Λογοτέχνης και άνθρωπος παλιάς κοπής ο
Διονύσης Χαριτόπουλος δεν είχε ανάγκη από μυθιστορηματικές επινοήσεις για να αφηγηθεί τη ζωή του αφού είχε γραφτεί κατ'αρχάς πάνω στο σώμα και στις πληγές-και κυρίως στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Δεν χρειάστηκε, άλλωστε, να επινοήσει κάποιον ήρωα αφού ήταν όλοι οι πολλαπλές εκδοχές του εαυτού του-εκτός, φυσικά από τον Άρη Βελουχιώτη αλλά και εκείνους που είχε πετύχει στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης, στα καπηλειά, στα γήπεδα και σε δωμάτια όπου οι μεγάλες υποσχέσεις δίνονται συνήθως λίγο πριν από την οριστική τους διάψευση-αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε ρεαλισμό. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος ανήκε, άλλωστε, σε αυτή τη σπάνια, σχεδόν εξαφανισμένη σήμερα συνομοταξία των ανθρώπων που έμαθαν την Ιστορία από πρώτο χέρι, ως μια ανελέητη δοκιμασία χαρακτήρων και που πρέσβευαν πως η αξιοπρέπεια, η μπέσα, η ανυπακοή και η προσωπική ελευθερία είναι έννοιες πολύ σοβαρές για να παραδοθούν στους υποτιθέμενους επαγγελματίες.
Θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί ως έναν από τους ήρωες των
βιβλίων του αφού έφερε τον ανυπότακτο χαρακτήρα των ανθρώπων που δεν χώρεσε σε ταμπέλες, ούτε καν στην επιτυχία που του χάρισε μια σπουδαία καριέρα από νωρίς. Αντιθέτως, προτίμησε την ελευθερία των βουνών φέροντας την ατόφια μελαγχολία όλων όσοι γνωρίζουν ότι τα σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή δεν υπακούουν σε κανένα σχέδιο-και το σημαντικότερο, δεν παραδίδονται εύκολα.
Μόνο που στην περίπτωσή του δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε φανταστικά επεισόδια για να συλλάβουμε την ιδιοσυγκρασία του. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τη διαδρομή του, από τον Πειραιά της μεταπολεμικής φτώχειας μέχρι τη λογοτεχνική καταξίωση και από τις δουλειές του ποδαριού στα γραφεία της διαφήμισης και από τον Έβρο τον καιρό της Χούντας στη σχεδόν εμμονική αναζήτηση της αλήθειας για τον Άρη Βελουχιώτη, για να διαπιστώσει ότι η πραγματικότητα της ζωής του υπήρξε πολύ πιο επινοητική από τις σελίδες των μυθιστορηματικών βιβλίων.
Όλα ξεκινούν και τελειώνουν στον Πειραιά
Ο
Πειραιάς ήταν για τον Χαριτόπουλο κάτι πέρα από αφετηριακό σημείο: ήταν το πρώτο του πανεπιστήμιο, η αδιαπραγμάτευτη πατρίδα της γλώσσας του, το ανεξίτηλο αποτύπωμα των λαϊκών, αυθεντικών ανθρώπων τους οποίους δεν πρόδωσε ποτέ. Εκεί, ανάμεσα στις εργατικές συνοικίες, στα συνεργεία, στους ανθρώπους του μόχθου και στους μικρούς παραβάτες ενός άγραφου κοινωνικού κώδικα, διαμορφώθηκε η ιδιότυπη ηθική του, αυτή που απεχθανόταν απόλυτα την υποκρισία των νοικοκυραίων αναζητώντας την αλήθεια στις οριακές στιγμές των ανθρώπων-και της ελληνικής Ιστορίας.
Γεννημένος το 1947, με πατέρα από τη Μέσα Μάνη και μητέρα από το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, μεγάλωσε σε μια περιοχή όπου η φτώχεια δεν ήταν αισθητική επιλογή αλλά καθημερινή δοκιμασία. Ο ίδιος είχε περιγράψει τον Πειραιά του ως «πάμπτωχη, κουτοπόνηρη, λιμοκοντόρισσα, αλλά και αυθεντική, με τσίπα», μια φράση που μπορεί να συγκεράσει την αισθητική και την ηθική του συγγραφικού του σύμπαντος.
Γιατί ο Χαριτόπουλος δεν εξιδανίκευε τη φτώχεια, ούτε διαμόρφωσε μια εξιδανικευμένη εικόνα των λαϊκών συνοικιών αναζητώντας στον κόσμο του περιθωρίου κάποια εύκολη επαναστατική αθωότητα. Γνώριζε πολύ καλά ότι εκεί συνυπάρχουν η γενναιοδωρία και η μικροπρέπεια, σε ισόποδες δόσεις, όπως και μια απροσδόκητη τρυφερότητα που μπορεί να ενοικεί στη σκληρότητα και που ενίοτε εκδηλώνεται με τον πιο αδέξιο τρόπο.
Μάλιστα, όπως είχε παραδεχθεί, στο πλαίσιο αυτής της διαρκούς ψευδής μεταγραφής των γεγονότων, ακόμα και η ημερομηνία γέννησης του ήταν λάθος αφού δεν ήταν η 27η Αυγούστου 1947-για την ακρίβεια είχαν ξεχάσει να τον καταχωρήσουν τη μέρα απου γεννήθηκε και τον δήλωσαν μια μέρα αργότερα. Μια μικρή γραφειοκρατική παραδοξότητα, που ο ίδιος αντιμετώπιζε με εκείνο το χαρακτηριστικό μείγμα ειρωνείας και κοινωνικής παρατήρησης, θυμίζοντας ότι στον Πειραιά του Εμφυλίου υπήρχαν πολύ σοβαρότερα προβλήματα από την ακρίβεια των ληξιαρχικών καταχωρίσεων.
Στο Εκ Πειραιώς, όπου ανασυνθέτει την ανθρωπογεωγραφία της πόλης κατά την εικοσαετία 1947-1967, η μνήμη αποκτά τις διαστάσεις μιας ανεπίσημης κοινωνικής ιστορίας αφού έχει το βάρος της προφορικότητας και διασώζεται στις κουβέντες των παλιών θαμώνων, στους διάφορους θρύλους της εποχής και τους καβγάδες αλλά και τα επαγγέλματα που εξαφανίστηκαν-εν τέλει στους ανθρώπους που δεν άφησαν πίσω τους κανένα άλλο ίχνος πέρα από την ανάμνηση μιας χειρονομίας.
Αντίστοιχα πολύπλοκη και δύσκολη υπήρξε η
προσωπική του διαδρομή: από μικρός γνώρισε τη σκληρότητα των χειρωνακτικών εργασιών στο λιμάνι και στα γύρω μηχανουργεία, εγκατέλειψε δύο απόπειρες σπουδών στην Αθήνα και στο Λονδίνο, εργάστηκε στη διαφήμιση και το 1990 αποφάσισε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη συγγραφή. Δεν επρόκειτο για την κλασική πορεία ενός λογοτέχνη που προετοιμάζεται από νεαρή ηλικία να εισέλθει στον κόσμο των γραμμάτων, αλλά για μια σειρά διαφορετικών εσταντανέ που είχαν ως τελική έκφραση το alter ego του, που πρωταγωνιστούσε στα βιβλία του.
Αψηφώντας τον κίνδυνο
«Η ζωή δεν είναι για φόβο», γράφει στις Πρόβες Πολέμου, το βαθιά βιωματικό του βιβλίο για τον Έβρο του 1967, και αυτή η μικρή φράση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προσωπικό του αξίωμα. Ο νεαρός δόκιμος που υπηρετεί στην Ορεστιάδα, στο Διδυμότειχο και στην Αλεξανδρούπολη βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διπλή απειλή: από τη μία την ένταση στα ελληνοτουρκικά σύνορα και από την άλλη τη δικτατορία των συνταγματαρχών, που έχει μετατρέψει τον ελληνικό στρατό σε όργανο πολιτικής καταστολής. Και όμως, μέσα σε αυτή την παράλογη συνθήκη, ανακαλύπτει την ομορφιά του τόπου, την απροσδόκητη πολυπλοκότητα των ανθρώπων, όπως και το ότι η επιθυμία συνυπάρχει με τον φόβο.
Αξιωματικοί και φαντάροι, τζογαδόροι και ερωτευμένοι, δειλοί και παράτολμοι, υπερασπιστές της δικτατορίας και σιωπηλοί διαφωνούντες συνθέτουν ένα πολύπλευρο ανθρώπινο μωσαϊκό. Ο Έβρος γίνεται έτσι ένας τόπος υπαρξιακής μαθητείας, όπου ο πόλεμος παραμένει μια τρομακτική πιθανότητα και η νεότητα εξακολουθεί να διεκδικεί το δικαίωμά της στην περιπέτεια.
Ο
συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη φύση δεν υπακούει σε απλοϊκές ηθικές κατηγοριοποιήσεις και ότι οι άνδρες μπορούν να είναι άτρωτοι ακριβώς γιατί βαθιά μέσα τους παραμένουν τα φοβισμένα παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ. Αυτό ακριβώς αναζητούσε διαρκώς ο Χαριτόπουλος:
όσα πάλλονται κάτω από την επιφάνεια. Τον φόβο πίσω από την επίδειξη ανδρείας, την τρυφερότητα πίσω από την τραχύτητα και την ευαλωτότητα πίσω από την περηφάνια.
Οι άνθρωποί του δεν είναι ποτέ μονοσήμαντοι ακόμα και όταν μοιάζουν, με μια ψυχρή ματιά, με καθάρματα αφού την επόμενη στιγμή μπορεί να επιδεικνύουν απροσδόκητη μεγαλοψυχία-το ήξερε και ο ίδιος ότι το θάρρος κρύβεται πάντα βαθιά στην ψυχή σου και πως, όπως έλεγε ο Νίτσε, ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Το έκανε μότο ζωής και το απέδειξε σε κάθε του στιγμή και συνθήκη.
Ο Άρης και η γοητεία των ανυπότακτων
Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που συμπυκνώνει σχεδόν μυθικά αυτή την προσωπική ηθική, αυτό είναι ο
Άρης Βελουχιώτης. Ο άνθρωπος που αρνήθηκε να υποταχθεί στους κατακτητές αλλά και στους ίδιους τους πολιτικούς μηχανισμούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε, ο ατίθασος καπετάνιος που προτίμησε την καταστροφή από τον συμβιβασμό, ήταν στα μάτια του Χαριτόπουλου το μόνιμο πρότυπο του. Ο στρατιωτικός ηγέτης που συνδύαζε την πειθαρχία με την απείθεια, έγινε για τον συγγραφέα αντικείμενο μιας πολύχρονης, σχεδόν προσωπικής αναμέτρησης με την ελληνική Ιστορία.
Το
Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1997 ήταν η προσπάθεια του να καταγράψει μέσα από τη ζωή του δικού του ήρωα έναν ολόκληρο ανυπότακτο κόσμο-βαθιά ελληνικό και σίγουρα αρχέγονο. Ο Χαριτόπουλος αναζήτησε μαρτυρίες, εξέτασε πηγές, αμφισβήτησε παγιωμένες ερμηνείες κρατώντας ταυτόχρονα αποστάσεις από τις πολιτικές αγιογραφίες και τις ιδεολογικές δαιμονοποιήσεις.
Ο Μανόλης Γλέζος είχε παρατηρήσει ότι διαβάζοντας το βιβλίο ήταν σαν ο συγγραφέας να είχε ζήσει ο ίδιος δίπλα στον Βελουχιώτη, μια διαπίστωση που αποδίδει εύστοχα τη σχεδόν σωματική ένταση της αφήγησης. Εκείνο που τον γοήτευε στον Άρη δεν ήταν μόνο η πολεμική του ιδιοφυΐα, αλλά η αδυναμία του να προσαρμοστεί στα κομματικά θέσφατα, η πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αναβάλλεται επ' αόριστον στο όνομα κάποιας μελλοντικής ιστορικής αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια, ο Άρης του Χαριτόπουλου δεν είναι ένας αψεγάδιαστος λαϊκός άγιος, αλλά ένας άνθρωπος που θυμώνει, συγκρούεται, κάνει λάθη αλλά σε κάθε περίπτωση ωθείται από το άγριο χρέος του να προασπίζεται πάντα τους δικούς του.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα του Βελουχιώτη δεν κατέβηκε ποτέ από το προσωπικό εικονοστάσι του Χαριτόπουλου και είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας επέστρεψε σε αυτόν τον κόσμο, με τους «Ατάκτους» φωτίζοντας αυτή τη φορά τους ανθρώπους που έμειναν στη σκιά του αρχηγού: τον Νικηφόρο, τον Περικλή, τον Κοκκινογένη, τον Νάκο Μπελλή, τις γυναίκες της Αντίστασης, τις άγνωστες μορφές ενός συλλογικού αγώνα που δεν χωρά στις απλουστεύσεις της επίσημης ιστορίας μνήμης.
Η επιστροφή αυτή δεν ήταν απλώς συνέχεια μιας ιστορικής έρευνας αλλά ένας ζωντανός φόρο τιμής στους αφανείς, στους ανθρώπους που η Ιστορία προτιμά να αφήνει στο περιθώριο-αυτοί ήταν, άλλωστε, οι δικοί του άγιοι. Οι Αντάρτες ήταν οι προσωπικοί του φίλοι αφού ήταν γνωστή η βαθιά καχυποψία που έτρεφε ανέκαθεν στους ανθρώπους της εξουσίας επιμένοντας ότι αρχαιόθεν οι άγραφοι κανόνες φτιάχνονται από αυτούς που ξέρουν και έχουν τη δύναμη να τους παραβιάζουν πάντοτε για το καλό-βλέπε άγνωστο Αντάρτη και Αντιγόνη.
Ο καθοριστικός παράγων Μαλβίνα
Δεν είναι τυχαίο ότι η γυναίκα που διάλεξε για μια μεγάλη περίοδο της ζωής του ήταν η
Μαλβίνα Κάραλη που έμοιαζε με πολύ διαφορετικό αλλά και ιδανικό έτερο ήμισυ αφού έτρεφαν κοινή δυσπιστία απέναντι στη συμβατικότητα και έτρεφαν την ίδια σχεδόν ανάγκη για ανεξαρτησία. Όλοι όσοι έζησαν αυτόν τον έρωτα, ήξεραν ότι ήταν για να γραφτεί με τη μορφή μιας ανεπίδοτης επιστολής σε βιβλίο.
Στο αυτοβιογραφικό «Άνεμο Κουβάρι», για το οποίο ωστόσο, εκφράστηκαν πολλές αντιρρήσεις για το αν έπρεπε να γραφτεί με αυτόν τον τρόπο ο ίδιος ομολογεί ότι τους τελευταίους μήνες της ζωής της, όταν η Μαλβίνα βρισκόταν στο νοσοκομείο, εκείνος της έδινε μια γρανίτα φράουλα, επειδή της άρεσε και τη δρόσιζε, και της έλεγε ότι έγραφε το βιβλίο που της είχε υποσχεθεί. Και το έκανε ακριβώς επειδή είχε δεσμευτεί να εκπληρώσει την επιθυμία της.
Αυτό το μικρό εσταντανέ, απογυμνωμένο από κάθε επιτήδευση, είναι συγκινητικά
ειρωνικό: ένας άντρας που είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στην αναζήτηση της γενναιότητας, ένας συγγραφέας που είχε μελετήσει την πολεμική ανδρεία και την ακαμψία των ηρώων, βρισκόταν αντιμέτωπος με έναν ανίκητο αντίπαλο-και το μόνο που του απέμενε ήταν μια μικρή καθημερινή φροντίδα και ένα ψέμα από αγάπη.
Ο Χαριτόπουλος είχε μιλήσει και για τις ενοχές του απέναντί της, αναγνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να της είχε φερθεί καλύτερα έχοντας επίγνωση ότι οι σημαντικότερες σχέσεις δεν φέρουν μόνο αναμνήσεις αλλά και αναπάντητα ερωτήματα.
Πέρα και πάνω από κάθε κατηγορία
Η συγγραφική του διαδρομή μοιάζει με μια αλληλουχία διαφορετικών ζωών που, παρά τις φαινομενικές τους αποκλίσεις, υπακούουν στην ίδια εσωτερική αναγκαιότητα: από τη Δανεικιά γραβάτα και το 525 τάγμα πεζικού μέχρι Τα παιδιά της Χελιδόνας, τη Δέσποινα, το Εναντίον του Marlboro και το Από εδώ πέρασε ο Κιλρόι, διαμορφώνεται σταδιακά ο κόσμος του Χαριτόπουλου με τις προσωπικές ιστορίες των λαικών ανθρώπων να συναντούν το βάρος των ιστορικών στιγμών και της συλλογικής συνείδησης.
Συνενώνοντας τη μυθοπλασία, με το ιστορικό δοκίμιο και το θέατρο μπορούσε να εστιάζει με την ίδια άνεση στους απλούς, λαϊκούς ανθρώπους στις μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες συνδέοντας τις πολιτικές συγκρούσεις με τις έντονες ερωτικές σχέσεις αλλά και την ατόφια αλήθεια της λαϊκής ψυχής με τις πιο απρόβλεπτες εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στους Έρωτες στη Μεταπολίτευση, η ερωτική εμπειρία διαπερνά την εποχή των κοινωνικών αλλαγών, ενώ στα βιβλία του για τον Πειραιά επιστρέφει διαρκώς στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε, όχι με νοσταλγία αλλά με υπαρξιακή αγωνία.
Ακόμη και η σχέση του με τον Ολυμπιακό, που αποτυπώνεται στο Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι, δεν μπορεί να αποσπαστεί από αυτή την ευρύτερη ανθρωπογεωγραφία. Η ομάδα είναι μέρος της λαϊκής ταυτότητας του Πειραιά, ένας συλλογικός τόπος αναγνώρισης και συναισθηματικής ένταξης, όπου η προσωπική ταυτότητα ορίζεται μέσα από τις αφηγήσεις χιλιάδων ανθρώπων, το ερυθρόλευκο σθένος και τα συνθήματα.
Η τελευταία περίοδος της ζωής του σημαδεύτηκε από την
απομόνωση και την εσωστρέφεια. Ο Χαριτόπουλος είχε επιλέξει να ζει στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, επιστρέφοντας κατά κάποιον τρόπο στη μητρική του καταγωγή, σε έναν τόπο όπου δέσποζαν η σιωπή και η εσωτερική ανάγκη που διαμόρφωναν ένα διαφορετικό μέτρο της καθημερινότητας. Εκεί εξακολουθούσε να γράφει, να παρατηρεί και να σκέφτεται, έχοντας αφήσει πίσω του την ανάγκη της διαρκούς έκθεσης-όχι όμως και την περιέργεια για τον κόσμο.
Σε συνέντευξή του στα Νέα, τον Απρίλιο του 2024, εξηγούσε ότι η απομάκρυνσή του από την πόλη ήταν μια συνειδητή απόφαση, σχεδιασμένη από χρόνια. Το
γράψιμο, έλεγε, είναι «
μοναχικό άθλημα», ενώ εξέφραζε έντονη απέχθεια για τα κοινωνικά δίκτυα και τη μόνιμη τοξικότητα που διακινούν οι διαδικτυακές αντιπαραθέσεις. Η στάση του αυτή δεν ήταν η συνηθισμένη νοσταλγία ενός ανθρώπου που αδυνατεί να συμφιλιωθεί με τη σύγχρονη εποχή, αλλά η συνέπεια μιας ζωής που είχε μάθει να διακρίνει την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή από την τύρβη της δημόσιας αυτοπροβολής.
Το 2025 κυκλοφόρησε Ο κόκκινος καθηγητής, ενώ τον Μάρτιο του 2026 οι εκδόσεις Τόπος, που εκδίδουν τα βιβλία του, εξέδωσαν το 50 Χρόνια, γραπτώς (1976-2026), μια τιμητική συλλογή συνεντεύξεών του, που επέτρεπε στον αναγνώστη να παρακολουθήσει την προσωπική και πνευματική του διαδρομή μέσα από τον δικό του, επιγραμματικό λόγο.
Στο συνοδευτικό κείμενο της έκδοσης, ο Βαγγέλης Γεωργακάκης τον περιέγραφε ως έναν δημιουργό που δεν μπορούσε να ενταχθεί σε λογοτεχνικές σχολές ή ρεύματα, μια προσωπικότητα που ξέφευγε από τις συνηθισμένες κατηγοριοποιήσεις. Αυτή η αδυναμία ταξινόμησης υπήρξε, ίσως, το μεγάλο, κατεξοχήν χαρακτηριστικό του.
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι συχνά προσδιορίζονται από τις ιδεολογικές τους προτιμήσεις, τις κοινωνικές τους συμμαχίες και τις επαγγελματικές τους ιδιότητες, ο Χαριτόπουλος διατήρησε την προσωπική σφραγίδα ενός δημιουργού που μπορούσε να υπερασπίζεται τις αξίες της Αριστεράς χωρίς να αποδέχεται τις κομματικές ορθοδοξίες, καταγράφοντας με σεπτό σεβασμό τη λαϊκή κουλτούρα χωρίς να την εξιδανικεύει ενώ ταυτόχρονα μπορούσε να αναγνωρίζει στους έρωτες την ίδια ακριβώς ένταση που αναζητούσε στις ιστορικές συγκρούσεις.
Το τελευταίο ζεϊμπέκικο του αντάρτη
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος
πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 79 ετών, και η ανακοίνωση των εκδόσεων Τόπος, με τις οποίες συνεργαζόταν από το 2007, έμοιαζε να έχει γραφτεί σύμφωνα με τον δικό του άγραφο κώδικα. Οι εκδότες του απέφυγαν τις παρηγορητικές περιφράσεις επιλέγοντας να τον αποχαιρετήσουν με την ευθύτητα που εκείνος απαιτούσε από τη γλώσσα και τη ζωή.
Τον περιέγραψαν ως έναν άνθρωπο ολιγαρκή, ανθεκτικό, μπεσαλή, που δεν εντάχθηκε ποτέ σε λογοτεχνικές σχολές ή παρέες, και που άφησε πίσω του είκοσι τέσσερα βιβλία, μια ολόκληρη επικράτεια ανθρώπινων ιστοριών και προσωπικών αναμετρήσεων. Και πρόσθεσαν μια λεπτομέρεια απροσδόκητης τρυφερότητας: τον φαντάζονταν να χορεύει για τελευταία φορά το «Ίσως αύριο» του Βασίλη Τσιτσάνη, το μοναδικό τραγούδι που, όπως ανέφεραν, χόρευε. Η εικόνα ενός άντρα που ασπαζόταν ασμένως την τραχύτητα της λαϊκής ζωής και προασπιζόταν την πολεμική ανδρεία και την ανάγκη για ελευθερία, δεν θα μπορούσε παρά να αποχαιρετά τον κόσμο μέσα από ένα παλιό λαϊκό τραγούδι-με αυτό αντίκριζε κατάματα τον θάνατο λύνοντας τίμια τις διαφορές του με το Επέκεινα. Γιατί πίσω από τον ανυπότακτο άντρα, τον αθυρόστομο παρατηρητή, τον αμετανόητο Πειραιώτη, υπήρχε πάντοτε ένας άνθρωπος που αντιλαμβανόταν ότι η τρυφερότητα δεν είναι το αντίθετο της γενναιότητας, αλλά μία από τις πιο απαιτητικές εκδοχές της. Γιατί ο τελευταίος αντάρτης του Πειραιά δεν χρειάστηκε ποτέ να ανέβει στα βουνά για να δικαιώσει τον τίτλο του: αρκούσε που υπερασπίστηκε, μέσα από τη ζωή και τα βιβλία του, την παλιά, επίμονη και ολοένα σπανιότερη πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος οφείλει να παραμένει πιστός στους δικούς του κανόνες, αναλαμβάνοντας ακέραιη την ευθύνη των επιλογών του. Και αυτή προφανώς είναι, μαζί με τα βιβλία, η πιο δυνατή παρακαταθήκή του.