Το μεγαλύτερο μυστήριο της διεθνούς οικονομίας αυτή τη στιγμή δεν είναι μόνο
αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν θα φτάσουν σε συμφωνία για το τέλος του πολέμου. Είναι κυρίως το γιατί η αγορά πετρελαίου δεν έχει ακόμη αντιδράσει ή καλύτερα
γιατί δεν βρίσκεται σε αναβρασμό και πανικό ενώ βιώνει μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές εφοδιασμού στη σύγχρονη ιστορία.
Τα
Στενά του Ορμούζ παραμένουν επί τρεις μήνες
σχεδόν παραλυμένα από τον πόλεμο. Πρόκειται για το σενάριο που πριν από την κρίση με το Ιράν οι περισσότεροι θεωρούσαν εφιάλτη - και ταυτόχρονα απίθανο να συμβεί σε τέτοια κλίμακα. Η ορατή κυκλοφορία μέσω των Στενών έχει πέσει, σύμφωνα με εκτιμήσεις της JP Morgan,
στο 15% των προπολεμικών επιπέδων. Με άλλα λόγια, ο σημαντικότερος ενεργειακός διάδρομος του πλανήτη λειτουργεί σε καθεστώς ασφυξίας.
Κι όμως, οι τιμές του
πετρελαίου δεν έχουν εκτοξευθεί στα επίπεδα που φοβούνταν οι αναλυτές. Το Brent κινείται κοντά στα 93 δολάρια το βαρέλι - πολύ υψηλότερα από τα περίπου 70 δολάρια πριν από τον πόλεμο, αλλά σαφώς χαμηλότερα από το πρόσφατο peak των 114 δολαρίων. Για μια αγορά που βλέπει το Ορμούζ να υπολειτουργεί, αυτή η συμπεριφορά μοιάζει σχεδόν αφύσικη. Η εξήγηση βρίσκεται σε μια λιγότερο «ορατή» πραγματικότητα. Το πετρέλαιο συνεχίζει να περνά. Όχι με τον κανονικό, διαφανή, εμπορικό τρόπο. Αλλά
μέσα από «σκιώδεις» ροές, παρακάμψεις, αγωγούς, αποθέματα και μια σειρά από έκτακτες προσαρμογές που επιτρέπουν στην παγκόσμια αγορά να απορροφά - προς το παρόν - το σοκ.
Τα «φαντάσματα» των Στενών
Η πρώτη απάντηση στο παράδοξο είναι οι λεγόμενες «clandestine flows» - οι μυστικές ή αδήλωτες ροές πετρελαίου που φαίνεται να διαφεύγουν από τον διπλό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Σύμφωνα με την JP Morgan, αυτές οι ροές έφτασαν
περίπου τα 2,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τις δύο τελευταίες εβδομάδες του Μαΐου. Πρόκειται για μικρό μέρος σε σχέση με τα 15,6 εκατομμύρια βαρέλια που περνούσαν καθημερινά από το Ορμούζ πριν από τον πόλεμο. Δεν είναι όμως αμελητέο.
Σε μια αγορά που ζει με οριακές ισορροπίες, ακόμη και 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση. Ο μηχανισμός είναι γνωστός από άλλες περιόδους κυρώσεων και ναυτικών κρίσεων. Δεξαμενόπλοια απενεργοποιούν τους αναμεταδότες τους, εξαφανίζονται από τα συστήματα παρακολούθησης, περνούν «στο σκοτάδι» και επανεμφανίζονται αλλού. Είναι τα «
ghost transits» - διελεύσεις-φαντάσματα. Δεν αναιρούν τον αποκλεισμό. Τον διαπερνούν.
Η εκτίμηση της Piper Sandler ανεβάζει την εικόνα ακόμη πιο ψηλά. Περίπου 2,9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως φέρονται να βγήκαν από τα Στενά τον Μάιο. Από αυτά, τα 2,1 εκατομμύρια φαίνεται να πέρασαν με πλοία που κατέβαλαν τέλη σε ιρανικές οντότητες. Τα υπόλοιπα,
περίπου 900.000 βαρέλια ημερησίως, αποδίδονται σε «σκοτεινές» διελεύσεις, με απενεργοποιημένα συστήματα εντοπισμού.
Αυτό είναι κρίσιμο. Διότι δείχνει ότι
το Ιράν, ακόμη και μέσα σε συνθήκες πολέμου και αποκλεισμού, διατηρεί κάποιον έλεγχο πάνω στη ροή. Όχι πλήρη, όχι κανονικό, αλλά αρκετό για να μετατρέψει το Ορμούζ από απλό σημείο στρατιωτικής αντιπαράθεσης σε εργαλείο οικονομικής διαπραγμάτευσης.
Η αγορά που επιλέγει να απορροφά ακόμη το κόστος
Το λάθος θα ήταν να διαβαστούν οι τιμές κοντά στα 100 δολάρια ως ένδειξη ότι η κρίση είναι περιορισμένη. Δεν είναι. Η πιο σωστή ανάγνωση είναι διαφορετική:
η αγορά έχει βρει τρόπους να απορροφά ένα ιστορικό σοκ, αλλά το κάνει με ακριβούς, προσωρινούς και εύθραυστους μηχανισμούς.
Οι «σκιώδεις» ροές είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εναλλακτικές διαδρομές. Η Piper Sandler εκτιμά ότι περίπου 4,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού την ημέρα βγήκαν από τον Περσικό Κόλπο μέσω άλλων οδών, κυρίως μέσω του East-West Pipeline, που συνδέει τα πετρελαϊκά πεδία της Σαουδικής Αραβίας με το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Αυτή η παράκαμψη δίνει ανάσα. Δεν αντικαθιστά πλήρως το Ορμούζ, αλλά περιορίζει το σοκ. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να εξάγει μέρος της παραγωγής της χωρίς να περάσει από τα Στενά. Άλλοι παραγωγοί και αγοραστές προσαρμόζονται με καθυστερήσεις, αλλαγές φορτίων και ακριβότερες διαδρομές.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη, ίσως σημαντικότερος παράγοντας:
η Κίνα.
Το Πεκίνο έχει μειώσει δραστικά τις εισαγωγές αργού και
καλύπτει μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του από τα τεράστια αποθέματά του. Αυτό έχει συγκρατήσει τη ζήτηση σε μια στιγμή όπου η προσφορά πιέζεται. Αν η Κίνα συνέχιζε να αγοράζει με τους προηγούμενους ρυθμούς, η αγορά θα ήταν πολύ πιο νευρική και οι τιμές πιθανότατα πολύ υψηλότερες.
Η κινεζική στάση λειτουργεί, έτσι, σαν αθέατος σταθεροποιητής. Δεν είναι πολιτική χάρη προς τη Δύση. Είναι ψυχρός υπολογισμός αποθεμάτων, τιμών και στρατηγικής αναμονής. Όμως το αποτέλεσμα είναι σαφές: μειώνει την άμεση πίεση στην αγορά.