Πολλοί άνθρωποι συνδέουν τα
εμβόλια αποκλειστικά με την παιδική ηλικία. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι ο εμβολιασμός παραμένει εξίσου σημαντικός και στην ενήλικη ζωή. Καθώς μεγαλώνουμε, οι ανάγκες μας αλλάζουν, οι κίνδυνοι διαφοροποιούνται και ορισμένες λοιμώξεις μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο σοβαρές απ' ό,τι φανταζόμαστε. Τα εμβόλια ενηλίκων αποτελούν ένα από τα πιο απλά και αποτελεσματικά μέσα πρόληψης, προστατεύοντας όχι μόνο το ίδιο το άτομο αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής
ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα)
Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η
Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο
Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν είναι ουσιαστικά ένα «μάθημα» για το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Χωρίς να προκαλούν την ίδια τη νόσο, του μαθαίνουν πώς να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει τους μικροοργανισμούς που την προκαλούν. Αυτό συμβαίνει επειδή, στις περισσότερες περιπτώσεις, το εμβόλιο περιέχει μια εξασθενημένη ή ανενεργή μορφή ενός ιού ή βακτηρίου ή κάποιο σημαντικό μέρος του. Έτσι, όταν ο οργανισμός έρθει αργότερα σε επαφή με το πραγματικό παθογόνο, είναι ήδη προετοιμασμένος.
Τα εμβόλια ενηλίκων
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το εμβόλιο
Tdap, που προσφέρει τριπλή προστασία απέναντι στον
τέτανο, τη διφθερίτιδα και τον κοκκύτη. Ο τέτανος μπορεί να εισέλθει στο σώμα μέσα από πληγές, κοψίματα ή γρατζουνιές και να προκαλέσει σοβαρούς μυϊκούς σπασμούς, δυσκαμψία και το γνωστό «λοκτζόου», δηλαδή αδυναμία να ανοίξει κανείς το στόμα ή να καταπιεί. Ένας εφάπαξ εμβολιασμός με Tdap και στη συνέχεια αναμνηστική δόση Td κάθε 10 χρόνια αρκούν για τη διατήρηση της προστασίας. Για τις
εγκύους, μάλιστα, συνιστάται αναμνηστική δόση μεταξύ της 27ης και της 36ης εβδομάδας κάθε εγκυμοσύνης.
Η
ανεμευλογιά είναι μια ακόμη λοίμωξη που συχνά θεωρείται «παιδική υπόθεση», αλλά στους ενήλικες μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Όσοι δεν την έχουν περάσει, εξακολουθούν να κινδυνεύουν να μολυνθούν, ακόμη και αν απλώς βρεθούν στον ίδιο χώρο με κάποιον ασθενή. Στους ενήλικες η νόσος συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών, νοσηλείας και θανάτου. Ιδιαίτερα σοβαρή μπορεί να είναι η πνευμονία από ανεμευλογιά στις εγκύους, καθώς πρόκειται για επείγουσα ιατρική κατάσταση. Το εμβόλιο χορηγείται σε δύο δόσεις, με μεσοδιάστημα τεσσάρων έως οκτώ εβδομάδων για άτομα 13 ετών και άνω.
Από την άλλη πλευρά, ο ιός που προκαλεί την ανεμευλογιά μπορεί αργότερα στη ζωή να επανεμφανιστεί ως
έρπης ζωστήρας. Η νόσος αυτή εμφανίζεται συχνότερα μετά τα 60 και μπορεί να προκαλέσει επώδυνο εξάνθημα με φουσκάλες, βλάβες στα μάτια και μακροχρόνιο νευρικό πόνο. Για την πρόληψή της υπάρχει το εμβόλιο Shingrix, το οποίο χορηγείται σε δύο δόσεις και συνιστάται σε άτομα 50 ετών και άνω, αλλά και σε ενήλικες από 18 ετών που είναι ανοσοκατεσταλμένοι ή ανοσοανεπαρκείς.
Σημαντικό ρόλο έχει επίσης το εμβόλιο κατά του
HPV, του ανθρώπινου ιού των θηλωμάτων. Ορισμένα στελέχη του HPV σχετίζονται με την πλειονότητα των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες, αλλά και με κάποιους καρκίνους του λαιμού στους άνδρες. Ένα από τα διαθέσιμα εμβόλια προστατεύει και από τα περισσότερα κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων. Αν και το εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των 9 ετών, και οι νεαροί ενήλικες —ιδιαίτερα όσοι δεν είχαν σεξουαλική δραστηριότητα— μπορούν να ωφεληθούν. Ακόμη και ορισμένοι ενήλικες ηλικίας 27 έως 45 ετών μπορεί να αποφασίσουν να εμβολιαστούν, εφόσον δεν είχαν εμβολιαστεί νωρίτερα.
Για ορισμένες ομάδες ενηλίκων, αυξημένη σημασία έχει και η προστασία από τη μηνιγγίτιδα. Νέοι που ζουν σε στρατιωτικούς θαλάμους ή φοιτητικές εστίες, ταξιδιώτες σε συγκεκριμένες περιοχές, καθώς και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό, μπορεί να χρειάζονται εμβολιασμό κατά του
μηνιγγιτιδόκοκκου. Πρόκειται για νόσο που μπορεί να αποβεί θανατηφόρα ή να αφήσει σοβαρές επιπτώσεις, όπως εγκεφαλική βλάβη ή απώλεια ακοής.
Ανάλογα με τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες έκθεσης, σημαντικά μπορεί να είναι και τα εμβόλια για την ηπατίτιδα Α και Β. Η ηπατίτιδα Α μπορεί να μεταδοθεί μέσω μολυσμένου φαγητού ή νερού, αλλά και σε άλλες ειδικές περιπτώσεις. Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται μέσω αίματος ή σωματικών υγρών, όπως κατά τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις, τη χρήση προσωπικών αντικειμένων άλλου ατόμου ή τη χρήση κοινών βελόνων. Ειδικά η
ηπατίτιδα Β μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη του ήπατος ή ακόμη και σε θάνατο.
Επιπλέον, ορισμένα εμβόλια δεν είναι απλώς χρήσιμα, αλλά απαιτούνται και για την είσοδο σε συγκεκριμένες χώρες. Παράλληλα, οι ταξιδιώτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι και για τα συνήθη εμβόλια ρουτίνας, αλλά και για όσα συνιστώνται ανάλογα με τον προορισμό. Το ιδανικό είναι ο προγραμματισμός να γίνεται 4 έως 6 εβδομάδες πριν από το ταξίδι.
Υπάρχουν, βέβαια, και εμβόλια που αφορούν σχεδόν όλους. Το ετήσιο αντιγριπικό εμβόλιο παραμένει βασικό μέτρο προστασίας, ενώ εμβόλια υπάρχουν και για τον RSV, ιδιαίτερα για ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας ή με προβλήματα υγείας, καθώς και για εγκύους, ώστε να προστατεύεται και το βρέφος. Παράλληλα, τα εμβόλια κατά της
COVID-19 εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εργαλείο πρόληψης, με διαφορετικούς τύπους να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό με διαφορετικούς τρόπους. Εξίσου κρίσιμη είναι η προστασία από τον πνευμονιόκοκκο, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, λοιμώξεις του αίματος και μηνιγγίτιδα.
Τέλος, το εμβόλιο MMR προστατεύει από τρεις σοβαρές ασθένειες μαζί: ιλαρά, παρωτίτιδα και ερυθρά. Αν και πολλοί ενήλικες έχουν ήδη νοσήσει ή έχουν εμβολιαστεί, όσοι δεν έχουν ανοσία παραμένουν ευάλωτοι. Η ιλαρά μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, η παρωτίτιδα στους ενήλικες μπορεί να συνδεθεί με μηνιγγίτιδα ή επώδυνο πρήξιμο όρχεων και ωοθηκών, ενώ η ερυθρά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη στην εγκυμοσύνη, καθώς μπορεί να προκαλέσει αποβολή, πρόωρο τοκετό ή σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες.