Γιώργος Μπένος: To «Maestro» και η νέα ταινία με αγωνία που χτυπάει κόκκινο
Εγινε γνωστός και αγαπήθηκε μέσα από τη σειρά του Χριστόφορου Παπακαλιάτη - Φέτος περνάει και στη μεγάλη οθόνη με έναν ρόλο ανατρεπτικό
Συνέντευξη: Γιώργος Παπαϊωάννου
Φωτογράφος: Πάνος Γιαννακόπουλος
Επιμέλεια Styling Λίζη Παπάζογλου
Το χρώμα των ματιών του είναι φτιαγμένο από διάφανο κρύσταλλο Βοημίας που αναμείχθηκε με κοβάλτιο και στο τέλος βαφτίστηκε στις θάλασσες των Παξών· ανοίγει λίγο από τον αφρό των κυμάτων του άτακτου Ιονίου και φυσικά αναρωτιέσαι αν ο Παπακαλιάτης το είχε αυτό κατά νου όταν τον επέλεγε για τον ρόλο του Σπύρου στο «Maestro». Εννοείται επίσης πως, με το που καθόμαστε στο «Odeon», λίγο πιο κάτω από το σπίτι του Κούνδουρου, γύρισαν διάφορα κεφαλάκια και τον ανέκριναν με το βλέμμα τους. Το μειδίαμά τους αποδεικνύει το πόσο συμπαθής είναι στο μεγάλο ετερόκλητο κοινό που τον έχει κάνει δικό του, με το που τον είδε για πρώτη φορά στο θέατρο ή στην τηλεόραση.
Ξεκινάμε με μία ή μάλλον τρεις συνωμοσίες των αριθμών. Του λέω ότι πριν από 27 χρόνια ακριβώς εκείνη την ημέρα που βρεθήκαμε να μιλήσουμε κυρίως για τη νέα του δουλειά, τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην ταινία «Τελευταία κλήση», είχε εκτυλιχθεί το περιβόητο θρίλερ ομηρίας με τον Σορίν Ματέι και η υπόθεση της ταινίας είναι εμπνευσμένη από αυτό το τραγικό συμβάν. Νούμερο δύο, έχει την ίδια ημέρα γενέθλια με τη μητέρα μου και τον αδελφό μου και νούμερο τρία, μόλις είχα επιστρέψει από μιας εβδομάδας απόδραση δίπλα από τον τόπο όπου μεγάλωσε στην Εύβοια.
Ολες αυτές τις διαβολικές συμπτώσεις ισορροπούν η αγγελική του όψη και η χαρούμενη διάθεσή του: μου λέει ότι σε δύο 24ωρα πετάει για Θεσσαλονίκη κι από εκεί για Παξούς, για τα γυρίσματα της νέας σεζόν του «Maestro». Εννοείται ότι δεν κάνει σπόιλερ. Δεν θα του ξέφευγε καμία κουβέντα που θα εξέθετε την οικογένειά του.
Total look, adidas Originals
GALA: Είναι κοινότοπο να πούμε ότι πλέον είστε οικογένεια στο «Maestro»;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΝΟΣ: Μα, αυτή είναι η αλήθεια! Παρά το γεγονός ότι δεν είναι η πρώτη μου τηλεοπτική δουλειά, νομίζω ότι το έχω αγαπήσει πιο πολύ, ακριβώς επειδή δημιουργήσαμε οικογένεια. Ο Χριστόφορος είναι ένα πλάσμα που, πέρα από τα καλλιτεχνικά του ταλέντα, φροντίζει να έχει μαζί του την καλύτερη ομάδα, όχι μόνο σε επαγγελματικό, αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο. Θυμάμαι ότι, από τις ακροάσεις ακόμα, ένιωσα άνετα. Με έκανε να αισθανθώ τόσο όμορφα, οπότε το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως, εάν πάρω τη δουλειά, σίγουρα θα περάσω καλά. Κι έτσι ακριβώς έγινε - και συνεχίζει να γίνεται.
G.: Είναι εύκολο να ξεχωρίσετε κάποιον από το καστ στον οποίο έχετε περισσότερη αδυναμία;
Γ. ΜΠ.: Αυτό δεν είναι απλώς δύσκολο, είναι αδύνατον, νομίζω.
G.: Οπότε, επιτρέψτε μου να σας δώσω εγώ ένα όνομα στο οποίο έχω αδυναμία για πολλούς λόγους: Χάρις Αλεξίου.
Γ. ΜΠ.: Λογικό! Είναι υπέροχο πλάσμα η Χάρις. Εχει και τρομερό χιούμορ, κάναμε πολύ ωραία παρέα κι ας δυσκολεύτηκα στην αρχή να βγάλω από το μυαλό μου τη γυναίκα από τη φωνή της οποίας έχω ακούσει αυτά τα υπέροχα τραγούδια, που έχω συγκινηθεί μαζί της, που έχω κλάψει μαζί της. Ομως, η ίδια είναι τόσο απλή και τόσο θετικός άνθρωπος που παρασύρθηκα στην παρέα της. Για όλους μας είναι η Χαρούλα.
G.: Ακούγεστε πλήρης, είναι έτσι;
Γ. ΜΠ.: Αισθάνομαι πλήρης, δεν ακούγομαι μόνο. Τόσο πολύ που, δεν σας κρύβω, κάποιες φορές είχα πιάσει τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν θα ξανακάνει τηλεόραση.
G.: Και να που κάνατε κινηματογράφο.
Γ. ΜΠ.: Οντως. Τα γυρίσματα έχουν τελειώσει, απλώς η ταινία θα βγει στις αίθουσες τον Μάρτιο. Οπως και το «Maestro», που ξεκινήσαμε τα γυρίσματα πριν από μερικές εβδομάδες, αλλά τα επεισόδια θα βγουν στον αέρα περίπου του χρόνου τέτοιον καιρό.
G.: Για να επανέλθουμε στον κινηματογράφο: υποδύεστε τον Αντώνη στην ταινία «Τελευταία κλήση», που αναπόφευκτα σε πολλούς θα θυμίσει την πολύκροτη υπόθεση της ομηρίας του Σορίν Ματέι στα Κάτω Πατήσια.
Γ. ΜΠ.: Η ταινία ίσως είναι εμπνευσμένη από εκείνη την υπόθεση, αλλά όταν θα τη δείτε, θα καταλάβετε ότι, εκτός από πολλές άλλες, έχει και μία βασική διαφορά. Βέβαια, κατανοώ ότι κάποιοι μπορεί να συνδέσουν την υπόθεση με εκείνο το τραγικό γεγονός, καθώς ο περισσότερος κόσμος πάντοτε έχει την ανάγκη να ταυτίζεται με κάτι. Ακόμα και ο ρόλος μου είναι διαφορετικός από τα γεγονότα. Υποδύομαι τον Αντώνη, έναν νεαρό και άπειρο ρεπόρτερ που καλείται, για πρώτη φορά, να μπει στο στούντιο και να παρουσιάσει μια εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη σε ζωντανή σύνδεση.
G.: Σωστά. Ενώ στο πραγματικό περιστατικό ο Νίκος Ευαγγελάτος ήταν ήδη έμπειρος newscaster. Τι σας δυσκόλεψε στον ρόλο;
Γ. ΜΠ.: Καταρχάς, να πω ότι ήταν εξαιρετικά δελεαστικός ο ρόλος. Οταν διάβασα το σενάριο, η πρώτη μου σκέψη ήταν πόσο διαφορετικό υποκριτικά είναι να πρωταγωνιστεί ουσιαστικά μια χειροβομβίδα που απειλεί όλους τους ήρωες κατά κάποιον τρόπο - άλλους έμμεσα, άλλους άμεσα, άλλους πιο πολύ κι άλλους πιο λίγο: από τους ενοίκους του διαμερίσματος και τον εισβολέα κακοποιό μέχρι τους αστυνομικούς, τον ρεπόρτερ και τον σταθμό όπου εργάζεται. Κατόπιν, είχα αγωνία για το πώς θα ερμηνεύσω τον ρόλο του άπειρου ρεπόρτερ και αναρωτιόμουν γιατί ο εισβολέας επέλεξε αυτόν ως μεσολαβητή για τις διαπραγματεύσεις. Αρχισα να βλέπω δελτία ειδήσεων που κατά τη διάρκειά τους έχουν συμβεί απρόοπτα. Τότε, ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Σέριφ Φράνσις, μου είπε να μην το κάνω αυτό γιατί η περίπτωση δεν μοιάζει καθόλου, ούτε θα προσεγγίσουμε έτσι τον ρόλο.
G.: Κατανοώ πως στο πλαίσιο του επαγγέλματος κάνετε ό,τι σας ζητήσουν, αλλά γιατί δεχτήκατε τον συγκεκριμένο ρόλο; Σας άρεσε αυτή η πρόκληση; Φαίνεστε πολύ κουλ και ήσυχος τύπος.
Γ. ΜΠ.: Καταρχάς, δεν θεωρώ ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα ή να κάνουμε ό,τι μας ζητούν. Το θέμα είναι να έχουμε ωραίες συνεργασίες, να υπάρχουν κείμενα τα οποία να μας συγκινούν και να έχουν κάτι να πουν στον κόσμο. Και η συγκεκριμένη δουλειά τα είχε όλα αυτά. Οσον αφορά το ότι φαίνομαι ήσυχος ως άνθρωπος, είναι αλήθεια. Πιάνω τον εαυτό μου να περνάει αρκετές ώρες πιο μόνος, με λίγους φίλους. Δεν είμαι άνθρωπος που θα αφήσω το σπίτι εύκολα. Θα βγω να διασκεδάσω βέβαια, αλλά δεν είναι αυτό η καθημερινότητά μου. Επίσης, δεν θα επιλέξω να βρίσκομαι εκεί όπου υπάρχει ο πολύς κόσμος. Θα πάω σε πιο ήρεμα μέρη.
G.: Η ζωή σας πριν από την υποκριτική, στην Εύβοια, πώς ήταν;
Γ. ΜΠ.: Μεγάλωσα στο Βασιλικό κι όταν τελείωσα το σχολείο σπούδασα ζαχαροπλαστική, την οποία εννοείται πως εξάσκησα. Δούλεψα σε διάφορα ξενοδοχεία πάνω στο αντικείμενο των σπουδών μου και η απόφασή μου να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό πάρθηκε πολύ ξαφνικά και αυθόρμητα. Ετσι λειτουργώ σε γενικότερο πλαίσιο. Ξαφνικά, τον Οκτώβριο του ’14, μέσα σε πολύ λίγες ημέρες, έπρεπε να αφήσω τη δουλειά μου, τους φίλους μου, τον τόπο μου και να έρθω στην Αθήνα.
G.: Σας τρόμαξε η αλλαγή;
Γ. ΜΠ.: Σε πρακτικά θέματα. Το πρώτο διάστημα απλώς έπαιρνα το μετρό από το Μέγαρο Μουσικής όπου έμενα τότε, άλλαζα γραμμή, έφτανα στην Ομόνοια και πήγαινα στη σχολή. Ολα μου φαίνονταν χαώδη.
G.: Τώρα ασχολείστε με τη ζαχαροπλαστική καθόλου ή την έχετε αφήσει;
Γ. ΜΠ.: Για φίλους, σε γιορτές ή σε μαζώξεις στο σπίτι θα μπω στην κουζίνα, εννοείται!
G.: Σε ποιο γλυκό έχετε αδυναμία;
Γ. ΜΠ.: Στην κορυφή όλων βρίσκεται το τιραμισού, από τα σιροπιαστά μού αρέσει ο μπακλαβάς, αλλά ως γλυκατζής θα ευτυχήσω ακόμα και τρώγοντας ένα κομμάτι κέικ.
G.: Εχετε κρατήσει τους παλιούς φίλους, σας έχουν κρατήσει οι παλιοί φίλοι ή έχουν αλλάξει τώρα που γίνατε γνωστός;
Γ. ΜΠ.: Οχι, όχι, σε καμία περίπτωση δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Οσους ανθρώπους έχω στη ζωή μου, είναι φίλοι χρόνων. Βέβαια, εννοείται πως θα κάνω καινούριες γνωριμίες. Μπορώ πολύ εύκολα να μπω σε μια παρέα.
G.: Στις προσωπικές σας σχέσεις έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν σας βλέπουν ως Γιώργο ή ως Γιώργο Μπένο;
Γ. ΜΠ.: Δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό. Πλέον, στα 32 μου, μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί ο κόσμος εκεί έξω, οπότε δεν έχτισα ποτέ τις σχέσεις μου -είτε φιλικές, είτε ερωτικές- με αυτό τον τρόπο. Θέλω να πιστεύω ότι οι άνθρωποι που είναι δίπλα μου είναι γι’ αυτό που είμαι, γι’ αυτό που φέρω.
G.: Κάνετε όνειρα;
Γ. ΜΠ.: Ναι. Ονειρεύομαι να κρατήσω τους φίλους μου, την οικογένειά μου, ονειρεύομαι τα επόμενα χρόνια να έχω κάνει κάποια ταξίδια που θέλω στο εξωτερικό. Μου αρέσουν τα ταξίδια - πρόπερσι, για παράδειγμα, έκανα τον Αρκτικό Κύκλο. Με φαντάζομαι, επίσης, σε δέκα χρόνια να έχω παίξει πολύ ωραία κείμενα στο θέατρο και να έχω κάνει σινεμά