Ο
Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε χθες Πέμπτη επένδυση
700 εκατομμυρίων δολαρίων στη βιομηχανία του
άνθρακα, για να παραμείνουν σε λειτουργία ορυχεία και για να ανεγερθούν δυο νέοι ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί οι οποίοι θα λειτουργούν με την καύση του συγκεκριμένου
ορυκτού καυσίμου, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της αντιπολίτευσης των δημοκρατικών.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Αμερικανός πρόεδρος σημείωσε ότι οι πολιτείες όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του τομέα, πιο συγκεκριμένα 14 ηλεκτροπαραγωγικά εργοστάσια και 42 ορυχεία, τον είχαν ψηφίσει κατά πλειοψηφία στις προεδρικές εκλογές του 2024.
«Η ενέργειά μας θα επιτρέψει σε αυτές τις υποδομές να επενδύσουν και να εκσυγχρονιστούν», επιχειρηματολόγησε ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τον οποίο αυτό «θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής τους κατά δεκαετίες, θα ενισχύσει την αξιοπιστία του δικτύου ηλεκτροδότησής μας και, το σημαντικότερο, θα διατηρήσει τις τιμές του ηλεκτρισμού πολύ χαμηλά».
Το ποσό που ανακοίνωσε θα επιτρέψει επίσης να κατασκευαστεί
μεγάλος τερματικός σταθμός στην Όκλαντ (Καλιφόρνια) για την εξαγωγή άνθρακα, είπε ο ρεπουμπλικάνος.
Η παραγωγή άνθρακα στις ΗΠΑ υποδιπλασιάστηκε από το 2005, όταν είχε φθάσει στην κορύφωση, ως το 2020. Έφθασε σε χαμηλό το 2024, αλλά κατέγραψε αλματώδη άνοδο το 2025, σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία πληροφόρησης για την ενέργεια. Τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026 επιταχύνθηκε ελαφρά ακόμη περισσότερο.
Σύμφωνα με έκθεση του παρατηρητηρίου
Global Energy Monitor, οι ΗΠΑ είναι η μοναδική μεγάλη οικονομία που αύξησε αισθητά την κατανάλωση άνθρακα το 2025.
Ως τώρα η επιβράδυνση της χρήσης άνθρακα στις ΗΠΑ συνδεόταν καταρχήν με την απώλεια ανταγωνιστικότητας σε σύγκριση με άλλες χώρες, ιδίως την Κίνα, αλλά και στις ανησυχίες για το περιβάλλον.
Η καύση άνθρακα είναι ανάμεσα στις κυριότερες αιτίες των
εκπομπών αερίων που προκαλούν το
φαινόμενο του θερμοκηπίου και την υπερθέρμανση του πλανήτη και η προοδευτική εγκατάλειψή του θεωρείται απαραίτητη στο πλαίσιο του αγώνα εναντίον της κλιματικής αλλαγής.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στον «
όμορφο καθαρό άνθρακα».
Περί το 9% της ενέργειας που καταναλώθηκε στις ΗΠΑ το 2025 προήλθε από την καύση άνθρακα, ποσοστό σχεδόν ίσο με αυτό που προήλθε από ανανεώσιμες πηγές.
«Πρώτα οι ρυπαντές»
Ο Aμερικανός πρόεδρος σημείωσε πως οι δυο νέες μονάδες θα βρίσκονται στη Δυτική Βιρτζίνια και στην Αλάσκα και θα κατασκευαστούν με «τεχνολογία εντελώς νέα, πολύ καθαρή».
Η τελευταία μονάδα που λειτουργεί με καύση άνθρακα στις ΗΠΑ είχε εγκαινιαστεί το 2013. Ήταν το εργοστάσιο Sandy Creek Energy Center, στη ΜακΛέναν, στο Τέξας (νότια).
Μελέτη που εκπονήθηκε από έξι πανεπιστήμια το 2023 περιείχε την εκτίμηση ότι οι εκπομπές των ηλεκτροπαραγωγικών εργοστασίων που λειτουργούν με καύση άνθρακα προκάλεσαν τους θανάτους περίπου 460.000 ανθρώπων από το 1999 ως το 2000.
Η προηγούμενη κυβέρνηση, του δημοκρατικού
Τζο Μπάιντεν, «είχε φτάσει τόσο μακριά για να υποστηρίξει πηγές ηλεκτρισμού μαζικά επιδοτούμενες, με παροχή ακανόνιστη και τόσο εξαρτημένη από τις μετεωρολογικές συνθήκες που το δίκτυο ηλεκτροδότησής μας βρισκόταν σε κίνδυνο, είπε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ο Νταγκ Μπέργκουμ, ο υπουργός Εσωτερικών (σ.σ. το χαρτοφυλάκιο αφορά κυρίως τη διαχείριση των ομοσπονδιακών γαιών).
«Κατανοείτε σε ποιο βαθμό είναι απόλυτα απαραίτητος ο άνθρακας. Είναι η ραχοκοκαλιά της αξιόπιστης, φθηνής και ασφαλούς αμερικανικής ενέργειας», πρόσθεσε ο υπουργός.
«Το ότι χαρίζονται 700 εκατομμύρια δολάρια σε πηγή ενέργειας βρόμικη και αναποτελεσματική βάζει πρώτα τους ρυπαντές, σε βάρος των Αμερικανών, εν μέσω ενεργειακής χρήσης που προκάλεσε ο Τραμπ» στις ΗΠΑ, τόνισε μέσω X η
συμμαχία κοινοβουλευτικών SEEC (Sustainable Energy & Environment Coalition), στην οποία συμμετέχουν κάπου εκατό
δημοκρατικοί της Βουλής των Αντιπροσώπων που υποστηρίζουν τις καθαρές μορφές ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος.
Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου οδήγησε στο κλείσιμο του
στενού του Ορμούζ, θαλάσσιας αρτηρίας στρατηγικής σημασίας, καθώς από εκεί διέρχεται το 20% του πετρελαίου και του αερίου που καταναλώνονται σε παγκόσμιο επίπεδο, προκαλώντας άνοδο των τιμών του μαύρου χρυσού κατά 50% και πλέον.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2025 από την τράπεζα Lazard υπολόγιζε ότι το κόστος του ηλεκτρισμού που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ήταν ανταγωνιστικό σε σύγκριση με αυτό που παράγεται με τα ορυκτά καύσιμα, συμπεριλαμβανομένου του άνθρακα, ακόμη και χωρίς επιδοτήσεις του δημοσίου.
Αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο Ντόναλντ Τραμπ δίνει προτεραιότητα στα ορυκτά καύσιμα στην αμερικανική ενεργειακή πολιτική, σε βάρος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ειδικά της αιολικής.
Ανέστειλε την έκδοση νέων αδειών για μεγάλα αιολικά έργα και ώθησε εταιρείες του τομέα της ενέργειας να εγκαταλείψουν σχέδια για έργα που αξιοποιούσαν ανανεώσιμες πηγές, ενώ αποπειράθηκε, μάταια, να σταματήσει κάποια που είχαν αρχίσει ήδη.