Νέα επιβάρυνση για τους δανειολήπτες ενώ οι καταθέσεις παραμένουν φθηνές: Τι αλλάζει για τα νοικοκυριά με τη νέα αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ
Η νέα άνοδος, που δεν αποκλείεται να μην είναι και η τελευταία μέχρι το τέλος του έτους, έχει δύο διαφορετικές όψεις για τα νοικοκυριά
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Το χέρι στην τσέπη για κάτι παραπάνω θα κληθούν να βάλουν οι δανειολήπτες μετά και τη νέα άνοδο των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ στο μέτωπο των καταθέσεων οι ελληνικές τράπεζες δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να ακολουθούν τα αντανακλαστικά άλλων ευρωπαϊκών ομίλων, αν και η νέα άνοδος των επιτοκίων αναμένεται να οδηγήσει σταδιακά σε υψηλότερες αποδόσεις ορισμένων καταθετικών προϊόντων.
Από τις 16 Σεπτεμβρίου το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ διαμορφώνεται στο 2,50%, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το οριακό επιτόκιο δανεισμού στο 2,90%. Η ΕΚΤ, πάντως, δεν προεξοφλεί την επόμενη κίνησή της, υπογραμμίζοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, ανάλογα με την πορεία του πληθωρισμού και των οικονομικών δεδομένων.
Η νέα άνοδος, που δεν αποκλείεται να μην είναι και η τελευταία μέχρι το τέλος του έτους, έχει δύο διαφορετικές όψεις για τα νοικοκυριά. Από τη μία πλευρά, δημιουργεί προϋποθέσεις για υψηλότερες αποδόσεις στο κεφάλαιο που παραμένει στις τράπεζες. Από την άλλη, αυξάνει το κόστος για όσους έχουν κυμαινόμενα δάνεια ή πρόκειται να δανειστούν σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
Οι καταθέσεις παραμένουν φθηνές
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος για τον Ιούλιο δείχνουν ότι το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων κινείται μόλις στο 0,39%, έναντι 4,67% για τα νέα δάνεια. Το περιθώριο μεταξύ τους παραμένει στις 4,28 ποσοστιαίες μονάδες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στις καταθέσεις μιας ημέρας των νοικοκυριών, όπου το μέσο επιτόκιο τον Ιούλιο παρέμεινε μόλις στο 0,03%. Αντίθετα, στις νέες καταθέσεις των νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 1,24%, ενώ στις αντίστοιχες καταθέσεις των επιχειρήσεων έφτασε στο 2,02%.
Η εικόνα αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η άνοδος των επιτοκίων της ΕΚΤ δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη αύξηση της αμοιβής για το σύνολο των καταθέσεων. Οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν ένα μεγάλο μέρος της καταθετικής τους βάσης με εξαιρετικά χαμηλό κόστος και αυξάνουν τις αποδόσεις κυρίως εκεί όπου υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός για νέο χρήμα.
Στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνουν τη συγκέντρωση των καταθέσεων, μόλις 2,3% των καταθετών -όσοι διαθέτουν υπόλοιπα άνω των 50.000 ευρώ- αντιστοιχεί περίπου στο 59,6% του συνόλου των καταθέσεων. Η κατηγορία από 50.001 έως 100.000 ευρώ αφορά μόλις το 1,5% των καταθετών, αλλά αντιστοιχεί στο 15,3% των καταθέσεων, ενώ όσοι διαθέτουν πάνω από 100.000 ευρώ αποτελούν μόλις το 0,8% των καταθετών και ελέγχουν το 44,3% των καταθέσεων.
Η Ευρώπη ανεβάζει τον πήχη
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι χρησιμοποιούν πλέον ιδιαίτερα επιθετικές προσφορές για να προσελκύσουν καταθέσεις.
Κλείσιμο
Η BBVA στην Ιταλία, για παράδειγμα, προσφέρει στους νέους πελάτες της 4% μεικτό ετήσιο επιτόκιο για τους πρώτους έξι μήνες για ποσά έως 200.000 ευρώ. Για το τμήμα του υπολοίπου από 200.000 έως 1 εκατ. ευρώ η απόδοση διαμορφώνεται στο 2,10%. Παράλληλα, η ING στη Γερμανία προσφέρει 3,75% για τέσσερις μήνες για ποσά έως 250.000 ευρώ, στο πλαίσιο προσφοράς για νέους πελάτες.
Για τις ελληνικές τράπεζες αυτό δημιουργεί ένα νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα τώρα που η ψηφιακή τραπεζική κάνει τη μετακίνηση κεφαλαίων πολύ ευκολότερη. Ο καταθέτης δεν χρειάζεται πλέον να αλλάξει τράπεζα με την παραδοσιακή έννοια για να αναζητήσει καλύτερη απόδοση. Μπορεί να ανοίξει έναν νέο λογαριασμό εξ αποστάσεως και να μεταφέρει κεφάλαια ηλεκτρονικά.
Το κόστος για τους δανειολήπτες
Στην άλλη πλευρά της αγοράς βρίσκονται οι δανειολήπτες, για τους οποίους η επίδραση της αύξησης είναι πιο άμεση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κυμαινόμενα επιτόκια.
Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι ήδη τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων δανείων είχε αυξηθεί στο 4,81%, από 4,74% τον Ιούνιο. Στα νέα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο το μέσο επιτόκιο τον Απρίλιο ήταν 3,49%, ενώ στα υφιστάμενα στεγαστικά με διάρκεια άνω των πέντε ετών το επιτόκιο τον Ιούνιο είχε ανέλθει σε 3,66%.
Η επίπτωση στην τσέπη του δανειολήπτη εξαρτάται από το ύψος του δανείου, τη διάρκεια που απομένει και, κυρίως, το πόσο γρήγορα θα μετακυλιστεί η αύξηση του επιτοκίου της ΕΚΤ στο επιτόκιο του δανείου.
Ενδεικτικά, για στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ διάρκειας 20 ετών μια πλήρης μετακύλιση αύξησης 25 μονάδων βάσης αυξάνει τη μηνιαία δόση περίπου κατά 13 ευρώ. Σε ορίζοντα 20ετίας η συνολική επιβάρυνση από τους πρόσθετους τόκους προσεγγίζει τις 3.100 ευρώ.
Πρόκειται, βεβαίως, για ενδεικτικούς υπολογισμούς, καθώς η πραγματική επιβάρυνση εξαρτάται από το επιτόκιο βάσης, το περιθώριο της τράπεζας και την ακριβή δομή του κάθε δανείου.
Στο τραπέζι ξανά το πάγωμα των στεγαστικών
Την ίδια στιγμή, η νέα άνοδος των επιτοκίων επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο οι τράπεζες θα επιχειρήσουν να προστατεύσουν τους ενήμερους δανειολήπτες από μια νέα σημαντική επιβάρυνση.
Οι τράπεζες που επιδιώκουν να ενισχύσουν τη στεγαστική πίστη είναι πιθανό να εξετάσουν μέτρα αντίστοιχα με εκείνα που εφαρμόστηκαν πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ανοδικού κύκλου, προχώρησαν σε παρεμβάσεις περιορισμού της επιβάρυνσης για τους ενήμερους πελάτες με παλαιά κυμαινόμενα στεγαστικά.
Τα σταθερά επιτόκια ως ασπίδα
Για τα νοικοκυριά υπάρχει πάντως ένα σημαντικό αντίβαρο: η μεγάλη στροφή των τελευταίων ετών προς τα σταθερά επιτόκια.
Οσοι έχουν δάνεια με πραγματικά σταθερό επιτόκιο για ολόκληρη την περίοδο αποπληρωμής δεν επηρεάζονται από τη συγκεκριμένη αύξηση της ΕΚΤ. Αντίθετα, μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στα προϊόντα που ξεκινούν με σταθερό επιτόκιο για ορισμένα χρόνια και στη συνέχεια μετατρέπονται σε κυμαινόμενο, καθώς η σημερινή άνοδος μπορεί να γίνει αισθητή όταν ολοκληρωθεί η περίοδος σταθερής τιμολόγησης.
Η νέα ισορροπία
Η άνοδος της ΕΚΤ δημιουργεί, έτσι, δύο διαφορετικές ταχύτητες στην αγορά. Για τον καταθέτη υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο διεκδίκησης υψηλότερης απόδοσης, αλλά όχι αυτόματα: η αμοιβή παραμένει εξαιρετικά χαμηλή για τα χρήματα που μένουν σε λογαριασμούς άμεσης πρόσβασης. Για τον δανειολήπτη, αντίθετα, κάθε νέα αύξηση μεταφράζεται σταδιακά σε υψηλότερο κόστος, εφόσον το δάνειό του συνδέεται με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Οι δύο πλευρές της αγοράς, άλλωστε, συνδέονται άμεσα. Οι τράπεζες εξακολουθούν να απολαμβάνουν σημαντικό όφελος από τη διαφορά ανάμεσα στο κόστος των καταθέσεων και την απόδοση των δανείων.