Στέλιος Ράμφος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Συνοδοιπόροι σε δρόμους παράλληλους

Στέλιος Ράμφος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Συνοδοιπόροι σε δρόμους παράλληλους

Η ζωή και το έργο των δύο σπουδαίων διανοητών που είχαν παρόμοια ίχνη εκκίνησης - Ο ένας πλατωνιστής, ο άλλος μαρξιστής, σπούδασαν στη Νομική Αθήνας, πρωτοστάτησαν στα κινήματα της ελληνικής Αριστεράς και του Παρισιού τον Μάη του '68, άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική πνευματική ζωή και «έφυγαν» σχεδόν μαζί

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Στέλιος Ράμφος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Συνοδοιπόροι σε δρόμους παράλληλους
Ο ένας έσκαβε στο κοινωνικό σώμα. Ο άλλος στην ανθρώπινη ψυχή. Παρά τις αποκλίνουσες ερμηνείες τους για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, συνέβαλαν με διεισδυτικότητα, ήθος και ευθύνη στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και τον εθνικό αναστοχασμό. Ο Ράμφος από τη φιλοσοφική και ανθρωπολογική πλευρά, ο Τσουκαλάς από την Κοινωνιολογία, την ιστορική και πολιτική σκέψη.

Σε διάστημα μόλις λίγων ημερών του φετινού πύρινου και ανεμοδαρμένου Αυγούστου έφυγαν από τη ζωή δύο εντελώς διαφορετικές αλλά εμβληματικές μορφές της ελληνικής πνευματικής ζωής. Δύο χαρακτηριστικά επιδραστικές φωνές του ευρύτερου χώρου της διανόησης. Δύο διαυγείς προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στον δημόσιο διάλογο.

Περίπου συνομήλικοι, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και ο Στέλιος Ράμφος ανήκαν στη μεταπολεμική γενιά της πνευματικής ανησυχίας, των κοινωνικών ευαισθησιών και της πολιτικής αφύπνισης. Αμφότεροι υπήρξαν στοχαστικοί σκαπανείς της γνώσης, της σκέψης, των ιδεών, της έρευνας, της διδασκαλίας, της συγγραφής. Ο ένας έσκαβε στο κοινωνικό σώμα. Ο άλλος στην ανθρώπινη ψυχή. Παρά τις σχεδόν αντίθετες αναγνώσεις και τις αποκλίνουσες ερμηνείες τους για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, συνέβαλαν με διεισδυτικότητα, ήθος και ευθύνη στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και τον εθνικό αναστοχασμό. Ο Ράμφος από τη φιλοσοφική και ανθρωπολογική πλευρά, ο Τσουκαλάς από την Κοινωνιολογία, την ιστορική και πολιτική σκέψη.

Με την απώλειά τους κλείνει σιγά-σιγά ένας κύκλος και απομακρύνεται ένας ολόκληρος τρόπος αντισυμβατικής σκέψης, κριτικής ματιάς, σύνθετων και ρηξικέλευθων ιδεών. Σε μια εποχή όπου όλοι έχουν μια γνώμη πριν ακόμη προλάβουν να έχουν μια σκέψη, η σιωπή δύο ανθρώπων που επί δεκαετίες βρίσκονταν σε ηχηρή πνευματική εγρήγορση ακούγεται πλέον παράξενα εκκωφαντική. Με τον αποχαιρετισμό τους από τα εγκόσμια αφήνουν με την απουσία τους ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον διανοητικό, πνευματικό και ηθικό δημόσιο βίο της χώρας.

Ο σπάνιος διάλογός τους

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης του 2021. Εποχή της πανδημίας του COVID-19. Στο πλαίσιο της 85ης ΔΕΘ, που λειτουργεί αναγκαστικά, διοργανώνεται μια συζήτηση με θέμα την Ελλάδα της επόμενης μέρας. Στο πάνελ του Συνεδριακού Κέντρου «Ιωάννης Βελλίδης» συμμετέχουν σε ένα σπάνιο, αν όχι πρωτοφανές σε μαζικό χώρο, συναπάντημα ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και ο Στέλιος Ράμφος. Και οι δύο καθισμένοι παραδίπλα του συντονιστή της κουβέντας, επιχειρούν να προσδιορίσουν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία της Ελλάδας του μέλλοντός μας. Στον διάλογο που αναπτύσσεται διακρίνεται καθαρά πόσο διαφορετικά διαβάζει ο καθένας την ίδια Ελλάδα, ενώ η ανάγκη ξεκαθαρίσματος του «ποιοι είμαστε» αιωρείται στην αίθουσα.

Ο Τσουκαλάς στην εισαγωγική του τοποθέτηση υπογραμμίζει την αυτονομία του πολιτικού, τις δομές εξουσίας και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από το διεθνές σύστημα. Επικεντρώνεται στο κράτος ως παραγωγό κοινωνικών σχέσεων και στην εκπαίδευση ως μηχανισμό κοινωνικής αναπαραγωγής. Στην αντίστοιχη δική του εισαγωγική παρατήρηση ο Ράμφος επισημαίνει την προτεραιότητα στη διάσταση και την κινητοποίηση του ψυχολογικού στοιχείου και του συναισθήματος. Εστιάζει στην αναζήτηση μιας εναλλακτικής τόσο στον Δυτικό ατομοκεντρισμό όσο και στον κρατικό δογματισμό. Υπερασπίζεται το ενιαίο της ανθρώπινης εμπειρίας και της συλλογικότητας στις κοινωνίες.

Στο γοητευμένο, από τη διατύπωση των θέσεών τους, ακροατήριο γίνεται ολοφάνερο ότι ο καθένας ξεκινά από διαφορετική αφετηρία για την ερμηνεία του νοήματος και των ιδιομορφιών της ατομικής και της συλλογικής ελληνικής ταυτότητας. Σμιλεύουν αλλιώτικες προσεγγίσεις και χτίζουν διαφορετική ανάλυση στο κοινό ερώτημα: γιατί η ελληνική νεωτερικότητα ως θεσμός και ως τρόπος ζωής έμεινε ανολοκλήρωτη.

Ο Τσουκαλάς, ως μαρξιστής (μαθητής του παλιού ελασίτη και σπουδαίου ιστορικού Νίκου Σβορώνου, συνομιλητής του Λουί Αλτουσέρ, καθώς και των διανοουμένων Πιερ Μπουρντιέ και Μισέλ Φουκό), μελετά την Ελλάδα με όρους του ιστορικού υλισμού. Ο Ράμφος ως στοχαστής της εσωτερικότητας (εξονυχιστικός ερευνητής των κειμένων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Νίτσε και του Φρόιντ, καθώς και της κληρονομιάς των θεολογικών πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας) την ανατέμνει ως συνείδηση.

Κλείσιμο
Ο πρώτος ανιχνεύει τις αιτίες των εθνικών δυσλειτουργιών στην ιστορική κατασκευή της ελληνικής κοινωνίας. Ο δεύτερος διερευνά την ανθρωπολογική και πολιτισμική διαμόρφωση του Έλληνα. Διακριτές ανηφορικές πνευματικές διαδρομές, ξεχωριστοί διανοητικοί ορίζοντες, διαφορετικές θεωρητικές επεξεργασίες και ασύμπτωτες ιδεολογικές απαντήσεις από δύο ανθρώπους που είχαν παρόμοια ίχνη εκκίνησης και συναφή εφηβικά σκιρτήματα.

Και οι δύο σπούδασαν στη Νομική Αθήνας, εμφορούνταν από δημοκρατικά ιδανικά, ενώ τα οικογενειακά σπίτια τους απείχαν λιγότερο από ένα τσιγάρο δρόμο. Του Ράμφου στην οδό Σπύρου Μερκούρη στο Παγκράτι, του Τσουκαλά στην οδό Σπευσίππου στο Κολωνάκι. Αμφότεροι επίσης συνέπεσαν στα νιάτα τους σε ένα από τα πιο εκρηκτικά πνευματικά και πολιτικά εργαστήρια της μεταπολεμικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια του εξεγερσιακού Μάη του ’68. Οταν στους πλακόστρωτους παρισινούς δρόμους συγκρούστηκαν σφοδρά με το γαλλικό κράτος, αλλά και ανάμεσά τους ο μαρξισμός, ο υπαρξισμός, η ψυχανάλυση, ο δομισμός και οι νέες ριζοσπαστικές πολιτικές θεωρίες. Ως αυτόπτες μάρτυρες σε αυτό το τοπίο ρήξεων, αντιπαραθέσεων και οδομαχιών, οι δύο αυτοί Ελληνες στοχαστές επέλεξαν να βαδίσουν σε διαφορετικό γνωσιακό μονοπάτι.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1937, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν εγγονός του Κωνσταντίνου Τσουκαλά από το Μεσολόγγι, κορυφαίου καθηγητή του Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, και γιος του δικηγόρου και πολιτικού Άγγελου Τσουκαλά με γραφείο στο Κολωνάκι. Ο πατέρας του εξελέγη δύο φορές βουλευτής Αθηνών με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου και του Γεωργίου Παπανδρέου, καθώς και δήμαρχος Αθηναίων με την υποστήριξη της Αριστεράς. Αργότερα, ωστόσο, συνεργάστηκε με το χουντικό καθεστώς του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, υπηρετώντας ως υπουργός Δικαιοσύνης την τριετία 1970-73. Παράδοξο για έναν δημοκρατικό πολίτη που δίχως να έχει ανάγκη μουτζούρωσε την υστεροφημία του. Πόσο μάλλον που στο παρελθόν διετέλεσε τολμηρός συνήγορος του κατηγορούμενου για κατασκοπεία Νίκου Μπελογιάννη. Του αντιστασιακού και ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ που καταδικάστηκε σε θάνατο από μετεμφυλιακό στρατοδικείο και εκτελέστηκε μαζί με τους συντρόφους του. Στιγμιότυπα της ακροαματικής διαδικασίας στην πολύκροτη δίκη του παρακολούθησε τότε ο 14χρονος Κωνσταντίνος εξαιτίας της εκεί παρουσίας του πάτερα του. Συγκλονίστηκε όταν εκείνος είπε στον έφηβο μοναχογιό του ότι τον Μπελογιάννη θα τον σκοτώσουν για τις ιδέες του.

Με Πουλαντζά και Σημίτη

Ήταν τα φεγγάρια που ως σκεπτόμενος νέος συνδέθηκε με τον συμμαθητή του στο Πειραματικό Γυμνάσιο, τον αδελφικό φίλο και διά βίου πνευματικό συνοδοιπόρο του Νίκο Πουλαντζά. Έτερος στην παρέα τους ο επίσης συμμαθητής τους Κώστας Σημίτης. Και οι τρεις, γιοι εξεχόντων Αθηναίων δικηγόρων, συναντιούνταν μετά το σχολείο στη Δεξαμενή. Ο Πουλαντζάς έφτανε ως εκεί από την οδό Βερανζέρου, ο Σημίτης από την Ακαδημίας και ο Τσουκαλάς από τη Σπευσίππου για να κουβεντιάσουν από πολύ νωρίς προχωρημένα θέματα, τα οποία δεν έθεταν καν στους εαυτούς τους οι αστικής παιδείας προοδευτικοί γονείς τους, πόσο μάλλον οι περισσότεροι συνομήλικοί τους. Τους απασχολούσε από τότε κιόλας το πώς συγκροτούνται οι σχέσεις εξουσίας μέσα στην κοινωνία και πώς μπορούν αυτές να μετασχηματιστούν δημοκρατικά. Και οι τρεις τους μπήκαν στη Νομική Αθήνας.

Ως φοιτητές, ο Σημίτης με τον Τσουκαλά συνδέθηκαν ακόμη περισσότερο συμμετέχοντας στον μεταρρυθμιστικό όμιλο Παπαναστασίου με στόχο τη μελέτη των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Ο φιλικός τους δεσμός και η πνευματική σχέση τους διατηρήθηκαν ακλόνητες και αμετακίνητες για 70 σχεδόν χρόνια. Δεν διαταράχτηκαν ακόμη και όταν ο Σημίτης επέλεξε την ενεργή πολιτική στράτευση στο ΠΑΚ και το ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Τσουκαλάς συμμετείχε δραστήρια στις ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις της Ανανεωτικής Αριστεράς ενταγμένος στο ευρωκομμουνιστικό ΚΚΕ εσωτερικού. Διόλου τυχαία, ο δεύτερος ήταν αυτός που ως ο παλιότερος επιστήθιος φίλος εκφώνησε τον επικήδειο του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη.

Στέλιος Ράμφος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Συνοδοιπόροι σε δρόμους παράλληλους
Οι παλιοί συμμαθητές Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και Κώστας Σημίτης συναντώνται τη δεκαετία του 1990 σε συνέδριο για τον έτερο συμμαθητή τους Νίκο Πουλαντζά

Ο Ράμφος στην ΕΔΑ

Δύο χρόνια νεότερός τους, ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Βίωσε και αυτός από τα παιδικά του χρόνια τις τραυματικές μετακατοχικές και εμφυλιακές συνθήκες στερήσεων και διωγμών που ταλαιπωρούσαν τη χώρα. Δεν ανήκε στις προνομιούχες οικογένειες της μεσοαστικής τάξης των επιφανών δικηγόρων της πρωτεύουσας, αλλά θεωρείται πως δεν ήταν και φτωχόπαιδο. Ο πατέρας του λέγεται ότι ασχολούνταν επιχειρηματικά με τη ναυτιλία και εικάζεται ότι είχε συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση. Ο ίδιος ο Ράμφος κρατούσε ερμητικά σφραγισμένο το οικογενειακό του βιογραφικό. Σίγουρα, όμως, έχασε τον πατέρα του προτού ο ίδιος ενηλικιωθεί.

Εντάχθηκε νωρίς στις γραμμές της Αριστεράς μέσα από το κόμμα της ΕΔΑ. Ως φοιτητής της Νομικής Αθήνας καθοδηγούσε τα μέλη της Νεολαίας Λαμπράκη. Πρωταγωνίστησε στο ιστορικό 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο του 1963 που αποφάσισε την ίδρυση της ΕΦΕΕ ενοποιώντας το ελληνικό φοιτητικό κίνημα και επιμελήθηκε την έκδοση του έντυπου φοιτητικού οργάνου της Πανσπουδαστικής. Με την αγωνιστική του αφοσίωση προοριζόταν για επιτελικές θέσεις στο κομματικό απαράτ. Ώσπου, προτού καν πάρει πτυχίο από τη σχολή του, επανεξέτασε τον προηγούμενο εαυτό του, τον υπερέβη και ήρθε σε ρήξη με το πρόσφατο χθες.

Διέκοψε τις σχέσεις του το 1965 με το οργανωμένο αριστερό κίνημα και αναχώρησε για το Παρίσι για να σπουδάσει Φιλοσοφία με εντατική σπουδή της Αρχαίας Ελλάδας. Στη γαλλική πρωτεύουσα βρισκόταν ήδη, ενάμιση χρόνο πριν, ο Τσουκαλάς. Ως πτυχιούχος της Νομικής είχε περάσει από τα Πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης και του Μονάχου, ενώ βρισκόταν εν αναμονή για να πάει στο Γέιλ των ΗΠΑ. Αναγκαστικά, οι δυο τους συναντήθηκαν στον ίδιο παρισινό ελληνικό κύκλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και ιδεολογικά κοντά. Δεν ήταν δύο άγνωστοι που συμπτωματικά διασταυρώθηκαν στην ίδια πόλη, αλλά τα ιδεολογικά χνότα τους δεν ταίριαζαν.

Ο Ράμφος είχε απομακρυνθεί από τα εγχώρια οργανωτικά σχήματα της Αριστεράς. Είχε απορρίψει τη δομή τους, αν και συνομιλούσε με τη μαρξιστική φιλοσοφία θέτοντάς της αμείλικτα ερωτήματα. Αντίθετα, ο Τσουκαλάς ήταν προσανατολισμένος και παρέμενε ασυμβίβαστα ενταγμένος στην αριστερή-μαρξιστική διανόηση. Χωρίς ποτέ να εκλάβει αυτή του την ιδεολογική προσήλωση ως εφαλτήριο καριέρας, σε μια εποχή όπου η μελέτη του Μαρξισμού ευνοούσε την ανέλιξη στα δυτικά πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Η παρέα στο «Café Saint-Claude»

Σύμφωνα με μαρτυρία του Κώστα Γαβρά, και οι δύο σύχναζαν τακτικά στο «Café Saint-Claude» του Σεν-Ζερμέν-ντε-Πρε στο 6ο Διαμέρισμα του Παρισιού. Ήταν ο τόπος συνάντησης της κοινότητας των Ελλήνων μεταναστών, φοιτητών, διανοουμένων, καλλιτεχνών, συγγραφέων. Καθημερινό στέκι των Φίλιππου Ηλιού, Κώστα Αξελού, Νίκου Πoυλαντζά, Κώστα Βεργόπουλου. Η ομήγυρη πλήθυνε μετά το απριλιανό πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 στην Ελλάδα και την εγκαθίδρυση της στυγνής δικτατορίας στη χώρα. Τότε κατέφυγαν στο Παρίσι αυτοεξόριστοι και πολιτικά διωκόμενοι από τη χούντα, μεταξύ άλλων οι Νίκος Κούνδουρος, Μάριος Πλωρίτης, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Βασίλης Βασιλικός, η Μελίνα, ο Ντασσέν, ο Μίκης κ.ά., οι οποίοι ανέπτυξαν έντονη αντιστασιακή δράση.

Στα τραπέζια του συγκεκριμένου καφέ στην αριστερή όχθη του ποταμού Σηκουάνα, αρκετοί από τους Έλληνες θαμώνες απαθανατίστηκαν σε σκίτσα του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Στο κλίμα εκείνης της εποχής ο Ράμφος είχε συνδεθεί με στενή πνευματική σχέση με τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη, ο οποίος ζούσε από το 1945 στο Παρίσι. Η αυτόνομη και αμεσοδημοκρατική σκέψη αυτής της κεντρικής μορφής της επαναστατικής ομάδας και του ομώνυμου περιοδικού «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» άσκησε σημαντική επίδραση στη διαμόρφωσή του. Συνομιλούσε ακόμη στη Πόλη του Φωτός με τον Χρήστο Γιανναρά και τον Κώστα Ζουράρι, με τον οποίο μάλιστα είχαν υπηρετήσει μαζί τη στρατιωτική τους θητεία σε τάγμα ανεπιθύμητων. Σποραδικά αντάλλασσε -και δεν το έκρυψε πότε- απόψεις με τον γεννημένο στο Παρίσι Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, το ιδρυτικό μέλος και αρχηγό της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη».

Συντόνιζε επίσης τις σπουδές του υπό την επίβλεψη του καθηγητή της Σορβόννης Πιερ Ομπάνκ, κορυφαίου τότε μελετητή της αρχαίας φιλοσοφίας στον κόσμο. Και βέβαια εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο μπροστά στην κάμερα για τη δικτατορία στη Ελλάδα στο ντοκιμαντέρ «Nausicaa» της σκηνοθέτιδας Ανιές Βαρντά. Η ταινία της συνιδρύτριας της nouvelle vague απαγορεύτηκε να προβληθεί στη Γαλλία ως δήθεν προπαγανδιστική. Εμεινε ως μακρινή ανάμνηση η παρουσία του Ράμφου στο σελιλόιντ με τον προσδιοριστικό υπότιτλο «φιλόσοφος». Χρόνια αργότερα, ο ίδιος θα αποκαλούσε από το σπίτι του στην Πεντέλη τον εαυτό του απλώς «φιλοφιλόσοφο», δηλαδή φίλο της φιλοσοφίας.

Στέλιος Ράμφος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Συνοδοιπόροι σε δρόμους παράλληλους
Στο Παρίσι ο Στέλιος Ράμφος συνδέθηκε με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Χρήστο Γιανναρά, ενώ υπηρέτησε με τον Κώστα Ζουράρι σε τάγμα ανεπιθύμητων και αντάλλασσε απόψεις με τον... Αλέξανδρο Γιωτόπουλο

Η διαμάχη Πουλαντζά - Καστοριάδη

Από τη μεριά του, εκείνα τα χρόνια στο Παρίσι ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ολοκλήρωνε τη μεγάλη κοινωνιολογική του έρευνα που θα αποτύπωνε στην πρωτότυπη διατριβή του. Η επιστημονική του αρτιότητα θα επιστεγαζόταν με τη λήψη «μετά τιμητικής διακρίσεως» του υψηλότερου βαθμού πτυχίου και τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο του Διδάκτορα Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο Παντεόν-Σορμπόν (Paris 1). Ηταν ένας επιστήμονας και ενεργός πολίτης που μελετούσε την εποχή αποσκοπώντας στη διαυγέστερη επιστημονική κατανόηση των μηχανισμών που διέπουν την κυριαρχία και την υποταγή στην κοινωνία.

Έκανε στενή παρέα με τον παιδικό του φίλο Νίκο Πουλαντζά. Δεν ήταν απλώς ομοϊδεάτες, κομματικοί σύντροφοι, συνάδελφοι και συνεργάτες καθηγητές στο Πειραματικό Πανεπιστημιακό Κέντρο Βενσέν (μετέπειτα Paris 8). Το ίδρυμα που ιδρύθηκε το 1969 στον απόηχο του Παρισινού Μάη και αργότερα απέκτησε πλήρες πανεπιστημιακό καθεστώς απονέμοντας τα δικά του πτυχία.

Οι δυο τους είχαν προηγουμένως μοιραστεί, από τα εφηβικά τους χρόνια, τις πρωτοφανέρωτες εμπειρίες και τις μικροαπολαύσεις της ζωής. Συμμερίστηκαν στην πρώιμη ωριμότητά τους πολιτικές αμφιβολίες και θεωρητικές επανεξετάσεις. Διαμόρφωσαν από κοινού τις πνευματικές τους αναζητήσεις. Ενστερνίστηκαν μαζί την απόρριψη του απατηλού προφανούς, των ουτοπικών ιδεών του συρμού, των θεωρητικών ψευδαισθήσεων που επιχειρούσαν να εκτρέψουν το πνεύμα της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Τοποθετημένοι αμφότεροι στην αριστερή πτέρυγα του ΚΚΕ εσωτερικού, στρέφονταν ευνοϊκά προς το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, το οποίο εκτιμούσαν ως ρωμαλέο και αυθεντικό λαϊκό κίνημα.

Ο Πουλαντζάς είχε εκείνη την εποχή σοβαρή θεωρητική αντιπαράθεση με τον Καστοριάδη, πνευματικό μέντορα του Ράμφου. Υπάρχουν μάλιστα καταγεγραμμένα κείμενα του πρώτου εναντίον του δεύτερου στην εφημερίδα «Αυγή» του 1977. Αυτή η ιδεολογική τους διαμάχη δεν σήμαινε απαραίτητα και τη δημιουργία στεγανών μεταξύ Τσουκαλά και Ράμφου. Η διαφορετική οπτική καθενός, όμως, έθετε αδιόρατα αυστηρούς διαχωρισμούς. Οι δύο ανήσυχοι νέοι διανοούμενοι της γενιάς του ’60 θα ακολουθούσαν ασύμπτωτες ιδεολογικές τροχιές. Ο ένας διεκδικούσε αλλαγή των κοινωνικών δομών, ο άλλος ζητούσε μεταρρύθμιση των ανθρώπινων ηθών.

Στη Μεταπολίτευση

Στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, της πτώσης της στρατιωτικής χούντας και της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, τα βιβλία του Τσουκαλά «Η Ελληνική Τραγωδία - Από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες» και «Εξάρτηση και αναπαραγωγή - Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα» διαβάζονταν αθρόα στη χώρα. Ανεξάρτητα από την πολιτικοϊδεολογική ή μη στράτευση των αναγνωστών, τα συγγράμματά του αποτελούσαν σημείο αναφοράς για τη μελέτη της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Συνιστούσαν υποδειγματική πυξίδα για τον στοχασμό της Πολιτικής Κοινωνιολογίας, του κράτους, των ιδεολογικών μηχανισμών και των κοινωνικών ανισοτήτων στη χώρα. Ο ίδιος ο συγγραφέας παρέμενε ακόμη καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν.

Είχε βιώσει τραυματικά το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του, όπως το περιέγραφε ο ίδιος. Τον Οκτώβριο του 1979 ο καρδιακός φίλος του Νίκος Πουλαντζάς αυτοκτόνησε πηδώντας από τον 29ο όροφο. Η τραγωδία κορυφώθηκε συνταρακτικά, καθώς το άλμα θανάτου του εξέχοντος μαρξιστή διανοούμενου έγινε από το διαμέρισμα του Τσουκαλά στο Παρίσι ενόσω ο ίδιος ο ενοικιαστής του βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο. Ο αυτόχειρας άφησε μόνο ένα σημείωμα που έγραφε «είμαι αθώος».

Δύο χρόνια μετά το τραγικό συμβάν ο Τσουκαλάς επέστρεψε στην Ελλάδα. Ανακηρύχτηκε το 1981 καθηγητής Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1985 με τον ίδιο επιστημονικό τίτλο υπηρέτησε την καθηγητική του θητεία ως το 2004 στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ. Με το διδακτικό του έργο γεφύρωσε την ελληνική πραγματικότητα με τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε κορυφαία διεθνή ανώτατα ιδρύματα, όπως το Κολούμπια, το Πρίνστον, τη Σορβόνη, το δημόσιο πανεπιστήμιο της πόλης της Νέας Υόρκης, το Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο Ιζταπαλάπα της Πόλης του Μεξικού. Και βέβαια συμμετείχε ενεργά στον δημόσιο διάλογο μέσα από εκατοντάδες άρθρα, παρεμβάσεις και ομιλίες σε συνέδρια.

Το κύρος και το επιστημονικό του εκτόπισμα ήταν αναγνωρίσιμα σε ολόκληρο τον κόσμο. Έστω και αν στην Ελλάδα περνούσε δημοσίως σχεδόν απαρατήρητη η μελαχρινή του φιγούρα με τα άσπρα μαλλιά και το λευκό μούσι όταν διάβαινε με μια αγκαλιά εφημερίδες τις οδούς Ομήρου ή Ξενοφώντος, όπου κατά καιρούς έμενε. Όσοι τον είχαν πλησιάσει εκ του σύνεγγυς είχαν διαγνώσει τον ανοιχτό και προσιτό χαρακτήρα, το γνήσιο χιούμορ, την αναλυτική σκέψη και την ευρυμάθεια αυτής της υπεραστικής προσωπικότητας. Στην οποία μόλις πέρυσι η αραχνιασμένη Ακαδημία Αθηνών άνοιξε τις πόρτες της για να τον δεχτεί ως τακτικό μέλος της.

Η επιστροφή Ράμφου

Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης γύρισε από το Παρίσι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο Στέλιος Ράμφος. Δεν κουβαλούσε στις αποσκευές του κάποιο σπουδαίο ακαδημαϊκό τίτλο, παρότι από το 1969 έως το 1974 είχε διδάξει στο νεοσύστατο πειραματικό τότε Πανεπιστήμιο της Βενσέν. Οι πρώτοι καρποί της σπουδής στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στα γαλλικά, υπηρετούσαν μάλλον προσωπικές πνευματικές αναζητήσεις.

Σαρωτικός ως χαρακτήρας, γεμάτος αυτοπεποίθηση, διεκδίκησε το 1978 πανεπιστημιακή έδρα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατέθεσε τη διατριβή του για τον Πλάτωνα και απορρίφθηκε. Η σχολή τον θεώρησε ανεπαρκή για καθηγητή της, όπως ακριβώς την ίδια χρονιά αρνήθηκε μια θέση στο διδακτικό προσωπικό της και στον σπουδαίο φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη, με σημαντικό έργο κυρίως στα γερμανικά.

Αναγκαστικά ο ανεπίλεκτος από το ελληνικό πανεπιστήμιο πλατωνιστής Ράμφος στέγασε τις διδασκαλικές παραδόσεις του στα ιδρύματα Γουλανδρή-Χορν, Μποδοσάκη και Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Σε αυτά ανέπτυξε με την ευφράδεια και τη βαθιά του μόρφωση έναν θεωρητικό πλούτο που γοήτευσε το κοινό του.

Από αυτά τα μετερίζια ο πολυγραφότατος με πυκνή αρθρογραφία και συγγραφές βιβλίων, όπως «Η λογική της παράνοιας», «Ιστορία στην κόψη του χρόνου», «Καημός του ενός», Ράμφος ξεκίνησε μια μακρά «ερμηνευτική του Ελληνισμού». Με υπομονή και επιμονή προσπάθησε να κατανοηθεί τι σκέφτονται οι Ελληνες. Πώς βιώνουν τον χρόνο, την ελευθερία, την ευθύνη. Πώς αισθάνονται τον άλλον, την οικογένεια, την κοινότητα και τον ίδιο τον εαυτό τους. Εντόπιζε ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως θεσμικό, πολιτικό ή οικονομικό, αλλά ανθρωπολογικό. Βαθμιαία μετακινήθηκε από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία στο ορθόδοξο Βυζάντιο. Προσέγγισε τον ηγούμενο της Κωνσταντινούπολης άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τα αποφθέγματα του «Γεροντικού» των σεβάσμιων Αγιορειτών μοναχών, τους θεοσεβούμενους Παπαδιαμάντη και Ντοστογέφσκι. Στη συνέχεια, αν και δεν απέρριψε συνολικά την Ορθοδοξία, επανεκτίμησε πιο σχολαστικά τις ιστορικές της συνέπειες και απομακρύνθηκε από το λεγόμενο νεορθόδοξο ρεύμα στο οποίο λογιζόταν ως αρχηγός. Αυτές τις μετατοπίσεις του, που οι αντίπαλοί του τις βάφτιζαν «αντιφάσεις», οι μαθητές του τις αποκαλούσαν «εξέλιξη».

Κατηγορήθηκε ο Ράμφος για υπερβάλλουσες ιστορικές γενικεύσεις και για ψυχολογικοποίηση των σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων. Προκάλεσε διχογνωμίες, αλλά εκτιμήθηκε από όλους για την ευρεία παιδεία του. Ήδη, όμως, με την είσοδο του νέου αιώνα είχε μεταφερθεί διανοητικά προς περισσότερο εκσυγχρονιστικές και φιλοευρωπαϊκές θέσεις. Εκεί που ήδη βρισκόταν αμετάκλητα ο Τσουκαλάς. Ο οποίος με τη σειρά του επαναριζοσπαστικοποιήθηκε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης στη χώρα. Συνέδεσε το πρόσημο των θεωρητικών του αναζητήσεων του με την ενεργή πολιτική πράξη. Είχε κιόλας συνοψίσει ότι το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων σήμερα ανθρώπων συνοψίζεται ανάμεσα στο «όλοι μας» και στο «κανείς». Στρατεύτηκε πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και εξελέγη βουλευτής Επικρατείας το 2015.

Σύντομα, με τη διορατικότητα και την οξύνοιά του, αντιλήφθηκε τον παραλογισμό στον οποίο έμπλεξε και απομακρύνθηκε σιωπηλά. Αντίθετα ο Ράμφος, που το 2014 βρέθηκε δημόσια δίπλα στον Σταύρο Θεοδωράκη και το νεοσύστατο Ποτάμι, αρνήθηκε κάθε πρόταση συμμετοχής στα ψηφοδέλτιά του. Οι πνευματικές καταβολές του επέτασσαν ανιδιοτελή στήριξη - όχι ιδιοτελή εμπλοκή.

Η αλήθεια είναι ότι οι μεταπτώσεις, οι επανεκτιμήσεις και οι ανανεώσεις από μια θεμελιώδη γνωσιολογική ή οντολογική θέση είναι συχνές στους έγκριτους στοχαστές. Σε τίποτε ωστόσο η επαναξιολόγηση δεν μειώνει τις αξίες, τις τοποθετήσεις και τη γενικότερη εκ μέρους του θεώρηση των πραγμάτων. Ειδικότερα όταν το έργο τους, όπως αυτό του Ράμφου και του Τσουκαλά, παραμένει επίκαιρο. Όπως επίσης διατηρούνται αλώβητα και τα διαχρονικά οξυδερκή ερωτήματα που έθεσαν, καθένας από το πρίσμα του, ανατέμνοντας τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα. Και ίσως αυτή η παρακαταθήκη να αποτελεί το κοινό τους μνημείο. Αν και η νοοτροπία που τους συνόδεψε μια ζωή ήταν, χωρίς περαιτέρω αξιολογήσεις, παραδειγματικά παρούσα και μετά τον θάνατό τους. Ο Στέλιος Ράμφος μετά από εξόδιο ακολουθία κηδεύτηκε και θάφτηκε στο νεκροταφείο Πεντέλης, ενώ η σορός του Κωνσταντίνου Τσουκαλά έγινε στάχτη στο αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης