρξης του casus belli, αλλά και της Κύπρου, εξαιτίας της συνεχιζόμενης κατοχής και του άλυτου Κυπριακού.

Η Αθήνα έχει στείλει ξεκάθαρο μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι όσο διατηρείται η απειλή πολέμου δεν θα ξεκινήσει καν συζήτηση για την ένταξη της Τουρκίας στους αμυντικούς θεσμούς της Ε.Ε., επισημαίνοντας, βεβαίως, ότι ακόμη και αν αρθεί το casus belli, υπάρχουν και άλλα ζητήματα και εκκρεμότητες για να συνεχιστεί η συζήτηση.


Παρέμβαση Μητσοτάκη

Αυτό όμως που προκάλεσε την πραγματική ανησυχία της Αγκυρας ήταν η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος προσερχόμενος στη Σύνοδο -κάτι που επανέλαβε και μετά τη λήξη των εργασιών της- έθεσε ευθέως σε νατοϊκό πλέον πλαίσιο το ζήτημα του casus belli, συνδέοντάς το εμμέσως και με το θέμα της προμήθειας από την Τουρκία των F-35.

Την περασμένη Πέμπτη τόσο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας όσο και ανώτερες διπλωματικές πηγές όχι μόνο επέμειναν ότι η διατήρηση του casus belli δεν επιτρέπει κανένα βήμα της Τουρκίας προς τον πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά έθεσαν κι ένα ακόμη ζήτημα: κάλεσαν όλες τις συμμαχικές χώρες να θέσουν όρους στην πώληση αμυντικού υλικού σε άλλη σύμμαχο χώρα, δηλαδή την Τουρκία, ώστε οι συγκεκριμένοι εξοπλισμοί να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλου συμμάχου.

Η Τουρκία, γνωρίζοντας ότι το αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι στην ίδια, είναι ευαίσθητο σε τέτοια ζητήματα και διατηρεί ακόμη μνήμες από το εμπάργκο του 1974 και τους περιορισμούς της αναλογίας 7:10 στη στρατιωτική βοήθεια προς τις δύο χώρες, δεν θα επιθυμούσε, εφόσον εκδηλωθεί προσπάθεια άρσης των κυρώσεων από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, να αντιμετωπίσει την απαίτηση να συνδεθεί η πώληση αμυντικού υλικού με τον εύλογο όρο ότι ο αμερικανικός εξοπλισμός δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον συμμάχου χώρας.

Και αυτό δεν απευθύνεται μόνο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και προς τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι εδώ και σειρά ετών εγκρίνουν συμπεράσματα στις Συνόδους Κορυφής που καταδικάζουν την απειλή χρήσης βίας εναντίον της Ελλάδας, την αμφισβήτηση της εδαφικής της κυριαρχίας, αλλά και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο.
Κλείσιμο
Επιπλέον, η ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, καθώς και κράτους δικαίου κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών κάθε άλλο παρά έτοιμη είναι να αποδεχτεί εν λευκώ την παραχώρηση προηγμένου αμυντικού υλικού προς την Τουρκία, καθώς στο παρελθόν έχουν τεθεί αντίστοιχοι περιορισμοί στη χρήση του.
Στην παρούσα συγκυρία, όμως, τόσο τα οικονομικά συμφέροντα μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών όσο και οι ανάγκες σε αμυντικό υλικό, αλλά και σε στρατιωτικές δυνάμεις εφόσον απαιτηθούν, οδηγούν τους Ευρωπαίους σε μεγάλες εκπτώσεις απέναντι σε μια χώρα η οποία βρίσκεται μακριά από τις ευρωπαϊκές αρχές και το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η Τουρκία καυχιέται ότι έχει επιτύχει σε μεγάλο ποσοστό την αυτάρκεια σε αμυντικό υλικό. Ωστόσο, εξακολουθεί να έχει ανάγκη τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ενωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότερο όμως δεν μπορεί να ανεχθεί ότι το μέγεθός της ως περιφερειακής δύναμης, όπως το αντιλαμβάνεται η ηγεσία της, μπορεί να συνοδεύεται από οποιονδήποτε περιορισμό στην προμήθεια αμυντικού υλικού.


Επιβολή όρων

Και η Αθήνα διακριτικά μεν έχει ήδη ενημερώσει τους συμμάχους για τη θέση της: οι αμερικανικοί και ευρωπαϊκοί εξοπλισμοί δεν πρέπει να δοθούν χωρίς τον όρο ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ ή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ετσι, η προσπάθεια της Τουρκίας να εισέλθει από το παράθυρο στην ευρωπαϊκή άμυνα θα αποτελέσει το διαρκές πεδίο αντιπαράθεσης με την Αθήνα το επόμενο διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν υποχωρήσει τα υπόλοιπα σημεία τριβής.

Η Τουρκία, σύμφωνα με την αξιολόγηση ανώτερης διπλωματικής πηγής, έχει συγκεκριμένες προτεραιότητες σε σχέση με την Ελλάδα: τη σχέση της χώρας μας με το Ισραήλ, την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, τις γκρίζες ζώνες, το casus belli, τη Λιβύη και τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Ζητήματα τα οποία στον τρόπο διαχείρισής τους υποκρύπτουν τον κίνδυνο σοβαρών εντάσεων.

Στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένει η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, κάτι που αναμένεται να έρθει πιεστικά στην επικαιρότητα το προσεχές διάστημα με την αναμενόμενη ψήφιση από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση του νομοθετήματος για τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Ο πρωθυπουργός από την Αγκυρα επανέλαβε δημοσίως ότι η Αθήνα είναι έτοιμη για την αντιμετώπιση του ζητήματος της οριοθέτησης, με τον Ερντογάν να απαντά λίγο αργότερα ότι οι δύο υπουργοί Εξωτερικών θα συζητήσουν τα «ζητήματα» του Αιγαίου και, κατόπιν, είναι ευθύνη των δύο ηγετών να «τελειώσουν τη δουλειά».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν και το μεγάλο εμπόδιο που παραμένει, καθώς ανώτατες διπλωματικές πηγές στην Αθήνα την περασμένη Πέμπτη επιβεβαίωσαν ότι οι συνομιλίες δεν έχουν προχωρήσει από το 2023, όταν ξεκίνησε αυτή η διαδικασία. Απέναντι στην Ελλάδα, η οποία επιμένει στην ύπαρξη μιας μόνο διαφοράς, αυτής της οριοθέτησης, η Τουρκία επιμένει στη συζήτηση των δήθεν «αλληλένδετων θεμάτων», στα οποία συμπεριλαμβάνει όλο το πακέτο των μονομερών διεκδικήσεών της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά και τη δημόσια ανταλλαγή δηλώσεων μεταξύ των δύο ηγετών, δεν υπάρχει στο ορατό μέλλον προγραμματισμός νέας συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών με αντικείμενο τη διαφορά της οριοθέτησης.

Πρόκειται περί ενός αδιεξόδου που δείχνει ότι τελικά και η μέθοδος που υιοθετήθηκε στο περιθώριο της συνάντησης που είχαν οι δύο ηγέτες στο Βίλνιους το 2023 καταλήγει στον ίδιο αδιαπέραστο τοίχο, στον οποίο είχαν προσκρούσει και οι 64 γύροι Διερευνητικών Επαφών σε διάρκεια μιας 20ετίας.


Στόχος η αποφυγή εντάσεων

Η Αθήνα για τον λόγο αυτό επιμένει ότι πρέπει να υπάρξει συνεννόηση και διάθεση για ήρεμα νερά, ώστε με δεδομένες τις διαφορές να μπορούν οι δύο χώρες να ζήσουν χωρίς εντάσεις, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο, βεβαίως, καθώς η απουσία οριοθέτησης και η διαρκής έγερση ζητημάτων από την Τουρκία, η οποία ερμηνεύει μονομερώς και τη Διακήρυξη των Αθηνών ως δέσμευση για τη μη άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, οδηγούν αναπόφευκτα σε εντάσεις.
Η Αθήνα θέτει εκτός συζήτησης το θέμα της σχέσης με το Ισραήλ και της συνέχισης του προγράμματος εξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας εξελιγμένων ισραηλινών οπλικών συστημάτων που συμβάλλουν στην αντιαεροπορική άμυνα της χώρας. Επίσης, εκτός συζήτησης είναι το θέμα των γκρίζων ζωνών, της άμυνας των νησιών και η μουσουλμανική μειονότητα, όπου η Αθήνα αναλαμβάνει διαρκώς πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των μελών της ως Ελλήνων και Ευρωπαίων πολιτών.

Σε ό,τι αφορά το casus belli, ο Ερντογάν επιχείρησε να το υποβαθμίσει, με το επιχείρημα ότι «δεν απασχολεί τους Τούρκους πολίτες». Ωστόσο, η σοβαρότητα της απειλής πολέμου δεν έχει σχέση με την απήχηση που έχει στην τουρκική κοινή γνώμη. Παρά τους ήπιους τόνους που χρησιμοποίησε ο Τούρκος πρόεδρος απευθυνόμενος σε ακροατήριο δεκάδων ξένων δημοσιογράφων, η Τουρκία δείχνει αμετακίνητη στην απαίτησή της για περιορισμό του δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα.

Στη συνολική εξίσωση μπαίνει και πάλι το Κυπριακό, καθώς, όσο παραμένει ανεπίλυτο και συνεχίζεται η τουρκική κατοχή στο νησί, δεν μπορεί να προχωρήσει όχι μόνο η συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό αμυντικό σχήμα, αλλά ούτε και το κορυφαίο αίτημά της για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ενωσης, η οποία θα επιφέρει οφέλη δισεκατομμυρίων ευρώ στην οικονομία της. Η οποιαδήποτε συζήτηση για την Τελωνειακή Ενωση πρέπει να γίνει μεταξύ της Τουρκίας και των «27» και όχι των «26», όπως απαιτεί η Τουρκία, η οποία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στη συνάντηση που είχαν με τον Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, επισήμαναν, σύμφωνα με την κοινή ανάρτησή τους, ότι «πρέπει να αξιοποιήσουμε την ανανεωμένη δυναμική για την προώθηση μιας διευθέτησης του Κυπριακού μέσω της διαδικασίας που τελεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ».


Επαφές Χριστοδουλίδη

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης επικοινώνησε έπειτα από αυτό το τετ α τετ της Αγκυρας με τους δύο Ευρωπαίους αξιωματούχους, αλλά, όπως δήλωσε, η απάντηση της Τουρκίας θα φανεί στην πράξη.

Η Λευκωσία, έχοντας στα χέρια της και όλες τις δεσμευτικές αποφάσεις των Συνόδων Κορυφής της Ε.Ε., διαμηνύει ότι οι κυπρογενείς υποχρεώσεις της Τουρκίας είναι ευρωπαϊκές υποχρεώσεις και για να μπορέσει να υπάρξει πρόοδος στα ζητήματα που θέτει η Τουρκία πρέπει να επιδειχθεί η αποφασιστική βούληση της Αγκυρας για πρόοδο στο Κυπριακό.

Τους τελευταίους μήνες υπάρχει εντατική διπλωματική κινητικότητα από την προσωπική απεσταλμένη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Ανχελα Ολγκίν, σε Λευκωσία, Αθήνα, Αγκυρα και Βρυξέλλες, προκειμένου να βρεθεί το έδαφος για τη σύγκληση από τον Αντόνιο Γκουτέρες μιας νέας Πενταμερούς Διάσκεψης, η οποία όμως δεν θα έχει ως αντικείμενο τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, αλλά την ουσία του Κυπριακού, ώστε να ξεκινήσουν νέες διακοινοτικές συνομιλίες.
Η Λευκωσία προσφέρει το «καρότο» στην Αγκυρα αφήνοντας παράθυρο για εξέταση των αιτημάτων που θέτει προς την Ευρώπη, εφόσον υπάρξει πρόοδος στο Κυπριακό, καθώς επιδιώκει να αποφύγει το blame game στην περίπτωση που κλιμακωθούν οι πιέσεις από τους εταίρους για άρση του κυπριακού βέτο τόσο για την ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα όσο και για την έναρξη συζητήσεων σχετικά με την Τελωνειακή Ενωση.

Πάντως, παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία της Λευκωσίας για τη νέα Πενταμερή, στην Αθήνα ανώτατες διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής ενδείξεις από την τουρκική πλευρά πως θα υπαναχωρήσει από κρίσιμα ζητήματα που θα αποτελέσουν αντικείμενο της διαπραγμάτευσης. Για τον λόγο αυτό η σύγκληση της Πενταμερούς είναι ακόμη στον αέρα.


Στο σφυρί οι S-400 για να πάρει τα F-35



Σε αγώνα δρόμου έχει επιδοθεί η Τουρκία προκειμένου να απαλλαγεί από το εμπόδιο των S-400 που τη χωρίζει από την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, αλλά και από την άρση των κυρώσεων βάσει της νομοθεσίας CAATSA, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για τη συνεργασία με τις ΗΠΑ σε επίπεδο αμυντικών βιομηχανιών.

Μετά τα ενθαρρυντικά σχόλια του προέδρου Τραμπ και τις νέες δεσμεύσεις που ανέλαβε για επανεξέταση του ζητήματος των κυρώσεων και των F-35, η Αγκυρα δεν θέλει να χάσει αυτή την ιδανική συγκυρία και προσπαθεί να εφαρμόσει τα εναλλακτικά σενάρια που εξετάζονται εδώ και καιρό, με επικρατέστερο την πώλησή τους σε χώρα του Κόλπου.



Καθώς η αμερικανική νομοθεσία είναι εξαιρετικά αυστηρή, η Αγκυρα φαίνεται, σύμφωνα και με δημοσιεύματα του φιλοκυβερνητικού Τύπου, να καταλήγει στην πιο επώδυνη για την ίδια επιλογή: την απομάκρυνση των S-400 από το τουρκικό έδαφος με την πώλησή τους σε τρίτη χώρα, πιθανότατα στο Κατάρ ή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν την ιρανική απειλή. Η επιλογή αυτή δεν είναι εύκολη και αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, καθώς η Τουρκία για οποιαδήποτε μεταφορά των πυραύλων S-400 εκτός του εδάφους της και κυρίως για την πώλησή τους πρέπει να έχει εξασφαλίσει την άδεια της Ρωσίας, η οποία διατηρεί το δικαίωμα επιλογής του τελικού χρήστη του εξελιγμένου αυτού πυραυλικού συστήματος. Αυτό φαίνεται να ήταν και το αντικείμενο της επίσκεψης του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στη Μόσχα, στις 17 Ιουνίου, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ενδεχόμενη πώληση των S-400 αφαιρεί έτσι τον λόγο για τον οποίο επιβλήθηκαν οι κυρώσεις εις βάρος της Τουρκίας και διευκολύνει τους χειρισμούς του προέδρου Τραμπ ώστε να προωθήσει την επιστροφή της χώρας στο πρόγραμμα των F-35.


Ήρεμα νερά με casus belli στο Αιγαίο δεν υπάρχουν: Πώς επιχειρεί η Τουρκία να «ξεφορτωθεί» τους S-400, για να πάρει τα F-35
Η προσπάθεια της Αγκυρας να απαλλαγεί από τους ρωσικούς πυραύλους συναντά σοβαρά εμπόδια, καθώς χρειάζεται τόσο η αποδοχή από πλευράς Μόσχας όσο και η έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου. Πώς το Κατάρ και τα ΗΑΕ μπορούν να προσφέρουν «σωσίβιο» και ποιες είναι οι δυσκολίες για την άρση των κυρώσεων


Ο πρόεδρος Ερντογάν, σε μία από τις γνωστές αλαζονικές επιδείξεις ισχύος έναντι των ΗΠΑ μετά την άρνησή τους να προμηθεύσουν την Τουρκία με πυραύλους Patriot το 2017, υπέγραψε συμφωνία με τη Μόσχα για την αγορά των S-400, οι οποίοι έφτασαν στην Τουρκία δύο χρόνια αργότερα. Το 2020, σε εφαρμογή της νομοθεσίας CAATSA, οι ΗΠΑ, επί πρώτης θητείας Τραμπ, επέβαλαν κυρώσεις στην Τουρκία και την απέβαλαν από το πρόγραμμα των F-35, στο οποίο δεν είχε απλώς παραγγείλει σχεδόν 100 μαχητικά, αλλά ήταν και συμπαραγωγός.

Η ενδεχόμενη απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να πωληθούν οι ρωσικοί πύραυλοι σε χώρα του Κόλπου θα αποτελέσει μια δημόσια παραδοχή της λανθασμένης επιλογής του το 2017, η οποία κόστισε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια στην Τουρκία, άφησε τη χώρα χωρίς εξελιγμένα μαχητικά πέμπτης γενιάς και συγχρόνως χωρίς ουσιαστική αντιαεροπορική άμυνα, καθώς οι S-400 δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ.


Ρωσική δυσαρέσκεια


Η Μόσχα προφανώς δεν είναι ικανοποιημένη από μια τέτοια εξέλιξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε την Παρασκευή πως το θέμα των S-400 είναι ζήτημα υψηλής ευαισθησίας και ότι οι επαφές με την Αγκυρα βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Ωστόσο, η σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ του προέδρου Πούτιν και του προέδρου Ερντογάν συμβάλλει ώστε να περιοριστούν οι παράπλευρες συνέπειες, καθώς η Ρωσία δεν υποτιμά τον ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία εντός του ΝΑΤΟ. Πρόκειται άλλωστε για τη μοναδική χώρα-μέλος της Συμμαχίας που δεν επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία και εμφανίζεται διαχρονικά με ισορροπημένες τοποθετήσεις σε ό,τι αφορά το Ουκρανικό.

Το ερώτημα είναι, βεβαίως, εάν ο πρόεδρος Τραμπ προκειμένου να διευκολύνει την Τουρκία έχει δώσει διαβεβαιώσεις στη χώρα του Κόλπου που πιθανόν ενδιαφέρεται για την απόκτηση των S-400 ότι δεν θα βρεθεί σύντομα στην ίδια θέση που βρέθηκε επί έξι χρόνια η Τουρκία. Επίσης, εγείρονται ερωτηματικά σχετικά με την αναφορά στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως πιθανού αγοραστή των S-400 καθώς, παρά τη βελτίωση των σχέσεών τους με την Τουρκία, εξακολουθεί να υφίσταται μια διαρκής στρατηγική αντιπαλότητα.

Πάντως, το εγχείρημα της Αγκυρας δεν θα είναι εύκολο, καθώς η διατυπωμένη, και μάλιστα με έντονο τρόπο, αντίθεση του Ισραήλ στην απόκτηση των F-35 από την Τουρκία, με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου να προειδοποιεί ότι θα ανατραπούν οι ισορροπίες στην περιοχή και ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δηλώσεις του Ερντογάν και των υπουργών του περί «εξάλειψης» του Ισραήλ, έχει προκαλέσει κινητοποίηση και στο Κογκρέσο, όπου η Τουρκία κάθε άλλο παρά δημοφιλής είναι.

Στην Ουάσινγκτον, πάντως, οι πολέμιοι της επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 ενδέχεται να επιστρατεύσουν και άλλους τρόπους αντίδρασης, καθώς μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τη δέσμευση των ΗΠΑ για τη διατήρηση του Ποιοτικού Στρατιωτικού Πλεονεκτήματος (Qualitative Military Edge - QME) του Ισραήλ έναντι των περιφερειακών αντιπάλων του. Από το 2008, οπότε και τροποποιήθηκε ο Νόμος περί Ελέγχου Εξαγωγών Οπλων, η αμερικανική νομοθεσία διασφαλίζει ότι οι πωλήσεις όπλων προς χώρες της Μέσης Ανατολής δεν πρέπει να υπονομεύουν το στρατιωτικό πλεονέκτημα και την τεχνολογική υπεροχή του Ισραήλ.


Ο νόμος CAATSA


Η άρση των κυρώσεων ακολουθεί συγκεκριμένη θεσμική διαδικασία, καθώς ο νόμος CAATSA θεσπίστηκε με στόχο να περιορίσει τις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού από τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα και υποχρεώνει την αμερικανική κυβέρνηση να επιβάλλει κυρώσεις σε οντότητες που εν γνώσει τους εμπλέκονται σε σημαντικές συναλλαγές με τους τομείς της άμυνας και των πληροφοριών της Ρωσίας.

Ο νόμος CAATSA επιτρέπει στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να τερματίσει τις κυρώσεις εφόσον η κυβέρνηση διαπιστώσει ότι το μέρος στο οποίο επιβλήθηκαν έχει σταματήσει τη δραστηριότητα που τις προκάλεσε, έχει λάβει σημαντικά και επαληθεύσιμα μέτρα για τον οριστικό τερματισμό της και έχει παράσχει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εμπλακεί σε παρόμοια δραστηριότητα στο μέλλον. Ωστόσο, οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, σύμφωνα με το Αρθρο 216 του νόμου, το οποίο απαιτεί από την κυβέρνηση να ενημερώσει το Κογκρέσο προτού τεθεί σε ισχύ η άρση των κυρώσεων, παρέχοντας στους νομοθέτες τη δυνατότητα να αντιταχθούν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

Ομως, πέραν του CAATSA, υπάρχει και διάταξη του Νόμου περί Εξουσιοδότησης της Εθνικής Αμυνας (NDAA) του 2021, η οποία αφορά ειδικά τους S-400 της Τουρκίας. Η διάταξη αυτή απαιτεί από την αμερικανική κυβέρνηση να πιστοποιήσει ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πλέον τους S-400 ή κάποιο διάδοχο σύστημα και ότι η Αγκυρα δεν θα επιδιώξει να αποκτήσει εκ νέου το σύστημα στο μέλλον.

Για την Τουρκία, όμως, πέρα από την υπόθεση των F-35, η άρση των κυρώσεων είναι εξίσου σημαντική, καθώς θα ανοίξει τον δρόμο για την επανεκκίνηση των αμυντικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε επίπεδο εξοπλισμών. Αυτό θα έχει θετικές συνέπειες και για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, καθώς πολλά σημαντικά προγράμματα, όπως το μαχητικό KAAN, τα προγράμματα ελικοπτέρων, πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από αμερικανικές εξαγωγές τεχνολογίας και εξαρτημάτων.

Στην Αγκυρα, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, συνεδρίασε η Στρογγυλή Τράπεζα Συνεργασίας Αμυντικής Βιομηχανίας Τουρκίας - ΗΠΑ, όπου ανώτεροι αξιωματούχοι των δύο κυβερνήσεων και της αμυντικής βιομηχανίας συζήτησαν πεδία συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών σε όλους τους τομείς. Η συνεργασία αυτή αναμένεται να διευκολυνθεί εφόσον εκλείψουν τα εμπόδια που θέτουν σήμερα οι κυρώσεις CAATSA.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης