Ο βραβευμένος με Χορν πρωταγωνιστής συναντάει τον εμβληματικό σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα στο Θέατρο Αποθήκη σε ένα εξίσου εμβληματικό έργο της παγκόσμιας δραματουργίας: τους «Δίκαιους» του Καμί
Συνέντευξη στον Γιώργο Παπαϊωάννου
Φωτογράφος Πάνος Γιαννακόπουλος
Επιμέλεια Styling Λίζη Παπάζογλου
Πουκάμισο και παντελόνι, Dante Men
Κύριε Μπιμπή, να πω την αλήθεια, δεν ήσασταν η προτεραιότητά μου για συνέντευξη από το 2017, όταν σας πρωτοείδα στη σκηνή. Ως ηθοποιός, εξαιρετικός, δέκα βραβεία Χορν αξίζετε. Αλλά, να, κάπως δεν σας συμπαθούσα. Χωρίς λόγο, το ομολογώ. Ολα τα παραπάνω δεν τα είπα από μέσα μου, του τα είπα πρόσωπο με πρόσωπο και η έκφρασή του αντί να σκληρύνει έγινε ακόμα πιο γλυκιά, τα μάτια του γέλασαν, γέλασε ολόκληρος βασικά και αφοπλιστικά απάντησε πως μόλις του είπα την ιστορία της ζωής του με όσους δεν τον γνωρίζουν.
Πως ίσως τον θεωρούμε αλαζόνα και υπερόπτη, πως νομίζουμε ότι έχει μια σνομπ συμπεριφορά, έτσι, χωρίς λόγο. «Μπορεί να έχει κάτι η φάτσα μου και προκαλεί αυτή την εντύπωση», αποφάνθηκε χωρίς να σταματήσουν τα μάτια του να γελούν. Λοιπόν, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής είναι το εντελώς αντίθετο απ’ όλα αυτά και κάτι παραπάνω: είναι ένας φίλος που θα έβγαινες μαζί του για ποτά, να μιλάτε για μουσικές και αλητείες της νιότης, να σου λέει γιατί δεν έχει smartphone αλλά ένα Nokia 3310, γιατί αποφάσισε να μείνει μόνιμα έξω από την Αθήνα με τη σύντροφό του μόνο και μόνο για να έχουν κήπο και άλλες ιστορίες.
GALA: Οι «Δίκαιοι» θέτουν το ερώτημα μέχρι πού μπορεί να φτάσει κάποιος στο όνομα ενός ιδιαίτερα υψηλού ιδανικού. Υπάρχει για εσάς κάποιο ηθικό όριο που δεν θα ξεπερνούσατε για κανέναν λόγο; ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΙΜΠΗΣ: Πολλά ηθικά όρια υπάρχουν για μένα. Το έργο, όμως, περιγράφει μια πολύ διαφορετική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, σε ένα καθεστώς πάρα πολύ βίαιο, και θέτει το ερώτημα ποια είναι τα ηθικά όρια της ανταπόδοσης της βίας. Το έργο ξεκινά έχοντας ήδη λυμένο το ζήτημα του αν στη βία του καθεστώτος απαντάμε με βία. Αυτό το έχει ξεκαθαρίσει ο Καμί: αυτός είναι ο δρόμος. Από εκεί και πέρα, όμως, τίθενται τα όρια αυτής της βίας. Ο χαρακτήρας μου έρχεται αντιμέτωπος ακριβώς με αυτό το ερώτημα: ποιο είναι τελικά το όριο της βίας; Είναι τυφλή η βία της ανταπόδοσης στη βία ή έχει μάτια και βλέπει τι έχει μπροστά της;
G.: Εσάς σας αρέσει να φτάνετε στα όρια όταν πιστεύετε κάτι πολύ βαθιά; Κ.ΜΠ.: Είμαι άνθρωπος των άκρων, γενικά. Σε πολλά τμήματα της ζωής μου έχω λειτουργήσει ανεξέλεγκτα, δεν έχω συγκρατήσει τον εαυτό μου.
Πουκάμισο και παντελόνι, Dante Men
G.: Αυτό συνέβαινε περισσότερο όταν ήσασταν μικρότερος; Ησασταν, δηλαδή, εφηβικά επαναστάτης και παραμένετε έστω και λιγότερο σήμερα ή έχετε γίνει καθαρόαιμος πραγματιστής; Κ.ΜΠ.: Δεν είναι δυνατόν να γίνω πραγματιστής και όσο μεγαλώνω αισθάνομαι ότι ριζοσπαστικοποιούμαι ακόμη περισσότερο, διότι αισθάνομαι ότι αυτό απαιτούν και οι καιροί. Θεωρώ ότι βιώνουμε πολύ μεγαλύτερη βία απ’ ό,τι βιώναμε το 2008-2009, στην οικονομική κρίση και τα χρόνια που ακολούθησαν. Υφιστάμεθα πολύ πιο ισχυρή βία σε παγκόσμιο επίπεδο. Οπότε, όταν βλέπω βία, δεν μπορώ να παραμένω αμέτοχος.
G.: Σπάνιο άνθρωπος του σήμερα να πιστεύει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Κ.ΜΠ.: Οντως το σύγχρονο σύστημα οδηγεί τον άνθρωπο σε μια πραγματικά άγρια εξατομίκευση. Οταν ζούμε ως αποκομμένα άτομα, τα οποία μόνο εξ αποστάσεως δημιουργούν κοινωνικό σύνολο αλλά όχι μέσα από αλληλένδετες μεταξύ τους διαδικασίες, είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπηρετήσουμε κάτι που ξεπερνά τον εαυτό μας. Απαιτεί προσωπική υπέρβαση, για την οποία πρέπει να έχεις πολλά αποθέματα.
Σακάκι Casablanca, attica, Τhe Department Store. Αμάνικη μπλούζα, Fear of God
G.: Χρειάζεται και ιδεολογικό υπόβαθρο, ουσιαστική καλλιέργεια για κάτι τέτοιο. Κ.ΜΠ.: Ακριβώς. Και τα δύο, όμως, έχουν υπονομευτεί με τον χειρότερο τρόπο. Μιλούσαμε με τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον Γιάννη Κακλέα, στις πρόβες και μας απασχολεί πάρα πολύ το γεγονός ότι θέλουμε το έργο να προκαλέσει συζητήσεις. Να φεύγει ο κόσμος από το θέατρο και να συνεχίζει να συζητάει γι’ αυτά που είδε. Μου έλεγε ο Γιάννης για τα δικά του χρόνια, για τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, και για το πόσο δημιουργικές ήταν οι πολιτικές και δημόσιες συζητήσεις τότε. Η απόσταση είναι αχανής. Μπορώ πολύ εύκολα να φανταστώ τότε παρέες να διαφωνούν ακόμη και σε σημεία λεξιλογίου ή ορολογίας για τα πιστεύω τους. Τώρα αυτά τα πράγματα θεωρούνται έως φαιδρά, ακριβώς επειδή δεν ασχολείται κανείς με αυτά.
G.: Οταν σας είχα πρωτοδεί σε θεατρική παράσταση, μόλις είχατε κερδίσει το βραβείο Χορν. Σας βοήθησε σε κάτι; Κ.ΜΠ.: Με την έννοια της καριέρας δεν με βοήθησε, διότι είχα ήδη κάνει το πρώτο μου βήμα στο θέατρο τέσσερα χρόνια νωρίτερα, είχα ήδη κατέβει στην Επίδαυρο δύο φορές, με είχε μάθει ο κόσμος, με είχε μάθει η πιάτσα. Περισσότερο εξαργυρώθηκε ψυχολογικά. Καμιά φορά είναι ωραίο να έρχεται ένας εξωτερικός παράγοντας για να σου πει κάτι. Τώρα δεν με ενδιαφέρει τόσο. Γενικώς, έχω αντίσταση σε όλα αυτά, λόγω και του ότι μεγάλωσα στην εργατική τάξη. Δεν έχω την εντύπωση ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο. Κάνουμε απλώς μια δουλειά. Πολύ ωραία δουλειά βέβαια και όσοι ζούμε από αυτή είμαστε πραγματικά τυχεροί.
Μπλούζα, Dante Men
G.: Αν δεν έχετε έστω και λίγο ψώνιο, τότε γιατί αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός; Κ.ΜΠ.: Καταρχάς, o πατέρας μου είναι εργάτης, οικοδόμος, και δεν ήθελε ποτέ να γίνω εγώ. Αλλά και ο ίδιος από πολύ μικρός αγάπησα τα κείμενα, τη λογοτεχνία, τη μουσική, την ποίηση. Κάπως μέσα από αυτά οδηγήθηκα στο θέατρο.
G.: Από τους νεότερους ηθοποιούς που βραβεύτηκαν μετά από εσάς, υπάρχει κάποιος που θα λέγατε ότι ξεχωρίζετε; Κ.ΜΠ.: Ο Δημήτρης Καπουράνης είναι σπουδαίος συνάδελφος. Ο Αναστάσης Ροϊλός επίσης. Μάλιστα, ο Αναστάσης κέρδισε το βραβείο για παράσταση όπου παίξαμε μαζί.
G.: Αισθάνεστε ζήλια για συναδέλφους σας; Κ.ΜΠ.: Ούτε καν. Οταν αγαπάς πάρα πολύ κάτι, θέλεις να υπάρχουν καλοί άνθρωποι σε αυτό. Εστω ότι αγαπάς πολύ το ποδόσφαιρο και παίζεις ποδόσφαιρο. Πρέπει να θέλεις να υπάρχουν καλοί ποδοσφαιριστές, καλύτεροι από σένα. Το ίδιο σκέφτομαι και για το θέατρο. Οσο πιο καλό υλικό υπάρχει, όσο πιο πολύ μαζί είμαστε, όσο περισσότερο στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, τόσο ανεβαίνει το ελληνικό θέατρο.
G.: Φαίνεται πως έχετε αυτοπεποίθηση. Κ.ΜΠ.: Αυτοπεποίθηση έχω, ίσως λίγο περισσότερη απ’ όσο χρειάζεται καμιά φορά. Καλό είναι, νομίζω. Εννοείται πως με έχει οδηγήσει πολλές φορές να φάω τα μούτρα μου πολύ άσχημα, αλλά ακόμα και αυτό είναι φοβερό μάθημα στην τέχνη. Αυτή η διαδικασία με αφήνει μετά πιο πλούσιο. Μαθαίνω κάθε φορά.
G.: Την αποκτήσατε μεγάλος, όταν είδατε ότι κάνατε επιτυχία ως ηθοποιός; Κ.ΜΠ.: Την έχω από μικρός. Τότε, μάλιστα, είχε και χαρακτηριστικά θράσους. Τώρα είναι κάπως πιο ώριμη. Εχω επίσης κάτι που με έχει βοηθήσει πολύ: πολλή υπομονή. Οσο δεν έχω την παραμικρή ανοχή σε πράγματα χυδαία ή κακοποιητικά, τόσο μεγάλη υπομονή έχω. Νομίζω ότι το έχω πάρει από τη μάνα μου αυτό το χαρακτηριστικό.
G.: Τι θα λέγατε στον εαυτό σας δέκα χρόνια πριν; Κ.ΜΠ.: «Ξεκίνα ψυχοθεραπεία». Και το έκανα. Τώρα, δέκα χρόνια μετά, ολοκλήρωσα την ψυχοθεραπεία μου. Ο πρώτος κύκλος μόλις έκλεισε. Θεωρώ πως μου έσωσε τη ζωή. Ημουν ένα παιδί πάρα πολύ μπερδεμένο, πάρα πολύ θυμωμένο, πάρα πολύ πληγωμένο. Είχα προσπαθήσει να διαχειριστώ πολλά πράγματα και πολλά τραύματα με λάθος τρόπους, πολύ ροκσταριλίκι και πολλή θολούρα.
G.: Πιστεύατε δηλαδή ότι μπορούσατε και μόνος σας να λύσετε όλα αυτά τα ζητήματα; Κ.ΜΠ.: Ναι, το είχα καταπιεί όλο αυτό το παραμύθι, ότι μόνος μου μπορώ, ότι μέσα από την τέχνη μου μπορώ, ότι με τους φίλους μου μπορώ. Μετά, κατάλαβα ότι η τέχνη μπορεί να γίνει καταφύγιο και τρόπος αναζήτησης, αλλά κάποια πράγματα απαιτούν να κοιτάξεις τον εαυτό σου κατάματα και να κάνεις τη δουλειά που χρειάζεται. Αυτό, τελικά, είναι και ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος.