Τασούλας: Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία
Τασούλας: Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία
Αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του Ευρωπαϊκού πνεύματος και της Δυτικής σκέψης δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ' αόριστόν χωρίς τα Γλυπτά του, τόνισε ο ΠτΔ σε ομιλίας του στη Βρετανική Σχολή Αθηνών
«Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία» τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας μιλώντας απόψε στην Βρετανική Σχολή Αθηνών και υπογραμμίζοντας πως «αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του Ευρωπαϊκού πνεύματος και της Δυτικής σκέψης δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ' αόριστόν χωρίς τα Γλυπτά του». Μάλιστα, προέτρεψε το κοινό να αναλογιστεί «το μεγαλείο της πραγματικής επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, που θα ακολουθούσε το μεγαλείο μιας τέτοιας χειρονομίας».
Στο πλαίσιο της ομιλίας του, για την συμβολή των ξένων Αρχαιολογικών Σχολών στην ανάδειξη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στην σημαντική τους προσφορά στην ανακατασκευή της μνήμης της Ελλάδας και της Ευρώπης, καθώς και στην διεκδίκηση της κλασικής παρακαταθήκης ως οικουμενικού ιδεώδους και ως μήτρας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι δεν είναι μόνο η ανάγκη της Ευρώπης να αναζητήσει τις ρίζες της στην κλασική αρχαιότητα, που αποτελεί το κίνητρο της συγκρότησής τους, αλλά και η επιστημονική φιλοδοξία να οργανωθεί η αρχαιολογία ως κλάδος με μεθοδολογία, τεκμηρίωση και διεθνή συνεργασία.
Υπενθύμισε, επίσης, ότι τον 19ο αιώνα, η αρχαιολογία ήταν συχνά συνδεδεμένη με τη συλλογή, την εξαγωγή, την ιδιοποίηση, ενώ τον 20ο και 21ο αιώνα, οι ξένες Σχολές -σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έθεσε από νωρίς πρότυπα θεωρούμενα αυτονόητα στις μέρες μας - θα συμβάλουν στη μετάβαση προς μία νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία «τα ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους, η έρευνα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια, και τα πορίσματά της να διαμοιράζονται, καθώς η τεκμηρίωση είναι πράξη ευθύνης».
Επισήμανε δε, ότι «Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας σήμερα τις 19 σε αριθμό και λειτουργώντας ως κιβωτοί γνώσης και εμπειρίας», και συμπλήρωσε ότι «συνιστούν έναν θεσμό που ξεκίνησε από τον φιλελληνισμό, ωρίμασε μέσα από την επιστήμη και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης και γνώσης».
Όπως παρατήρησε «οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές έχουν συμβάλλει καταλυτικά στην αναζωογόνηση της ταυτότητας και του πολιτισμού μας - και συνεχίζουν να το πράττουν. Κατά συνέπεια, έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για την δημιουργία του μέλλοντος. Γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χτες» και κατέληξε κάνοντας λόγο για «γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, που θα επηρεάσουν, συν τω χρόνω, την ηθική της επιστήμης».
Ειδικότερα, στην ομιλία του, στην Βρετανική Σχολή Αθηνών ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε :
«Ο πρώτος περιηγητής στον Ελλαδικό χώρο, εκείνος που θέλησε να ζωντανέψει «την ανάσα των ερειπίων» σε μια εποχή που η αρχαιότητα δεν ήταν παρά ένα σύνολο από ονόματα, λέξεις και αποφθέγματα, απόλυτα διαχωρισμένη από την υλική της μορφή, ήταν αναμφίβολα ο περιπατητής Ciriaco de Pizzicoli, o Κυριακός Αγκωνίτης. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος, μαζί με τον Φλωρεντινό μοναχό Christoforo Buondelmonti, που επισκέφθηκε, στα μέσα του 15ου αιώνα, περιοχές λησμονημένες για αιώνες. Αλλά η ουσιαστική γνωριμία της Ευρώπης με τον νεότερο ελληνισμό θα γίνει τον 18ο αιώνα, την εποχή του Διαφωτισμού.
Είναι η εποχή του grand tour, της «μεγάλης περιοδείας», της φυγής από τον βλοσυρό Βορρά. Μεγιστάνες, ευγενείς, πλούσιοι αστοί, τυχοδιώκτες, δάσκαλοι, γιατροί, καλλιτέχνες, επιστήμονες μετακινούνται προς τον Νότο αναζητώντας στην Ελλάδα και τη Ρώμη το κλειδί για την κατανόηση «αυτού που οι αρχαίοι Έλληνες τόσο όμορφα όρισαν ως ευδαιμονία», όπως θα γράψει αργότερα ο Gustave Flaubert.
Βεβαίως, οι περιηγητές που φτάνουν στη χώρα με τη φαντασία πυρακτωμένη και το πνεύμα εξημμένο από την λατρεία του κλασικού πολιτισμού για να ακολουθήσουν τα βήματα του Παυσανία, του Ηρόδοτου και του Πλίνιου, συναντούν ένα λαό καθημαγμένο, εξαθλιωμένο, που αδιαφορεί για τα μνημεία του και αγνοεί το λαμπρό παρελθόν του. «Πικραίνονται οι φιλάρχαιοι ταξιδιώτες βλέποντας τα μάρμαρα που στεριώνουν μαντρότοιχους και χωριάτικους στάβλους, τις σαρκοφάγους που χρησιμοποιούνται για ποτίστρες, τα σαπισμένα, μουχλιασμένα και κονισαλέα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών», σημειώνει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο μνημειώδες έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα».
Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που δεν παραιτούνται από τον ενθουσιασμό τους και υπό την επίδραση κοσμοϊστορικών γεγονότων όπως η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας (1776) και η Γαλλική Επανάσταση (1789) στρέφονται προς τους αρχαίους Έλληνες για να θεμελιώσουν τις αξίες της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης. Βρισκόμαστε στην ανατολή της εποχής του Διαφωτισμού και στην ανάδυση του κινήματος του νεοκλασικισμού, που κυριαρχεί στην Ευρώπη, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Τα πρώτα, δειλά βήματα για την επιστημονικότερη προσέγγιση της αρχαιότητας έχουν ξεκινήσει.
Και ενώ Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες, ζωγράφοι και χαράκτες αναπαριστούν, συχνά με τη συνδρομή της φαντασίας, τα ελληνικά μνημεία, ως υλικές αποδείξεις των υψηλών αξιών και του ευγενικού μεγαλείου του ελληνορωμαϊκού κόσμου, οι αρχαιολόγοι, με προεξάρχοντα τον Αυστριακό Johann Joachim Winckelmann, πατέρα της κλασικής αρχαιολογίας, εστιάζουν στην συστηματική τους προσέγγιση για την ανάδειξη της ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής τέχνης. «Η καλή αισθητική και το γούστο γεννήθηκαν κάτω από τον ελληνικό ουρανό» έγραψε στο έργο του «Σκέψεις πάνω στην απομίμηση ελληνικών έργων ζωγραφικής και γλυπτικής» (1755), ο Βίνκελμαν.
Κι όταν, μια εικοσαετία αργότερα θα κυκλοφορήσει ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία της εποχής, το μνημειώδες ιστορικό-ταξιδιωτικό μυθιστόρημα «Περιήγησις του Νεαρού Αναχάρσιδος εις την Ελλάδα» (1788) του Γάλλου αββά Jean-Jacques Barthélemy, το οποίο περιγράφει το ταξίδι ενός υπαρκτού Σκύθη φιλοσόφου του 6ου αιώνα π.Χ. στην Ελλάδα του 4ου αιώνα π.Χ., τους Ευρωπαίους θα καταλάβει η φρενίτιδα εκείνη που θα ονομαστεί προσφυώς «ελληνομανία» (Graecomania). Η «Περιήγησις» θα σημειώσει πάνω από σαράντα εκδόσεις στην Ευρώπη, μέρος της θα μεταφραστεί από τον Ρήγα Φεραίο και θα φυτέψει τον σπόρο του φιλελληνικού κινήματος.
Στο πλαίσιο της ομιλίας του, για την συμβολή των ξένων Αρχαιολογικών Σχολών στην ανάδειξη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στην σημαντική τους προσφορά στην ανακατασκευή της μνήμης της Ελλάδας και της Ευρώπης, καθώς και στην διεκδίκηση της κλασικής παρακαταθήκης ως οικουμενικού ιδεώδους και ως μήτρας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παρατήρησε, ωστόσο, ότι δεν είναι μόνο η ανάγκη της Ευρώπης να αναζητήσει τις ρίζες της στην κλασική αρχαιότητα, που αποτελεί το κίνητρο της συγκρότησής τους, αλλά και η επιστημονική φιλοδοξία να οργανωθεί η αρχαιολογία ως κλάδος με μεθοδολογία, τεκμηρίωση και διεθνή συνεργασία.
Υπενθύμισε, επίσης, ότι τον 19ο αιώνα, η αρχαιολογία ήταν συχνά συνδεδεμένη με τη συλλογή, την εξαγωγή, την ιδιοποίηση, ενώ τον 20ο και 21ο αιώνα, οι ξένες Σχολές -σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έθεσε από νωρίς πρότυπα θεωρούμενα αυτονόητα στις μέρες μας - θα συμβάλουν στη μετάβαση προς μία νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία «τα ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους, η έρευνα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια, και τα πορίσματά της να διαμοιράζονται, καθώς η τεκμηρίωση είναι πράξη ευθύνης».
Επισήμανε δε, ότι «Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας σήμερα τις 19 σε αριθμό και λειτουργώντας ως κιβωτοί γνώσης και εμπειρίας», και συμπλήρωσε ότι «συνιστούν έναν θεσμό που ξεκίνησε από τον φιλελληνισμό, ωρίμασε μέσα από την επιστήμη και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης και γνώσης».
Όπως παρατήρησε «οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές έχουν συμβάλλει καταλυτικά στην αναζωογόνηση της ταυτότητας και του πολιτισμού μας - και συνεχίζουν να το πράττουν. Κατά συνέπεια, έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για την δημιουργία του μέλλοντος. Γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χτες» και κατέληξε κάνοντας λόγο για «γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, που θα επηρεάσουν, συν τω χρόνω, την ηθική της επιστήμης».
Ειδικότερα, στην ομιλία του, στην Βρετανική Σχολή Αθηνών ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε :
«Ο πρώτος περιηγητής στον Ελλαδικό χώρο, εκείνος που θέλησε να ζωντανέψει «την ανάσα των ερειπίων» σε μια εποχή που η αρχαιότητα δεν ήταν παρά ένα σύνολο από ονόματα, λέξεις και αποφθέγματα, απόλυτα διαχωρισμένη από την υλική της μορφή, ήταν αναμφίβολα ο περιπατητής Ciriaco de Pizzicoli, o Κυριακός Αγκωνίτης. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος, μαζί με τον Φλωρεντινό μοναχό Christoforo Buondelmonti, που επισκέφθηκε, στα μέσα του 15ου αιώνα, περιοχές λησμονημένες για αιώνες. Αλλά η ουσιαστική γνωριμία της Ευρώπης με τον νεότερο ελληνισμό θα γίνει τον 18ο αιώνα, την εποχή του Διαφωτισμού.
Είναι η εποχή του grand tour, της «μεγάλης περιοδείας», της φυγής από τον βλοσυρό Βορρά. Μεγιστάνες, ευγενείς, πλούσιοι αστοί, τυχοδιώκτες, δάσκαλοι, γιατροί, καλλιτέχνες, επιστήμονες μετακινούνται προς τον Νότο αναζητώντας στην Ελλάδα και τη Ρώμη το κλειδί για την κατανόηση «αυτού που οι αρχαίοι Έλληνες τόσο όμορφα όρισαν ως ευδαιμονία», όπως θα γράψει αργότερα ο Gustave Flaubert.
Βεβαίως, οι περιηγητές που φτάνουν στη χώρα με τη φαντασία πυρακτωμένη και το πνεύμα εξημμένο από την λατρεία του κλασικού πολιτισμού για να ακολουθήσουν τα βήματα του Παυσανία, του Ηρόδοτου και του Πλίνιου, συναντούν ένα λαό καθημαγμένο, εξαθλιωμένο, που αδιαφορεί για τα μνημεία του και αγνοεί το λαμπρό παρελθόν του. «Πικραίνονται οι φιλάρχαιοι ταξιδιώτες βλέποντας τα μάρμαρα που στεριώνουν μαντρότοιχους και χωριάτικους στάβλους, τις σαρκοφάγους που χρησιμοποιούνται για ποτίστρες, τα σαπισμένα, μουχλιασμένα και κονισαλέα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών», σημειώνει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο μνημειώδες έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα».
Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που δεν παραιτούνται από τον ενθουσιασμό τους και υπό την επίδραση κοσμοϊστορικών γεγονότων όπως η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας (1776) και η Γαλλική Επανάσταση (1789) στρέφονται προς τους αρχαίους Έλληνες για να θεμελιώσουν τις αξίες της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης. Βρισκόμαστε στην ανατολή της εποχής του Διαφωτισμού και στην ανάδυση του κινήματος του νεοκλασικισμού, που κυριαρχεί στην Ευρώπη, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Τα πρώτα, δειλά βήματα για την επιστημονικότερη προσέγγιση της αρχαιότητας έχουν ξεκινήσει.
Και ενώ Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες, ζωγράφοι και χαράκτες αναπαριστούν, συχνά με τη συνδρομή της φαντασίας, τα ελληνικά μνημεία, ως υλικές αποδείξεις των υψηλών αξιών και του ευγενικού μεγαλείου του ελληνορωμαϊκού κόσμου, οι αρχαιολόγοι, με προεξάρχοντα τον Αυστριακό Johann Joachim Winckelmann, πατέρα της κλασικής αρχαιολογίας, εστιάζουν στην συστηματική τους προσέγγιση για την ανάδειξη της ανωτερότητας της αρχαίας ελληνικής τέχνης. «Η καλή αισθητική και το γούστο γεννήθηκαν κάτω από τον ελληνικό ουρανό» έγραψε στο έργο του «Σκέψεις πάνω στην απομίμηση ελληνικών έργων ζωγραφικής και γλυπτικής» (1755), ο Βίνκελμαν.
Κι όταν, μια εικοσαετία αργότερα θα κυκλοφορήσει ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία της εποχής, το μνημειώδες ιστορικό-ταξιδιωτικό μυθιστόρημα «Περιήγησις του Νεαρού Αναχάρσιδος εις την Ελλάδα» (1788) του Γάλλου αββά Jean-Jacques Barthélemy, το οποίο περιγράφει το ταξίδι ενός υπαρκτού Σκύθη φιλοσόφου του 6ου αιώνα π.Χ. στην Ελλάδα του 4ου αιώνα π.Χ., τους Ευρωπαίους θα καταλάβει η φρενίτιδα εκείνη που θα ονομαστεί προσφυώς «ελληνομανία» (Graecomania). Η «Περιήγησις» θα σημειώσει πάνω από σαράντα εκδόσεις στην Ευρώπη, μέρος της θα μεταφραστεί από τον Ρήγα Φεραίο και θα φυτέψει τον σπόρο του φιλελληνικού κινήματος.
Η μεγάλη ποιοτική αλλαγή επέρχεται, λοιπόν, στα τέλη του 18ου αιώνα. Για την φωτισμένη Ευρώπη η Ελλάδα δεν είναι μόνο η κοιτίδα ενός αφανισμένου, τρισένδοξου κόσμου, αλλά και εθνότητα, μια ζωντανή παρουσία στις παραμονές του λυτρωτικού ξεσηκωμού. Στις ονειροπολήσεις των αρχαιολατρών και στις μελαγχολικές αναγωγές στο ένδοξο παρελθόν έρχεται να προστεθεί η αισιοδοξία και η πίστη «στα πεπρωμένα της φυλής».
Η κάθοδος του λόρδου Byron στην Ελλάδα σφραγίζει αυτήν την μεταστροφή των αισθημάτων και των αντιλήψεων. Υπήρξε ο πρώτος περιηγητής της προεπαναστατικής περιόδου που ανακάλυψε τον ελληνικό λαό, που επισήμανε τα ελαττώματά του και αναγνώρισε τις αρετές του. Και μαζί με τον φίλο του P.B. Shelley, υψώνουν τον πυρσό που ανάβει την φιλελληνική πυρκαγιά, στο έδαφος μιας αρχαιοφιλίας που διευρύνεται ολοένα.
Καθώς το έθνος αφυπνίζεται, ολοένα και περισσότερο διεγείρεται το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την προστασία και διαφύλαξη της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής, το 1807, θα αναφερθεί στο ζήτημα με αφορμή την αγορά και την εξαγωγή από τη χώρα σημαντικού αριθμού χειρογράφων από τη Μονή της Πάτμου, προτείνοντας μεταξύ άλλων και τη δημιουργία ενός ελληνικού μουσείου. Tο 1827, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, θεσπίζεται η ρητή απαγόρευση της εκποίησης ή της εξαγωγής αρχαιοτήτων από την ελληνική επικράτεια χωρίς την άδεια της κυβέρνησης. Τα αρχαία αντικείμενα θεωρούνται πλέον «κτήμα εθνικόν όλων των Ελλήνων» και όχι ιδιωτική περιουσία.
Το 1829 ιδρύεται το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα υπό την διεύθυνση του Ανδρέα Μουστοξύδη, ο οποίος θα συντάξει την πρώτη εγκύκλιο για την προστασία και καταγραφή των αρχαίων. Τις προσπάθειες της θεσμικής θωράκισης του αρχαιολογικού πλούτου της χώρας θα αναστείλει η δολοφονία του Καποδίστρια, για να επαναληφθούν, εκ μέρους του βασιλιά Όθωνα το 1833, οπότε με βασιλικό διάταγμα θα συσταθεί επίσημα η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία με σκοπό την ανακάλυψη, διαφύλαξη και καταγραφή των μνημείων. Το 1834 ψηφίζεται ο πρώτος ολοκληρωμένος αρχαιολογικός νόμος της χώρας («Περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών»), με τον οποίο γεννήθηκε η Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων, με πρώτο διορισμένο γενικό έφορο τον Γερμανό φιλόλογο Λουδοβίκο Ρος (Ludwig Ross), τον οποίο διαδέχθηκε αργότερα ο Κυριάκος Πιττάκης. Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ιδρύεται από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή και τον Κυριάκο Πιττάκη το 1837 «διά να συνδράμη εις την ανεύρεσιν, ανέγερσιν και συμπλήρωσιν των εν Ελλάδι αρχαιοτήτων». Η πρώτη συνεδρία της γίνεται στις 28 Απριλίου 1837 στις κρηπίδες του Παρθενώνα. Είναι μια κίνηση συμβολική, που επιδιώκει να τονίσει, όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε τότε, ότι «εις αυτούς τους λίθους χρεωστούμεν κατά μέγα μέρος την πολιτικήν ημών αναγέννησιν».
Το έδαφος είναι πλέον ώριμο για την εγκατάσταση στην Ελλάδα των πρώτων ξένων αρχαιολογικών σχολών, καθώς ο ελλαδικός χώρος, με τα διάσπαρτα κατάλοιπά του, προσφέρεται για τη διεκδίκηση της κλασικής παρακαταθήκης ως οικουμενικού ιδεώδους και ως μήτρας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αλλά δεν είναι μόνο η ανάγκη της Ευρώπης να αναζητήσει τις ρίζες της στην κλασική αρχαιότητα που αποτελεί το κίνητρο της συγκρότησής τους, αλλά και η επιστημονική φιλοδοξία να οργανωθεί η αρχαιολογία ως κλάδος με μεθοδολογία, τεκμηρίωση και διεθνή συνεργασία. Κέντρα έρευνας και συνάμα εργαστήρια ταυτότητας για την Ευρώπη και τη Δύση, οι ξένες αρχαιολογικές σχολές συνιστούν έναν θεσμό που ξεκίνησε από τον φιλελληνισμό, ωρίμασε μέσα από την επιστήμη και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης και γνώσης. Γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, θα επηρεάσουν, συν τω χρόνω, την ηθική της επιστήμης.
Τον 19ο αιώνα, η αρχαιολογία ήταν συχνά συνδεδεμένη με τη συλλογή, την εξαγωγή, την ιδιοποίηση. Τον 20ο και 21ο αιώνα, οι ξένες σχολές -σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έθεσε από νωρίς πρότυπα θεωρούμενα αυτονόητα στις μέρες μας -, θα συμβάλουν στη μετάβαση προς μία νέα αντίληψη. Σύμφωνα μ' αυτήν, τα ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους· η έρευνα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια και τα πορίσματά της να διαμοιράζονται· η τεκμηρίωση είναι πράξη ευθύνης.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οι ξένες αρχαιολογικές σχολές πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας σήμερα τις 19 σε αριθμό και λειτουργώντας ως κιβωτοί γνώσης και εμπειρίας.
Παρ' όλη την εντυπωσιακή εξέλιξη, ωστόσο, της αρχαιολογίας, κατά τη γνώμη μου παραμένει μια επιστήμη που δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και ποιητική. Σκέφτεται κανείς συχνά τους οραματιστές αρχαιολόγους που έφτασαν στην πατρίδα μας σε αναζήτηση των αρχαίων τόπων, «αγνοώντας τον καύσωνα, το ψύχος, την πείνα ή την έκθεση στα στοιχεία της φύσης, σαν κυνηγόσκυλα που βρίσκονται στο κατόπι του θηράματός τους», όπως έγραψε ο Βρετανός ιστορικός Arnold Toynbee ('Αρνολντ Τόινμπι) για τον αρχαιολόγο και διευθυντή για μια περίοδο της Βρετανικής Σχολής Alan Wace ( 'Αλαν Γουέις) και τον φίλο και συνεργάτη του Maurice Thompson (Μόρις Τόμσον), οι οποίοι μελέτησαν από κοινού την Προϊστορική Θεσσαλία, εισφέροντας, το 1912 μια εξαιρετικά σημαντική μονογραφία, και λίγο αργότερα τη μελέτη τους «Νομάδες των Βαλκανίων» όπου η αρχαιολογία συνδιαλέγεται γόνιμα με τη λαογραφία και την ανθρωπολογία.
Σκέφτεται κανείς τη συναρπαγή του Γουέις, όταν, (το 1952, λίγους μήνες μετά την ανακοίνωση από τον Μάικλ Βέντρις ότι είχε αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β αποδεικνύοντας ότι ήταν μια πρώιμη, αρχαϊκή μορφή της ελληνικής γλώσσας), ενώ ανασκάπτει τις Μυκήνες, φέρνει στο φως νέες πινακίδες Γραμμικής Β' που επιβεβαιώνουν την εδραία (αλλά και επί δεκαετίες αμφισβητούμενη) πεποίθησή του ότι, αντίθετα με όσα υποστήριζε ο ανασκαφέας της Κνωσσού sir Arthur Evans, ο μυκηναϊκός πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ανεξάρτητος και κυρίαρχος και όχι απλή «αποικία» των Μινωιτών της Κρήτης.
Σκέφτεται κανείς, επίσης, το πείσμα με το οποίο ο Αμερικανός καθηγητής F.M.Cross υποστήριξε ότι στο ορειχάλκινο κύπελλο του 11ου αιώνα που βρέθηκε στην ανασκαφή της Βρετανικής αρχαιολογικής σχολής στον Τεκκέ (σήμερα Αλάτσατα) της Κρήτης, κοντά στην Κνωσσό, το 1977, τα χαραγμένα 12 γράμματα δεν είναι φοινικικά αλλά ελληνικά, πιστοποιώντας έτσι την ύπαρξη ελληνικού αλφαβήτου τρεις σχεδόν αιώνες πριν από την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου (800-750 π.Χ.) κατά την οποία, κατά την κρατούσα αντίληψη, είχε εμφανιστεί, βασιζόμενο μεν στο φοινικικό σύστημα γραφής, αλλά μεταμορφώνοντάς το.
Φαντάζεται κανείς τον ενθουσιασμό μιας εποχής κατά την οποία η αρχαιολογική σκαπάνη και η γλωσσολογική ανάλυση συνεργάζονταν αρμονικά για να ξαναγράψουν την ιστορία του Αιγαίου. Και ίσως να ζηλεύει λίγο όταν αναλογίζεται με πόση αισθητική συγκίνηση και πνευματική ανάταση αντίκριζαν, σε κάθε ανασκαφή, τα «υπέροχα λείψανα της αρχαιότητας» που έρχονταν στο φως στην άρτι απελευθερωμένη Ελλάδα, όχι μόνο οι αρχαιολόγοι αλλά και οι απλοί Έλληνες εργάτες που μοχθούσαν στο πλευρό τους, καθώς «έφτανε ένα και μοναχό λιθαράκι για να φέρει μπροστά τους ατόφιο και ζωντανό το καλλιτέχνημα· και κείνο πάλι έφτανε για να τους δείχνει κινούμενη την προγονική ψυχή», όπως τόσο όμορφα έγραψε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στη νουβέλα του «Ο Αρχαιολόγος». Γιατί, ακόμα και σήμερα, είναι σαν να περνά «σφρίγος απ' την ζωήν» των αρχαίων θεών, πάνω από τους τόπους των ανασκαφών, αφού, καταπώς λέει ο Καβάφης «γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματά των/ Γιατί τους διώξαμεν απ' τους ναούς των/ διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί».
Μιλώντας για σπασμένα αγάλματα, η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία. Μπορείτε να φανταστείτε το μεγαλείο της πραγματικής επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα που θα ακολουθούσε το μεγαλείο μιας τέτοιας χειρονομίας? Αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του Ευρωπαϊκού πνεύματος και της Δυτικής σκέψης δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ' αόριστόν χωρίς τα Γλυπτά του.
Οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές έχουν συμβάλλει σημαντικά στην ανακατασκευή της μνήμης της Ελλάδας και της Ευρώπης. Έχουν συμβάλλει καταλυτικά στην αναζωογόνηση της ταυτότητας και του πολιτισμού μας - και συνεχίζουν να το πράττουν. Κατά συνέπεια, έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για την δημιουργία του μέλλοντος. Γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χτες».
Η κάθοδος του λόρδου Byron στην Ελλάδα σφραγίζει αυτήν την μεταστροφή των αισθημάτων και των αντιλήψεων. Υπήρξε ο πρώτος περιηγητής της προεπαναστατικής περιόδου που ανακάλυψε τον ελληνικό λαό, που επισήμανε τα ελαττώματά του και αναγνώρισε τις αρετές του. Και μαζί με τον φίλο του P.B. Shelley, υψώνουν τον πυρσό που ανάβει την φιλελληνική πυρκαγιά, στο έδαφος μιας αρχαιοφιλίας που διευρύνεται ολοένα.
Καθώς το έθνος αφυπνίζεται, ολοένα και περισσότερο διεγείρεται το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την προστασία και διαφύλαξη της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής, το 1807, θα αναφερθεί στο ζήτημα με αφορμή την αγορά και την εξαγωγή από τη χώρα σημαντικού αριθμού χειρογράφων από τη Μονή της Πάτμου, προτείνοντας μεταξύ άλλων και τη δημιουργία ενός ελληνικού μουσείου. Tο 1827, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, θεσπίζεται η ρητή απαγόρευση της εκποίησης ή της εξαγωγής αρχαιοτήτων από την ελληνική επικράτεια χωρίς την άδεια της κυβέρνησης. Τα αρχαία αντικείμενα θεωρούνται πλέον «κτήμα εθνικόν όλων των Ελλήνων» και όχι ιδιωτική περιουσία.
Το 1829 ιδρύεται το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα υπό την διεύθυνση του Ανδρέα Μουστοξύδη, ο οποίος θα συντάξει την πρώτη εγκύκλιο για την προστασία και καταγραφή των αρχαίων. Τις προσπάθειες της θεσμικής θωράκισης του αρχαιολογικού πλούτου της χώρας θα αναστείλει η δολοφονία του Καποδίστρια, για να επαναληφθούν, εκ μέρους του βασιλιά Όθωνα το 1833, οπότε με βασιλικό διάταγμα θα συσταθεί επίσημα η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία με σκοπό την ανακάλυψη, διαφύλαξη και καταγραφή των μνημείων. Το 1834 ψηφίζεται ο πρώτος ολοκληρωμένος αρχαιολογικός νόμος της χώρας («Περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών»), με τον οποίο γεννήθηκε η Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων, με πρώτο διορισμένο γενικό έφορο τον Γερμανό φιλόλογο Λουδοβίκο Ρος (Ludwig Ross), τον οποίο διαδέχθηκε αργότερα ο Κυριάκος Πιττάκης. Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ιδρύεται από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή και τον Κυριάκο Πιττάκη το 1837 «διά να συνδράμη εις την ανεύρεσιν, ανέγερσιν και συμπλήρωσιν των εν Ελλάδι αρχαιοτήτων». Η πρώτη συνεδρία της γίνεται στις 28 Απριλίου 1837 στις κρηπίδες του Παρθενώνα. Είναι μια κίνηση συμβολική, που επιδιώκει να τονίσει, όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε τότε, ότι «εις αυτούς τους λίθους χρεωστούμεν κατά μέγα μέρος την πολιτικήν ημών αναγέννησιν».
Το έδαφος είναι πλέον ώριμο για την εγκατάσταση στην Ελλάδα των πρώτων ξένων αρχαιολογικών σχολών, καθώς ο ελλαδικός χώρος, με τα διάσπαρτα κατάλοιπά του, προσφέρεται για τη διεκδίκηση της κλασικής παρακαταθήκης ως οικουμενικού ιδεώδους και ως μήτρας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αλλά δεν είναι μόνο η ανάγκη της Ευρώπης να αναζητήσει τις ρίζες της στην κλασική αρχαιότητα που αποτελεί το κίνητρο της συγκρότησής τους, αλλά και η επιστημονική φιλοδοξία να οργανωθεί η αρχαιολογία ως κλάδος με μεθοδολογία, τεκμηρίωση και διεθνή συνεργασία. Κέντρα έρευνας και συνάμα εργαστήρια ταυτότητας για την Ευρώπη και τη Δύση, οι ξένες αρχαιολογικές σχολές συνιστούν έναν θεσμό που ξεκίνησε από τον φιλελληνισμό, ωρίμασε μέσα από την επιστήμη και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης και γνώσης. Γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, θα επηρεάσουν, συν τω χρόνω, την ηθική της επιστήμης.
Τον 19ο αιώνα, η αρχαιολογία ήταν συχνά συνδεδεμένη με τη συλλογή, την εξαγωγή, την ιδιοποίηση. Τον 20ο και 21ο αιώνα, οι ξένες σχολές -σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έθεσε από νωρίς πρότυπα θεωρούμενα αυτονόητα στις μέρες μας -, θα συμβάλουν στη μετάβαση προς μία νέα αντίληψη. Σύμφωνα μ' αυτήν, τα ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους· η έρευνα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια και τα πορίσματά της να διαμοιράζονται· η τεκμηρίωση είναι πράξη ευθύνης.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οι ξένες αρχαιολογικές σχολές πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας σήμερα τις 19 σε αριθμό και λειτουργώντας ως κιβωτοί γνώσης και εμπειρίας.
Παρ' όλη την εντυπωσιακή εξέλιξη, ωστόσο, της αρχαιολογίας, κατά τη γνώμη μου παραμένει μια επιστήμη που δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και ποιητική. Σκέφτεται κανείς συχνά τους οραματιστές αρχαιολόγους που έφτασαν στην πατρίδα μας σε αναζήτηση των αρχαίων τόπων, «αγνοώντας τον καύσωνα, το ψύχος, την πείνα ή την έκθεση στα στοιχεία της φύσης, σαν κυνηγόσκυλα που βρίσκονται στο κατόπι του θηράματός τους», όπως έγραψε ο Βρετανός ιστορικός Arnold Toynbee ('Αρνολντ Τόινμπι) για τον αρχαιολόγο και διευθυντή για μια περίοδο της Βρετανικής Σχολής Alan Wace ( 'Αλαν Γουέις) και τον φίλο και συνεργάτη του Maurice Thompson (Μόρις Τόμσον), οι οποίοι μελέτησαν από κοινού την Προϊστορική Θεσσαλία, εισφέροντας, το 1912 μια εξαιρετικά σημαντική μονογραφία, και λίγο αργότερα τη μελέτη τους «Νομάδες των Βαλκανίων» όπου η αρχαιολογία συνδιαλέγεται γόνιμα με τη λαογραφία και την ανθρωπολογία.
Σκέφτεται κανείς τη συναρπαγή του Γουέις, όταν, (το 1952, λίγους μήνες μετά την ανακοίνωση από τον Μάικλ Βέντρις ότι είχε αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β αποδεικνύοντας ότι ήταν μια πρώιμη, αρχαϊκή μορφή της ελληνικής γλώσσας), ενώ ανασκάπτει τις Μυκήνες, φέρνει στο φως νέες πινακίδες Γραμμικής Β' που επιβεβαιώνουν την εδραία (αλλά και επί δεκαετίες αμφισβητούμενη) πεποίθησή του ότι, αντίθετα με όσα υποστήριζε ο ανασκαφέας της Κνωσσού sir Arthur Evans, ο μυκηναϊκός πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν ανεξάρτητος και κυρίαρχος και όχι απλή «αποικία» των Μινωιτών της Κρήτης.
Σκέφτεται κανείς, επίσης, το πείσμα με το οποίο ο Αμερικανός καθηγητής F.M.Cross υποστήριξε ότι στο ορειχάλκινο κύπελλο του 11ου αιώνα που βρέθηκε στην ανασκαφή της Βρετανικής αρχαιολογικής σχολής στον Τεκκέ (σήμερα Αλάτσατα) της Κρήτης, κοντά στην Κνωσσό, το 1977, τα χαραγμένα 12 γράμματα δεν είναι φοινικικά αλλά ελληνικά, πιστοποιώντας έτσι την ύπαρξη ελληνικού αλφαβήτου τρεις σχεδόν αιώνες πριν από την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου (800-750 π.Χ.) κατά την οποία, κατά την κρατούσα αντίληψη, είχε εμφανιστεί, βασιζόμενο μεν στο φοινικικό σύστημα γραφής, αλλά μεταμορφώνοντάς το.
Φαντάζεται κανείς τον ενθουσιασμό μιας εποχής κατά την οποία η αρχαιολογική σκαπάνη και η γλωσσολογική ανάλυση συνεργάζονταν αρμονικά για να ξαναγράψουν την ιστορία του Αιγαίου. Και ίσως να ζηλεύει λίγο όταν αναλογίζεται με πόση αισθητική συγκίνηση και πνευματική ανάταση αντίκριζαν, σε κάθε ανασκαφή, τα «υπέροχα λείψανα της αρχαιότητας» που έρχονταν στο φως στην άρτι απελευθερωμένη Ελλάδα, όχι μόνο οι αρχαιολόγοι αλλά και οι απλοί Έλληνες εργάτες που μοχθούσαν στο πλευρό τους, καθώς «έφτανε ένα και μοναχό λιθαράκι για να φέρει μπροστά τους ατόφιο και ζωντανό το καλλιτέχνημα· και κείνο πάλι έφτανε για να τους δείχνει κινούμενη την προγονική ψυχή», όπως τόσο όμορφα έγραψε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας στη νουβέλα του «Ο Αρχαιολόγος». Γιατί, ακόμα και σήμερα, είναι σαν να περνά «σφρίγος απ' την ζωήν» των αρχαίων θεών, πάνω από τους τόπους των ανασκαφών, αφού, καταπώς λέει ο Καβάφης «γιατί τα σπάσαμε τ' αγάλματά των/ Γιατί τους διώξαμεν απ' τους ναούς των/ διόλου δεν πέθαναν γι' αυτό οι θεοί».
Μιλώντας για σπασμένα αγάλματα, η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία. Μπορείτε να φανταστείτε το μεγαλείο της πραγματικής επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα που θα ακολουθούσε το μεγαλείο μιας τέτοιας χειρονομίας? Αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του Ευρωπαϊκού πνεύματος και της Δυτικής σκέψης δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ' αόριστόν χωρίς τα Γλυπτά του.
Οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές έχουν συμβάλλει σημαντικά στην ανακατασκευή της μνήμης της Ελλάδας και της Ευρώπης. Έχουν συμβάλλει καταλυτικά στην αναζωογόνηση της ταυτότητας και του πολιτισμού μας - και συνεχίζουν να το πράττουν. Κατά συνέπεια, έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για την δημιουργία του μέλλοντος. Γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χτες».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα