Για δύο μήνες, το οικονομικό αφήγημα γύρω από τον πόλεμο με το
Ιράν συνοψιζόταν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι
τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν εκτιναχθεί, επιδεινώνοντας την κρίση ακρίβειας και αυξάνοντας τον κίνδυνο να οδηγηθεί η αμερικανική – και όχι μόνο- οικονομία σε ύφεση.
Αναμφίβολα, οι τιμές παραμένουν υψηλές, εντείνοντας τους φόβους για επιβράδυνση της οικονομίας. Ωστόσο, όπως διαπιστώνουν οι αναλυτές του CNN, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα σε αυτή την αφήγηση: οι τιμές δεν είναι τόσο υψηλές όσο θα έπρεπε να είναι, εάν ληφθεί υπόψη η ιστορικών διαστάσεων καταστροφή στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου.
Το 2022, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, υπήρχαν φόβοι ότι θα χάνονταν από την αγορά περίπου 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως — κάτι που τελικά δεν συνέβη ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, το πετρέλαιο ξεπέρασε τα 120 δολάρια το βαρέλι και η βενζίνη στις ΗΠΑ άγγιξε τα 5 δολάρια το γαλόνι.
Σήμερα, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, περίπου 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως βγήκαν άμεσα εκτός αγοράς — η μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς στην ιστορία. Κι όμως, το πετρέλαιο κινείται κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η βενζίνη διαμορφώνεται στα 4,39 δολάρια το γαλόνι στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα η τιμή της βενζίνης διαμορφώνεται πέριξ των 2 ευρώ ανά λίυρο.
Στην αρχή του
πολέμου, οι αναλυτές προέβλεπαν ότι το πετρέλαιο θα είχε ήδη φτάσει τα 150 δολάρια. Ορισμένες πιο επιθετικές εκτιμήσεις έβλεπαν ακόμη υψηλότερες τιμές.
«Θα περίμενα οι τιμές να βρίσκονται πάνω από τα 200 δολάρια. Είναι τρελό», δήλωσε ο Ματ Σμιθ, επικεφαλής αναλυτής πετρελαίου της Kpler. «Όλοι προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει».
Τι συμβαίνει λοιπόν;
Οι αναλυτές του αμερικανικού δικτύου μάς καλούν να ξεχάσουμε για λίγο τις βασικές μας γνώσεις γύρω από την επιστήμη των οικονομικών: η προσφορά και η ζήτηση από μόνες τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν όσα συμβαίνουν.
Οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Κάτι άλλο επηρεάζει την αγορά.
Προσφορά και ζήτηση
Τα πιθανά σενάρια:
Πρώτον, ο κόσμος παράγει περισσότερο πετρέλαιο.
Η παραγωγή αργού στις ΗΠΑ, στη Λατινική Αμερική και σε άλλες περιοχές εκτός Περσικού Κόλπου έχει αυξηθεί — ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η άνοδος είναι ιστορική. Ωστόσο, η επιπλέον παραγωγή δεν επαρκεί ούτε κατά διάνοια για να καλύψει την απώλεια των 14 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.
Οι δύο χώρες με τη μεγαλύτερη δυνατότητα αύξησης παραγωγής είναι η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ωστόσο, δεν μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις εξαγωγές τους όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά. Επιπλέον, τα διυλιστήρια παγκοσμίως λειτουργούν ήδη στα όρια της δυναμικότητάς τους — εφόσον δεν έχουν πληγεί από τον πόλεμο.
Άρα, αυτή η εξήγηση απορρίπτεται εύκολα: δεν πρόκειται για ζήτημα αυξημένης παραγωγής.
Δεύτερον, υπάρχει ήδη πολύ πετρέλαιο αποθηκευμένο.
Πριν από τον πόλεμο, τεράστιες ποσότητες αργού — περίπου 580 εκατομμύρια βαρέλια σύμφωνα με την JPMorgan — βρίσκονταν αποθηκευμένα είτε σε δεξαμενόπλοια είτε σε χερσαίες εγκαταστάσεις. Αυτά τα αποθέματα δημιούργησαν ένα σημαντικό «μαξιλάρι» προσφοράς.
«Πρέπει να θυμόμαστε ότι πριν από τον πόλεμο η αγορά πετρελαίου βρισκόταν γενικά σε υπερπροσφορά», δήλωσε ο Τζο Μπρουσουέλας, επικεφαλής οικονομολόγος της RSM US. «Μερικές φορές είναι καλύτερο να είσαι τυχερός παρά καλός».
Η μαζική αποδέσμευση πετρελαίου από στρατηγικά αποθέματα, καθώς και η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να άρει κυρώσεις στο ρωσικό και ιρανικό πετρέλαιο, πρόσθεσαν ακόμη μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια στην αλυσίδα εφοδιασμού, προσφέροντας προσωρινή ανακούφιση στην αγορά.
Ωστόσο, ακόμη και όλα αυτά μαζί καλύπτουν μόνο περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από το κενό προσφοράς, σύμφωνα με τη Νατάσα Κανέβα, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της JPMorgan.
Τρίτον, η ζήτηση για πετρέλαιο μειώνεται.
Η ζήτηση έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 4,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με την JPMorgan. Για σύγκριση, κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2009 η μείωση της ζήτησης ήταν μόλις 2,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ακόμη και όταν το πετρέλαιο είχε ξεπεράσει τα 140 δολάρια.
Μέρος των καταναλωτών περιορίζει τη χρήση καυσίμων λόγω του υψηλού κόστους. Όμως οι τιμές δεν είναι αρκετά υψηλές ώστε να εξηγούν τόσο μεγάλη πτώση στη ζήτηση.
Μία εξήγηση είναι ότι η κατάρρευση της προσφοράς είναι τόσο απότομη ώστε αποτυπώνεται πλέον και στη ζήτηση. Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου — ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή και την Ασία — το πετρέλαιο και τα καύσιμα απλώς τελειώνουν.
Η Ευρώπη προειδοποιεί ήδη για επικείμενες ελλείψεις καυσίμων αεροσκαφών. Ελλείψεις πρώτων υλών για πλαστικά έχουν αναγκάσει ασιατικές χώρες να μειώσουν την παραγωγή ή ακόμη και να κλείσουν εργοστάσια. Η κατανάλωση υγραερίου στην Ινδία — βασικού καυσίμου για μαγείρεμα — έχει μειωθεί κατά 13%, σύμφωνα με την JPMorgan.
Δεν μπορούν να ζητήσουν προϊόντα που κυριολεκτικά δεν μπορούν να βρουν. Όταν η ζήτηση πέφτει, οι τιμές υποχωρούν επίσης.
Διαβάστε περισσότερα στο
newmoney.gr