Πριν το καλοκαίρι παραδώσει τα όπλα: Το μαγικό Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης
Από τις 8 έως τις 12 Σεπτεμβρίου, πέντε διαφορετικές μουσικές συναντήσεις ενσωματώθηκαν έτσι όχι σε έναν ουδέτερο συναυλιακό χώρο αλλά μέσα στην ίδια τη γεωγραφία του νησιού: στην Οικία Δημήτρη Κρεμαστινού
Τίνα Μανδηλαρά
Πέντε νύχτες μουσικής, από την κρητική λύρα και το ούτι μέχρι τον Ζαμπέτα, το δημοτικό και το ρεμπέτικο, και από τον Κώστα Μακεδόνα μέχρι τη Χριστίνα Μαξούρη μετέτρεψαν τη μικρή Χάλκη σε τόπο συνάντησης πολιτισμών, ανθρώπων και μνήμης, συνεχίζοντας ένα όραμα του Δημήτρη Κρεμαστινού που σήμερα μοιάζει περισσότερο από ποτέ να αποκτά υπόσταση.
Στη Χάλκη οι αποστάσεις μετριούνται διαφορετικά: μπορείς να τις υπολογίσεις με βάση τα βήματα, ακόμα και τις κοφτές ανάσες, από τις μικρές ανηφόρες καθώς απομακρύνεσαι από το ήρεμο σκηνικό και τραβάς προς το αυθεντικό δωδεκανήσιο εσωτερικό του νησιού αλλά και σε εκείνα τα λίγα λεπτά που χρειάζονται για να αφήσεις πίσω σου το λιμάνι και το πολύχρωμο μέτωπο των νεοκλασικών του Νημποριού και να βρεθείς σε μια σιωπή σχεδόν παράδοξη για νησί του Αιγαίου, όταν μάλιστα το καλοκαίρι δεν έχει ακόμη παραδώσει τα όπλα και το φως του Σεπτεμβρίου εξακολουθεί να πέφτει δυνατό πάνω στις προσόψεις των σπιτιών.
Ειδικά εκείνο το απογευματινό φως, που λένε ότι είναι η πιο όμορφη ώρα της Χάλκης, προτού αφήσει στη θάλασσα εκείνες τις τελευταίες χρυσαφένιες ανταύγειες, ο τόπος μοιάζει πραγματικά μαγικός. Λειτουργεί και ως φάρμακο για εσωτερική επαναςσύνταξη και πραγματική ψυχική ηρεμία.
Η Χάλκη είναι, άλλωστε, από εκείνους τους τόπους που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη σκηνογραφία γιατί την έχουν ήδη: το νερό μοιάζει να εισχωρεί σχεδόν μέσα στον οικισμό, σε σημείο που να χαρακτηρίζουν το νησί μια ελληνική παραλλαγή της Βενετίας, τα καΐκια και οι βάρκες-από αυτές τις παλιές ψαρότρατες τις οποίες εδώ διατήρησαν οι παλιοί ψαράδες και δεν τις κατέστρεψαν- μοιάζουν φυσική προέκταση της στεριάς ενώ τα σπίτια υψώνονται αμφιθεατρικά πάνω από το λιμάνι και οι ήχοι, όταν πέφτει η νύχτα αποκτούν εκείνη την καθαρότητα που μόνο τα μικρά νησιά γνωρίζουν, όταν οι μηχανές λιγοστεύουν και η θάλασσα αναλαμβάνει τον ρόλο μιας ανεπαίσθητης, σταθερής μουσικής υπόκρουσης. Ακριβώς γι' αυτό η ζωντανή μουσική με ποιοτική σφραγίδα αποκτά ιδιαίτερο χαρακτήρα και συνιστά την πολιτιστική ταυτότητα, μέσω του μουσικού φεστιβάλ που έχει καταστεί πλέον θεσμός.
Εξού και ο τίτλος «Μουσικές Ρίζες», που επέλεξε για το 5ο Φεστιβάλ Μουσικής Χάλκης – Δημήτρης Κρεμαστινός ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Νίκος Χαλιάσας, μαέστρος και μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, δεν έμοιαζε με μία από εκείνες τις θεματικές επικεφαλίδες που συχνά αναζητούν εκ των υστέρων ένα νόημα για να ενώσουν ετερόκλητες συναυλίες. Γιατί στη Χάλκη η έννοια της ρίζας είναι σχεδόν κυριολεκτική: είναι οι άνθρωποι που έφυγαν και εξακολουθούν να επιστρέφουν, οι οικογένειες που διασκορπίστηκαν στην Αυστραλία και αλλού αλλά κράτησαν το νησί ως σταθερό σημείο αναφοράς, τα τραγούδια που ταξίδεψαν μαζί τους, οι θαλάσσιες διαδρομές που ένωναν τα Δωδεκάνησα με την Κρήτη και τις απέναντι ακτές, αλλά και η επίμονη αντοχή ενός μικρού τόπου που αρνείται να αντιμετωπίσει τη γεωγραφική του απόσταση ως πολιτιστική απομόνωση.
Από τις 8 έως τις 12 Σεπτεμβρίου, πέντε διαφορετικές μουσικές συναντήσεις ενσωματώθηκαν έτσι όχι σε έναν ουδέτερο συναυλιακό χώρο αλλά μέσα στην ίδια τη γεωγραφία του νησιού: στην Οικία Δημήτρη Κρεμαστινού, στην Άκρη Λιμανιού, στον περίβολο του Αγίου Νικολάου και στο λιμάνι. Το Φεστιβάλ διέγραψε διαφορετικές διαδρομές μέσα στη Χάλκη και μαζί του μετακινήθηκε το κοινό, που βίωσε και χάρηκε με τον δικό του τρόπο τις μουσικές εκδηλώσεις.
Κλείσιμο
Ένα όραμα που έμεινε πίσω σαν παρακαταθήκη
Πριν όμως από τις συναυλίες υπάρχει μια ιστορία, ίσως η πιο ουσιαστική για να καταλάβει κανείς γιατί το Φεστιβάλ βρίσκεται εδώ και γιατί φέρει το όνομα του Δημήτρη Κρεμαστινού. Λίγο πριν από την έναρξη της συναυλίας που βρέθηκε στην καρδιά του φεστιβάλ, συγκινημένος ο δήμαρχος Χάλκης Άγγελος Φραγκάκης ανακάλεσε μια στιγμή από το παρελθόν, όταν ο Κρεμαστινός τού είχε εκφράσει ένα όραμα που αφορούσε τον τόπο του: να μπορέσει κάποτε αυτό το μικρό νησί να γίνει κέντρο πολιτισμού και συνάντησης. Μια κουβέντα που τότε θα μπορούσε να έχει παραμείνει απλώς μια επιθυμία, μία από εκείνες τις ιδέες που γεννά η βαθιά σχέση ενός ανθρώπου με τον τόπο καταγωγής του και συχνά χάνονται μέσα στις πρακτικές δυσκολίες της πραγματικότητας, απέκτησε μετά τον θάνατό του άλλο βάρος· σχεδόν τη δύναμη μιας παρακαταθήκης.
Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο πλέον κρίσιμος ρόλος του δημάρχου που ξεπερνά τυπική θεσμική παρουσία του. Για έναν μικρό νησιωτικό δήμο ο πολιτισμός δεν είναι αυτονόητη πολυτέλεια ούτε εύκολη υπόθεση: σημαίνει μετακινήσεις καλλιτεχνών και μουσικών οργάνων, υποδομές, συνέργειες, χρηματοδότηση, επιμονή και, κυρίως, μια πολιτική απόφαση ότι η περιφέρεια δεν είναι καταδικασμένη να περιμένει παθητικά ό,τι περισσεύει από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Έχοντας δει να συμπληρώνονται με επιτυχία πέντε ήδη διοργανώσεις, το Φεστιβάλ έχει αποκτήσει συνέχεια, διεθνείς συμμετοχές και ένα πρόγραμμα που δεν αντιμετωπίζει τη Χάλκη σαν εξωτικό φόντο μιας καλοκαιρινής συναυλίας αλλά επιχειρεί να συνομιλήσει με την ιστορία και τη φυσιογνωμία της.
Η φετινή επιλογή του μάλιστα ως μίας από τις δέκα νέες «καλές πρακτικές» ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο του European Heritage Hub προσθέτει σε αυτή την προσπάθεια μια ευρύτερη αναγνώριση: η μικρή κλίμακα, όταν συνοδεύεται από συνέχεια και σαφή πολιτιστική ταυτότητα, μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα και όχι ως περιορισμός.
Ένα σπίτι που δεν σιωπά
Υπάρχει όμως ένας τόπος όπου η σχέση ανάμεσα στη μνήμη και στο παρόν αποκτά σχεδόν υλική υπόσταση: η Οικία Δημήτρη Κρεμαστινού. Δεν είναι ένας ουδέτερος συναυλιακός χώρος ούτε μια σκηνή που επιλέχθηκε απλώς επειδή εξυπηρετούσε τις ανάγκες της διοργάνωσης. Είναι το σπίτι ενός ανθρώπου στενά δεμένου με τη Χάλκη, του οποίου το όνομα φέρει το Φεστιβάλ, και ο εξωτερικός του χώρος έχει ενταχθεί επανειλημμένα στη γεωγραφία των εκδηλώσεων. Έτσι, ένα σπίτι που κανονικά θα μπορούσε μετά την απώλεια του ανθρώπου του να παραπέμπει στην απουσία αποκτά για ορισμένες νύχτες του Σεπτεμβρίου ακριβώς την αντίθετη λειτουργία: ανοίγεται προς τον κόσμο, οι άνθρωποι συγκεντρώνονται μπροστά του, τα μουσικά όργανα παίρνουν τη θέση τους και η μνήμη παύει να είναι ακίνητη αποκτώντας και πάλι υπόσταση.
Όλα αυτά σκεφτόμαστε, καθώς βλέπουμε τα κουρτινάκια από τα ωραία παράθυρα να κουνιούνται από τον αέρα, σχεδόν ρυθμικά ακολουθώντας τους ήχους της μουσικής και το ολοζώντανο εσωτερικό του σπιτιού να μας δίνει την αίσθηση ότι θα βγει, κάποια στιγμή και πάλι, ο άνθρωπος που θα χαιρόταν όσο κανείς από ένα φεστιβάλ που τιμά και αναδεικύει τον τόπο καταγωγής του. Εξού και η σοφή απόφαση να μη μετατραπεί το σπίτι του σε ένα κλειστό μουσείο αλλά να καταστεί σημείο μιας ζωντανής συνάντησης, γεμάτες μουσική.
Εξού και ότι η φετινή διοργάνωση διάγοντας μια όμορφη κυκλικότητα ανοίγει μπροστά από την οικία Δημήτρη Κρεμαστινού, όπου δεσπόζει το τεράστιο μπάνερ, στις 8 Σεπτεμβρίου και εκεί επιστρέφει τέσσερις νύχτες αργότερα για να ολοκληρώσει τις εκδηλώσεις του. Ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές το Φεστιβάλ ταξίδεψε μέσα στο νησί, σαν να ακολουθούσε και το ίδιο τη βασική ιδέα των «Μουσικών Ριζών» όντας ο τόπος που θέλει κανείς να επιστρέψει.
Όταν η λύρα συναντά το πιάνο
Η πρώτη βραδιά στην Οικία Κρεμαστινού έδωσε ακριβώς αυτή τη σφραγίδα. Η συναυλία, αφιερωμένη στον αρχιμουσικό Γιάννη Φουρλάνο σύμφωνα με το υλικό της διοργάνωσης, σημαντική μουσική φυσιογνωμία των Δωδεκανήσων, στηρίχθηκε σε μια φαινομενικά παράδοξη συνύπαρξη: πιάνο και πεντάχορδη κρητική λύρα, κλασικό ρεπερτόριο και παραδοσιακό ηχόχρωμα. Το Elysium Duo, με την πιανίστα Τζένια Μανουσάκη και τον νεαρό δεξιοτέχνη της πεντάχορδης κρητικής λύρας Δημήτρη Αγγελάτο, έχει οικοδομήσει τη μουσική του πρόταση ακριβώς πάνω σε αυτή τη συνάντηση. Στο πρόγραμμα συναντήθηκαν ο Μπαχ, ο Λιστ, ο Ραχμάνινοφ, ο Σεν-Σανς και ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, ενώ η παρουσία του Σπύρου Μουρίκη, κορυφαίου κλαρινετίστα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, άνοιξε ακόμη περισσότερο το ηχητικό πεδίο. Η ίδια η επιλογή της κρητικής λύρας δεν ήταν άσχετη με τη θεματική: οι ιστορικές θαλάσσιες διαδρομές ανάμεσα στην Κρήτη και τη Χάλκη υπενθυμίζουν ότι οι μουσικές παραδόσεις των νησιών δεν υπήρξαν ποτέ ερμητικά κλειστές αλλά αποτέλεσμα διαρκών μετακινήσεων και ανταλλαγών.
Την επόμενη βραδιά, στην Άκρη Λιμανιού, αυτή η ιδέα της πολιτισμικής ώσμωσης απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση. Ο Haig Yazdjian, γεννημένος στη Συρία από Αρμένιους γονείς και εγκατεστημένος επί χρόνια στην Ελλάδα, είναι σχεδόν η προσωποποίηση της μουσικής χωρίς σύνορα: ουτίστας, συνθέτης και τραγουδιστής, κουβαλά στη μουσική του τις παραδόσεις της Αρμενίας και της Ανατολικής Μεσογείου, τις διασταυρώνει με βαλκανικούς και δυτικούς ήχους και μετατρέπει το ούτι σε όργανο μιας προσωπικής, σύγχρονης γλώσσας. Μαζί του στη Χάλκη βρέθηκαν ο Γιώργος Κοντογιάννης στη λύρα, ο Τάσος Πούλιος στο κανονάκι, ο Γιάννης Κυριμκυρίδης στα πλήκτρα και ο Θάνος Χατζηαναγνώστου στα τύμπανα. Σε ένα νησί που βρίσκεται πάνω στους παλιούς θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου, αυτή η μουσική φαντάζει σχεδόν σαν μια υπενθύμιση ότι η Μεσόγειος υπήρξε ανέκαθεν περισσότερο πέρασμα παρά σύνορο-και εδώ το νιώθεις περισςσότερο έντονα από οπουδήποτε αλλού.
Η μεγάλη απόσταση της επιστροφής
Την τρίτη βραδιά, στον πανέμορφο, βοτσαλωτό περίβολο του Αγίου Νικολάου, οι «ρίζες» απέκτησαν μια άλλη έννοια: εκείνη της διασποράς. Το Darlington String Quartet έφτασε από την Αυστραλία φέρνοντας ένα πρόγραμμα που εκτεινόταν από τον Μπραμς, τον Ραχμάνινοφ και τον Μπάρτοκ μέχρι τον Νίκο Σκαλκώτα και Αυστραλούς συνθέτες, δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κλασική παράδοση, τη νεότερη ελληνική δημιουργία και τον κόσμο της αυστραλιανής μουσικής.Ειδικά στα Δωδεκάνησα η Αυστραλία-και για όλους εμάς που έχουμε συγγενείς στη μακρινή Αυστραλία είναι γνωστό- δεν είναι μια μακρινή ήπειρος. Η μετανάστευση υπάρχει μέσα στις οικογενειακές ιστορίες, στα σπίτια που ανοίγουν ξανά το καλοκαίρι, στις δεύτερες και τρίτες γενιές που εξακολουθούν να αναζητούν τον τόπο των παππούδων τους, στη διπλή αίσθηση του ανήκειν που χαρακτηρίζει κάθε μεγάλη διασπορά. Έτσι, ένα αυστραλιανό κουαρτέτο εγχόρδων στη Χάλκης φάνταζε κάτι πέρα από μια διεθνής συμμετοχή-ένας διαφορετικός τρόπος επιστροφής. Γιατί οι ρίζες, όπως αποδείκνυε ολόκληρη η διοργάνωση, δεν αναπτύσσονται μόνο προς τα κάτω, μέσα στο χώμα, αλλά και οριζόντια διασχίζοντας ολόκληρους ωκεανούς, ηπείρους και γενιές. Και ύστερα ακολούθησαν οι δύο, εντελώς διαφορετικές, τελευταίες συναυλιακές βραδιές που έδειξαν το ποικιλιακό εύρος ενός φεστιβάλ, που έχει απήχησης σε όλους.
Ο Ζαμπέτας επιστρέφει στο λιμάνι
Μερικά τραγούδια φαίνονται να κατοικούν στο υποσυνείδητο περισςσότερο από τα άλλα καθώς έχουν συνδεθεί με οικογενειακά τραπέζια, παλιά ραδιόφωνα, ελληνικές ταινίες, καλοκαιρινές αυλές, νυχτερινά κέντρα που δεν υπάρχουν πια, με τις φωνές γονιών και παππούδων, διαγράφοντας ένα τεράστιο κύκλο αναφορών και αναμνήσεων. Σε αυτό το τεράστιο φάσμα ελληνικών αναφορών και αναμνήσεων αναμφίβολα ανήκουν τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα. Γι αυτό και η τέταρτη βραδιά, αφιερωμένη στα «100+1 χρόνια Γιώργος Ζαμπέτας», ήταν κάτι περισσότερο από ένα επετειακό αφιέρωμα. Και το λιμάνι της Χάλκης ήταν ίσως ο καταλληλότερος χώρος για να επιστρέψει ένας δημιουργός που έκανε τη λαϊκή μουσική εξωστρεφή, άμεση, σχεδόν σωματική· ένας δεξιοτέχνης του μπουζουκιού που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα συνθέτης, εκτελεστής, τραγουδιστής, περφόρμερ και ακαταμάχητος λαϊκός αφηγητής.
Ο Ζαμπέτας δεν υπήρξε μόνο ένας από τους χαρακτηριστικότερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού του 20ού αιώνα αλλά μια ολόκληρη σκηνική προσωπικότητα. Μέσα στα τραγούδια και στην παρουσία του μπορούσαν να συνυπάρχουν ο καημός και το πείραγμα, η μελαγχολία και η σχεδόν αφοπλιστική εξωστρέφεια, η λαϊκή αμεσότητα και μια μελωδική ευρηματικότητα που έκανε τα τραγούδια του να περνούν σχεδόν αμέσως στη συλλογική μνήμη. Η μεταπολεμική Ελλάδα, με τις αντιφάσεις, τις προσδοκίες, τους έρωτες και τη λαϊκή της καθημερινότητα, πέρασε μέσα από τις νότες του χωρίς ποτέ να χάνει το χιούμορ της.
Στη Χάλκη, όμως, αυτό το υλικό δεν αντιμετωπίστηκε ως μουσικό κατάλοιπο αλλά ως ολοζώντανο βίωμα. Η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, στην πρώτη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ, έφερε τα τραγούδια του σε επαφή με έναν διευρυμένο ορχηστρικό ήχο, μέσα από νέες ενορχηστρώσεις, ενώ ο Κώστας Μακεδόνας ανέλαβε μεγάλο μέρος του ερμηνευτικού βάρους.
Και η επιλογή του Μακεδόνα είχε τη δική της λογική: πρόκειται για έναν ερμηνευτή που επί δεκαετίες κινείται με φυσικότητα ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο τραγούδι, χωρίς να χρειάζεται να υπερτονίσει τη λαϊκότητα ενός κομματιού για να την καταστήσει πειστική. Σε ένα αφιέρωμα στον Ζαμπέτα αυτό ήταν κρίσιμο, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε κάθε αναβίωση ενός τόσο αναγνωρίσιμου δημιουργού είναι είτε η μίμηση είτε η μουσειακή ευλάβεια- και η μουσική του Ζαμπέτα δεν προσφέρεται για κανένα από τα δύο. Χρειάζεται ρυθμό, ελευθερία και κυρίως εκείνη την άμεση επικοινωνία με το κοινό που αποτελούσε ανέκαθεν μέρος της ουσιαστικής επικοινωνίας-και αυτό είναι κάτι που ο Κώστας Μακεδόνας που κέρδισε το κοινό με την πρώτη κιόλας νότα φάνηκε να το ξέρει καλά χωρίς να παραλείψει καμία από τις αξέχαστες δημουργίες του Ζαμπέτα: από τον «Πιο καλό το μαθητή» μέχρι το «Που σαι Θανάση» και το «Τι γλυκό να σε αγαπούν» και το «Με το βοριά».
Δίπλα του ο Ροδίτης δεξιοτέχνης Τάσος Νάνος ανέδειξε, με κάθε τρόπο, το όργανο χωρίς το οποίο μια βραδιά Ζαμπέτα θα έχανε το φυσικό της σώμα: το μπουζούκι. Η παρουσία ενός μουσικού από τη Ρόδο αποκτούσε μια επιπλέον τοπική διάσταση, ενώ η Μάλαμα Σεβαστού πρόσθεσε τη γυναικεία φωνή της βραδιάς. Την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ διηύθυνε ο Τάσος Συμεωνίδης. Ειδικά αυτή τη βραδιά, το λιμάνι της Χάλκης δεν ήταν απλώς ένα όμορφο φόντο καθώς φαινόταν να ταιριάζει απόλυτα με τα τραγούδια του Ζαμπέτα, σε ένα μέρος, όπου τα τραγούδια αναπνέουν και η μουσική μπορεί νοητά να διαχυθεί προς τα σπίτια, τις βάρκες, την προκυμαία, προς τους περαστικούς που σταματούσαν τις δραστηριότητες του για να παρακολουθήσουν τη συναυλία. Γιατί αυτή υπήρξε ανέκαθεν η μεγάλη δύναμη του λαϊκού τραγουδιού: η ικανότητά του να καταργεί για λίγα λεπτά την απόσταση ανάμεσα στον εκτελεστή και τον άνθρωπο που νιώθει βαθιά μέσα του τη χαρά και τον πόνο.Αν λοιπόν οι προηγούμενες βραδιές είχαν μιλήσει για τη ρίζα ως πολιτισμική ανταλλαγή, μετανάστευση και επιστροφή, η βραδιά του Ζαμπέτα μιλούσε για για τη ρίζα ως συλλογική μνήμη.
Και ύστερα το Φεστιβάλ επέστρεψε στην οικία του
Μετά την εξωστρέφεια του λιμανιού, το Φεστιβάλ έκανε την τελευταία του κίνηση προς μιας βραδιάς επισκόπησης, και εσωστρέφειας, μάλλον κυριολεκτικής, προς το εσωτερικό της οικίας Δημήτρη Κρεμαστινού, την οποία βλέπαμε ως φόντο. Ο τίτλος της τελευταίας συναυλίας, «Εξέφεξε η Ανατολή», έφερε κάτι από τη γλώσσα του παλιού ελληνικού τραγουδιού, εκεί όπου το ξημέρωμα, ο αποχωρισμός, ο έρωτας, ο θάνατος και η ξενιτιά συνιστούν υπαρξιακή συνθήκη. Η σύλληψη, ωστόσο, ήταν ίσως η πιο τολμηρή ολόκληρης της διοργάνωσης: δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια με δύο άρπες.
Παρότι ακούγεται αρχικά σαν μουσικό οξύμωρο-από τη μία, τραγούδια που η συλλογική ακουστική μνήμη έχει συνδέσει με το κλαρίνο, το λαούτο, το βιολί, το μπουζούκι και τον μπαγλαμά· από την άλλη η άρπα, ένα όργανο που στη σύγχρονη αντίληψη παραπέμπει πρωτίστως στη συμφωνική ορχήστρα, στην κλασική μουσική και σε έναν αιθέριο, σχεδόν διάφανο ήχο-μοιάζει να ταιριάζει απόλυτη με την ανοιχτή φιλοσοφία του Φεστιβάλ και το σκηνικό της Χάλκης. Άλλωστε, σε αυτόν τον ετερόκλητο διάλογο στηρίχθηκε η επεξεργασία του αρπίστα Θοδωρή Ματούλα. Δύο κύκλοι τραγουδιών: δέκα δημοτικά από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας και δέκα ρεμπέτικα της περιόδου 1930-1950, διασκευασμένα για δύο άρπες και φωνές. Μαζί του στην άρπα η Γωγώ Ξαγαρά και στις φωνές οι πραγματικά μαγικοί Βασίλης Αγροκώστας και η Χριστίνα Μαξούρη, που πραγματικά μας γοήτευσαν με τις εξαίσιες ερμηνείες του-αρκετές, μάλιστα, σχεδόν a capella ή με τη συνοδεία της άρπας.
Η όλη ιδέα ξεπερνούσε απλή αναζήτηση μιας πρωτότυπης ενορχήστρωσης και έμοιαζε να μας συστήνει τα τραγούδια από την αρχή. Η μελωδική γραμμή απογυμνώνεται από το αναμενόμενο περίβλημά της, οι λέξεις με την ανάλογη προφορά αφού πρόκειται για δημοτικά τραγούδια από διαφορετικές περιοχές ακούγονται αλλιώς και το οικείο αποκτούσε ξανά την αβεβαιότητα της πρώτης ακρόασης.
Ο Βασίλης Αγροκώστας, βαθιά συνδεδεμένος με την παραδοσιακή μουσική και τη μελέτη της, ήταν ιδανικός φορέας αυτής της πρώτης ύλης, ακριβώς επειδή προσεγγίζει το δημοτικό τραγούδι ως ζωντανή γλώσσα, όπου η άρθρωση, η ανάσα και η σχέση με τον λόγο μετρούν εξίσου με τη μελωδία. Δίπλα του η Χριστίνα Μαξούρη έφερνε μια διαφορετική σκηνική εμπειρία, εκείνη της ηθοποιού και μιας τραγουδίστριας που γνωρίζει ότι κάθε τραγούδι κρύβει μέσα του μια αφήγηση και μια ερμηνεία με τη φωνή της να μεταφέρει πρόσωπα, απουσίες και ιστορίες. Και αυτή ακριβώς η αφηγηματική ποιότητα γίνεται καθοριστική όταν το υλικό σου είναι το δημοτικό και το ρεμπέτικο.
Γιατί, όσο διαφορετικές κι αν είναι ιστορικά αυτές οι δύο παραδόσεις, υπάρχει ένας υπόγειος δρόμος που τις ενώνει, από τους χαμένους έρωτες μέχρι τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα και οι συγκεκριμένες ιστορικές συνιστώσες. Από τα δημοτικά στα ρεμπέτικα του 1930-1950 διαγράφεται μάλιστα μια ολόκληρη κοινωνική μετάβαση από την κοινότητα της υπαίθρου προς την πόλη, από το πανηγύρι προς το λιμάνι και τις λαϊκές συνοικίες και από την ανώνυμη δημιουργία προςκαλήν επώνυμη καταξίωση. Κι όμως, στον πυρήνα παραμένουν οι ίδιες αρχέγονες ανάγκες: ο έρωτας, η απώλεια, η επιθυμία, η ξενιτιά, η ανάγκη να ειπωθεί μέσα σε λίγους στίχους το σημαίνον και το υπάρχον. Εξού και ότι η ερμηνεία όλων αυτών των παραδοσιακών τραγουδιών από τους συγκεκριμένους ερμηνευτές, με αυτήν την παραστατικότητα, με τη συνοδεία της άρπας αφαιρούσε τις πρώτες, επιφανειακές αναγνώσεις και αναδείκνυε κάτι πιο ενδόμυχο, άμεσα συνυφασμένο με το νόημα και την πραγματική έννοια των «Μουσικών Ριζών».
Άλλωστε, οι ρίζες μετακινούνται, διακλαδίζονται και συναντούν άλλες ρίζες: η κρητική λύρα μπορεί να παίξει Ραχμάνινοφ, το ούτι να μεταφέρει Αρμενία, Συρία και Ανατολική Μεσόγειο σε ένα δωδεκανησιακό λιμάνι, ένα κουαρτέτο εγχόρδων να φτάσει από την Αυστραλία κουβαλώντας τη μεγάλη ιστορία της διασποράς, ο Ζαμπέτας να ξανακουστεί μέσα από μια σύγχρονη ορχήστρα και ένα παλιό ρεμπέτικο να συναντήσει δύο άρπες χωρίς να πάψει να κουβαλά την πρώτη του μνήμη. Εδώ έγκειται και η σημασία της καλλιτεχνικής κατεύθυνσης του Νίκου Χαλιάσα: το πρόγραμμα δεν λειτουργεί σαν άθροισμα ηχηρών ονομάτων αλλά σαν αφήγηση. Ξεκινά από την ιδέα της παράδοσης, ανοίγεται προς την Ανατολή, φτάνει μέχρι την Αυστραλία, επιστρέφει στη μεγάλη ελληνική λαϊκή μνήμη του Ζαμπέτα και καταλήγει εκεί όπου το δημοτικό συναντά το ρεμπέτικο.
Η διαδρομή δεν είναι γραμμική αλλά διαμορφώνει έναν άκρως εκφραστικό κύκλο. Ακόμη και η εικαστική ταυτότητα της φετινής διοργάνωσης ακολούθησε αυτή την αναζήτηση, με τη Μαριάννα Λούρμπα να δημιουργεί ειδικά για το Φεστιβάλ την «Οίμη», έργο που παραχωρήθηκε από τη Roma Gallery, προσθέτοντας ακόμη μία καλλιτεχνική γλώσσα στην προσπάθεια να αποκτήσει ο θεσμός αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία. Αυτό λοιπόν φαίνεται να είναι τελικά το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας ενός πολιτιστικού θεσμού, που είναι η ουσιαστική και αισθητική επικοινωνία με τον τόπο.
Γιατί μπορεί η Χάλκη να είναι ένα μικρό νηςσί στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, όμως για πέντε νύχτες οι διαδρομές που κατέληγαν σε αυτήν ξεκινούσαν από πολύ μακριά: από την Κρήτη και την Αρμενία, από την Ανατολική Μεσόγειο και την Αυστραλία, από το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι και τα ανώνυμα δημοτικά, από το μπουζούκι και την άρπα και από ανθρώπους που επιστρέφουν εδώ ανιχνεύοντας με διαφορετικό τρόπο ο καθένας τη δική του ρίζα.
Με πάνω από 30 χρόνια συνεχή και συνεπή παρουσία στην εκπαίδευση, το IdEF φέρνει την ακαδημαϊκή εμπειρία ενός δημόσιου γαλλικού πανεπιστημίου στην Ελλάδα, χωρίς να χρειάζεται κανείς να μετακομίσει στο εξωτερικό.