Πολλή συζήτηση έχει σηκώσει εδώ και αρκετό καιρό η επικείμενη επίσκεψη του
Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα για να συμμετάσχει στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και ακόμα περισσότερη το τετ α τετ που θα έχει με τον «οικοδεσπότη»
Ταγίπ Ερντογάν. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος φρόντισε πριν μερικές εβδομάδες να βάλει ψηλά τον πήχη, λέγοντας πως ετοιμάζεται να προσφέρει ένα «δώρο» που θα κάνει «
χαρούμενο» τον Τούρκο πρόεδρο. Αμέσως ξεκίνησαν οι εικασίες για το ποιο μπορεί να είναι αυτό το «δώρο», από την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 μέχρι την πώληση κινητήρων για το εθνικό μαχητικό αεροσκάφος της Τουρκίας, KAAN.
Λίγες ώρες πριν την άφιξη του Τραμπ στην Άγκυρα και τη συνάντηση με τον
Ερντογάν που θα ακολουθήσει, η Τουρκάλα δημοσιογράφος
Χαντέ Φιράτ παρουσιάζει όλα τα δεδομένα, μέσω της
Hurryiet και εκτιμά ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα αυτής.
Όπως επισημαίνεται το άρθρο της εφημερίδας,
«στη διπλωματία υπάρχουν κάποιες συναντήσεις που ξεκινούν με μια φωτογραφία πρωτοκόλλου και τελειώνουν με μια κοινή δήλωση. Κάποιες άλλες, όμως, ξεπερνούν τη φωτογραφία και τη δήλωση. Στο τραπέζι δεν κάθονται μόνο δύο ηγέτες, αλλά φάκελοι με ατζέντες που θα καθορίσουν τα επόμενα χρόνια των δύο χωρών. Αυτή η επίσκεψη δεν μπορεί να αναγνωστεί απλώς με τον τίτλο «Ο Τραμπ έρχεται στην Άγκυρα». Πίσω από αυτή την επίσκεψη κρύβονται οι κυρώσεις CAATSA, η κρίση των S-400, ο φάκελος των F-35, ο εκσυγχρονισμός των F-16, οι ανάγκες σε κινητήρες για το KAAN, η οπτική του αμερικανικού Κογκρέσου για την Τουρκία, η νέα αμυντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η Συρία. Με άλλα λόγια, πίσω από τη φωτογραφία που θα τραβηχτεί στην Άγκυρα υπάρχουν πολυεπίπεδα ζητήματα».
Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται για την επίσκεψη Τραμπ στην Άγκυρα είναι, σύμφωνα με τη
Hurryiet, τα εξής: Πηγαίνει στην τουρκική πρωτεύουσα μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Ερντογάν ή μήπως ανοίγει η πόρτα για μια νέα συμφωνία ασφαλείας στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ;
Μία από τις πιο κρίσιμες προτάσεις στις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών
Χακάν Φιντάν κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο
CNN Türk ήταν η εξής:
«Η συμμετοχή του Τραμπ στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ πραγματοποιείται κατόπιν πρόσκλησης του Ερντογάν».
Αυτή η πρόταση έχει για τη συντάκτη του άρθρου μεγάλη διπλωματική σημασία διότι η στάση του Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ ήταν ανέκαθεν προβληματική: Επικρίνει συχνά τους συμμάχους που δεν αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες και ακολουθεί μια πολιτική γραμμή που βλέπει το ΝΑΤΟ ως βάρος για τον αμερικανικό προϋπολογισμό.
Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι πηγαίνει στην Άγκυρα σημαίνει, για τη
Hurryiet, δύο πράγματα:
Πρώτον: Ο Τραμπ δίνει μεγάλη σημασία στην απευθείας διπλωματική επικοινωνία με τον Ερντογάν.
Δεύτερον: Η Ουάσιγκτον αναγκάζεται πλέον να βλέπει την Τουρκία όχι απλώς ως έναν «προβληματικό σύμμαχο», αλλά ως μια περιφερειακή δύναμη και έναν παίκτη με στρατιωτική ισχύ.
Το μήνυμα του
Τραμπ «πηγαίνω λόγω του σεβασμού που τρέφω για τον Ερντογάν» είναι επίσης σημαντικό σε αυτό το πλαίσιο, τονίζεται στο άρθρο και προστίθεται πως
«στην αμερικανική πολιτική, η προσωπική σχέση μεταξύ των ηγετών δεν είναι πάντα από μόνη της αρκετή. Ωστόσο, κατά την περίοδο Τραμπ, η προσωπική διπλωματία μετατρέπεται σε μοχλό που ανοίγει τον δρόμο στον κρατικό μηχανισμό. Και η προσδοκία της Άγκυρας ξεκινά ακριβώς από εδώ».
Ο γόρδιος δεσμός που ονομάζεται CAATSA
Το πιο μόνιμο θεσμικό πρόβλημα στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, επισημαίνει η
Hurryiet, είναι οι κυρώσεις
CAATSA. Πρόκειται για έναν νόμο που εγκρίθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο το 2017 και προβλέπει κυρώσεις σε χώρες που πραγματοποιούν μεγάλης κλίμακας αγορές από τη ρωσική αμυντική βιομηχανία. Η αγορά του συστήματος αεράμυνας
S-400 από την Τουρκία ενεργοποίησε αυτόν τον νόμο. Ως αποτέλεσμα, η Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας και ορισμένοι αξιωματούχοι συμπεριλήφθηκαν στη λίστα κυρώσεων. Η Άγκυρα αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35 και ξεκίνησαν περιορισμοί στην εφοδιαστική αλυσίδα της αμυντικής βιομηχανίας. Σήμερα, αυτό που θέλει η Άγκυρα είναι να κλείσει αυτός ο φάκελος.
Ωστόσο, όπως αναγνωρίζει η Φιράτ, στην τεχνική πλευρά του ζητήματος, η πολιτική βούληση του Τραμπ δεν αρκεί από μόνη της. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να αναστείλει κάποιες κυρώσεις. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένας μηχανισμός παράτασης 180 ημερών ή παραίτησης (waiver). Μπορεί να ειπωθεί στο Κογκρέσο ότι
«αυτή η απόφαση είναι προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ». Ωστόσο, για μια μόνιμη και πλήρη άρση, πρέπει να παρέμβει το Κογκρέσο.
Επομένως, δίπλα στη φράση του
Χακάν Φιντάν «υπάρχει ισχυρή βούληση και από τους δύο ηγέτες», πρέπει να προστεθεί και η εξής πρόταση:
«Το πραγματικό τεστ θα γίνει στο Κογκρέσο».
«Γιατί, όμως, το Κογκρέσο είναι δύσκολο;» αναρωτιέται στο άρθρο της η δημοσιογράφος της
Hurryiet. Και δίνει την απάντηση λέγοντας πως η στάση απέναντι στην Τουρκία στο αμερικανικό Κογκρέσο είναι διχασμένη. Μια ομάδα βλέπει τη στρατιωτική αξία της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ. Θεωρεί ότι η Τουρκία είναι αναπόσπαστο κομμάτι στα ζητήματα της Μαύρης Θάλασσας, της Ουκρανίας, της Συρίας, του Ιράν, του Ορμούζ, της Ανατολικής Μεσογείου και της αμυντικής βιομηχανίας. Η άλλη ομάδα παραμένει κολλημένη στο ζήτημα των S-400, λέγοντας:
«Όσο οι S-400 βρίσκονται στην Τουρκία, F-35 δεν υπάρχουν και οι κυρώσεις CAATSA δεν αίρονται».
Και οι δύο κυβερνήσεις συνειδητοποιούν ότι ο νόμος CAATSA αποτελεί πλέον το κύριο θεσμικό εμπόδιο στις σχέσεις τους. Υπάρχει βούληση και από τους δύο ηγέτες να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο. Επιπλέον, η διαδικασία δεν δουλεύεται μόνο μεταξύ των ηγετών, αλλά και σε επίπεδο Υπουργικού Συμβουλίου.