Ο Ντέιβιντ Μπόουι μέσα από τα λόγια του: Aν πιστεύεις πως είσαι «μάτσο» άνδρας, μάλλον δεν αισθάνεσαι και τόσο σίγουρος για τον εαυτό σου
Τις αποκαλυπτικές, τολμηρές και προφητικές οι απόψεις του, που καταγράφονται στο βιβλίο «Ντέιβιντ Μπόουι: Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» προδημοσιεύει αποκλειστικά το protothema.gr
Ήταν ο καλλιτέχνης – χαμαιλέοντας με τα πολλά πρόσωπα, ο διασημότερος εξωγήινος ροκ σταρ, ο Ziggy Startdust, ο Λευκός Λεπτός Δούκας. ο ρηξικέλευθος, ο τολμηρός, ο επιδραστικός δημιουργός που δεν σταμάτησε ποτέ να επανεφεύρει τον εαυτό του μέχρι την τελευταία του ανάσα και σφράγισε ανεξίτηλα την παγκόσμια μουσική ιστορία του 20ού αιώνα. Το ερώτημα «ποιος ήταν πραγματικά ο Ντέιβιντ Μπόουι;» παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, στα 69 του χρόνια, από καρκίνο.
Η αλήθεια είναι πως ούτε ο ίδιος ήξερε την απάντηση καθώς μια ολόκληρη ζωή ισορροπούσε ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, προσωπικές και καλλιτεχνικές, πειραματιζόταν, εξερευνούσε, αναθεωρούσε. Κι αυτή η ισόβια διαδικασία εξέλιξης και μεταμόρφωσης, από την οποία άλλωστε προέκυπτε και η μοναδικότητά του, καταγράφεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στις σελίδες του βιβλίου «Ντέιβιντ Μπόουι: Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Key Books, αποσπάσματα από το οποίο προδημοσιεύει σήμερα το protothema.gr.
«Γράφεις με στόχο να αποκτήσεις ή να χάσεις την ταυτότητά σου;» τον ρωτά ο Πάτρικ Σάλβο κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 1973 στο περιοδικό «Interview», κι εκείνος απαντά με απόλυτη ειλικρίνεια: «Ενδεχομένως να την κατανοήσω. Δεν νομίζω πως το κάνω είτε για να την αποκτήσω είτε για να τη χάσω». Παραδέχεται, επίσης, πως η παρωδία αποτελούσε γι’ αυτόν μια διέξοδο από τα προβλήματα με τα οποία ερχόταν αντιμέτωπος αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει: «Κατέφευγα στην παρωδία ως μια μορφή άμυνας. Οι περισσότεροι άνθρωποι επιτίθενται με αυτό τον τρόπο» λέει χαρακτηριστικά.
Το οικογενειακό ιστορικό ψυχικής ασθένειας
Στην ίδια συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αμερική, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του εμβληματικού άλμπουμ του «The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» που εκτόξευσε τη φήμη του, ο Ντέιβιντ Μπόουι περιγράφει λεπτομέρειες από τα παιδικά του χρόνια τα οποία, αναμφισβήτητα, καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του: «Γεννήθηκα στο Λονδίνο το 1947, μετά τον πόλεμο. Ακριβώς αυτό που λέμε παιδί του πολέμου. Σχολείο πήγα στο Μπρίξτον και στη συνέχεια εγκαταστάθηκα στο Γιόρκσαϊρ, που είναι στα βόρεια της Αγγλίας. Μεγάλωσα στα αγροκτήματα εκεί πάνω. Οπότε, βασικά έχω δει πώς είναι τα πράγματα και στις δύο καταστάσεις, από την τραγικά υποβαθμισμένη συνοικία του Μπρίξτον, με τον αρκετά μεγάλο πληθυσμό μαύρων, μέχρι την επαρχία και τις φάρμες της. Ως παιδί, έζησα και τα δύο, οπότε και οι δύο αυτές καταστάσεις με επηρέασαν ουσιαστικά, και προέκυψε έτσι μια σχιζοειδής στάση απέναντι στη ζωή. Νομίζω πως αυτό ήταν που με μπέρδευε, γιατί, έχοντας δει την καλή εκδοχή και των δύο περιπτώσεων, δεν μπορούσα να διαχειριστώ πολλά από τα προβλήματα που υπήρχαν γενικότερα στην κοινωνία».
Επιπλέον, αναφέρεται στο ιστορικό ψυχιατρικών προβλημάτων της οικογένειάς του και στις νοσηλείες της μητέρας αλλά και του ετεροθαλή αδελφού του: «Υπάρχει μια σχιζοειδής τάση στην οικογένεια ούτως ή άλλως, οπότε θα έλεγα πως επηρεάζομαι κι εγώ από αυτή. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην οικογένειά μου έχουν περάσει από κάποιου είδους ψυχιατρικό ίδρυμα. Όσο για τον αδερφό μου, δεν θέλει να φύγει. Του αρέσει πάρα πολύ. Τώρα τελευταία μεταφέρθηκε σε καινούριο χώρο, όμως το παλιό, το Κέιν Χιλ, το γούσταρε πολύ. Ευχαρίστως θα πέρναγε την υπόλοιπη ζωή του εκεί πέρα… κυρίως γιατί οι περισσότεροι από τους ανθρώπους εκεί κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνον. Και δεν είναι κανένα φρικιό, είναι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Η μητέρα μου έκανε την εισαγωγή, πράγμα πολύ θλιβερό, όμως έχει περάσει και η ίδια από τέτοια μέρη. Θεωρεί πως της έκανε καλό, όμως δεν είναι έτσι. Χρειάστηκε να την πάμε διακοπές, τη στείλαμε για ένα διάστημα στην Κύπρο. H όλη κατάσταση γίνεται πολύ άβολη...»
Κλείσιμο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζουν και οι απόψεις του για τον ναζισμό και τη θρησκεία: «Έγραψα ένα τραγούδι, με τίτλο “The Supermen”, που αναφέρεται στη φυλή των Homo superior, και μέσα από αυτό άρχισα να διαβάζω για τον ναζισμό. Έχω πάθει σοκ με τις μεθόδους τους… ήταν διαβολικές. Δεν χωράει ο νους μου τι υποστήριζε η θεωρία τους, τα εφιαλτικά αποτελέσματα, την αισχρή αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή, ιδίως απέναντι σε συγκεκριμένες φυλές και θρησκείες. Φαινόταν από μακριά πως σειρά θα έπαιρναν οι ρωμαιοκαθολικοί. Ο Πάπας εξαγόρασε τον Χίτλερ. Ήταν όλο εκείνο το σκηνικό με το Μαγικό Κρασί. Ο Χίτλερ ήθελε να αναπτύξει μια άρια φυλή. Για ποιο λόγο; Για να πολεμήσει τον Homo superior. Τον φοβόταν τρομερά, και ο στόχος του, να αναπτύξει μια φυλή Αρίων, ήταν μια διαστρέβλωση εκείνης της όμορφης αίσθησης του Homo superior. Επειδή ήταν μια τόσο καταθλιπτική εποχή, πνευματικά και ηθικά, όλα πήγαν τελείως στραβά. Είμαι σίγουρος πως ο Χίτλερ θα μπορούσε να έχει τελείως άλλη πορεία. Υπόψη, όμως, μιλάμε για έναν παρανοϊκό πλανήτη, οπότε είναι καταδικασμένος στην παράνοια. Δεν αποκλείεται να στραβώσαμε τον κόσμο τόσο πολύ, να τον εκτρέψαμε από τον άξονά του, από τον πρακτικό και πνευματικό άξονά του τόσο πολύ, ώστε ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα νέα παιδιά μπορούσαν να επηρεαστούν από τους παππούδες τους ενδεχομένως να γύρισε κάποιο διακόπτη στο κεφάλι τους, έτσι που δεν αποκλείεται να διαπιστώσεις πως γεννήσαμε τον Homo superior πρόωρα».
Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα
Ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ο καλλιτέχνης που τόλμησε να φέρει στο φως το ανδρόγυνο λουκ σε μια εποχή συντηρητική που δεν είχε σχεδόν καμία ανοχή στη διαφορετικότητα. Ο Ziggy Stardust, ο πιο διάσημος χαρακτήρας που εφηύρε και αποτέλεσε, για πολλά χρόνια, το άλτερ έγκο του, δημιουργώντας την επαναστατική σχολή του «γκλαμ ροκ», φορούσε εξωφρενικά κοστούμια και έντονο μακιγιάζ το οποίο συνδύαζε με το στυλιζαρισμένο πορτοκαλί μαλλί του. Ήταν ένας άφυλος εξωγήινος - προφήτης που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για το δυσοίωνο μέλλον. Όλο αυτό το στυλ παρέπεμπε κάποιους στο συμπέρασμα πως ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ομοφυλόφιλος. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε δηλώσει, κάποια στιγμή τη δεκαετία του ‘70 πως είναι γκέι, δήλωση την οποία ανακάλεσε δημόσια το 1983.
Οι απόψεις του για τη σεξουαλικότητα, πάντως, ήταν πολύ ανοιχτόμυαλες για την εποχή του και φιλοσοφημένες για την ηλικία του: «Η σεξουαλικότητα είναι μέσα μου κι αυτό είναι όλο. Δεν πρόκειται να κυκλοφορήσει σαν νέα διαφημιστική καμπάνια του χρόνου. Απλώς υπάρχει. Ό,τι μπορείς να σκεφτείς για τη σεξουαλικότητα απλώς υπάρχει. Ενδεχομένως να υπάρχουν διαφορετικές μορφές σεξουαλικότητας και ίσως να μπουν δυναμικότερα στην εξίσωση. Για παράδειγμα, υπήρχε εποχή που ήταν αδύνατο να είσαι ομοφυλόφιλος, σε ό,τι είχε να κάνει με την κοινή γνώμη. Πλέον, είναι αποδεκτό. Η σεξουαλικότητα ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει, γιατί οι άνθρωποι γαμιούνται ο καθένας με τον τρόπο του από τη χαραυγή του χρόνου και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Απλώς θα έρχονται στο φως περισσότεροι από εκείνους τους τρόπους. Δεν αποκλείεται ακόμη και να προκύψει μια πουριτανική κατάσταση» δήλωνε, προφητικά σχεδόν, το 1974, σε συνέντευξή του στο «Rolling Stone», την εποχή που είχε ήδη κάνει τον πρώτο του γάμο και είχε αποκτήσει τον έναν γιο τρία χρόνια νωρίτερα.
Όσο για τον έρωτα; Ο ψαγμένος αυτός ροκάς – φιλόσοφος είχε μάλλον αρνητική άποψη και ταύτιζε την έννοια της αγάπης με πολλών διαφορετικών ειδών σχέσεις: «Δεν αισθάνομαι άνετα με τη λέξη “έρωτας”. Μου είπαν πως είναι ωραίο να ερωτεύεσαι, μα, για μένα, εκείνη η περίοδος καμία σχέση δεν είχε με αυτά που μου έλεγαν. Πρόσφερα υπερβολικά πολύ χρόνο και ενέργεια σε ένα άλλο άτομο, και το άτομο αυτό δεν έκανε το ίδιο για μένα, οπότε αρχίσαμε να εξαντλούμε ο ένας τον άλλο. Κι αυτό είναι που το περιγράφουν σαν έρωτα… και αποφασίζουμε να επενδύσουμε όλες τις αξίες μας σε ένα άλλο άτομο. Είναι σαν να εμφανίζονται δυο εξιδανικευμένες καταστάσεις, και να προσπαθεί η μία να γίνει η άλλη. Η λέξη είναι λάθος, είμαι σίγουρος. Έχει να κάνει με τον τρόπο που περιγράφεις τον έρωτα. Η αγάπη που εντοπίζεις μεταξύ ανθρώπων που λένε “Είμαστε ερωτευμένοι” είναι ωραίο ως θέαμα… Όμως το να θέλεις να μην είσαι μόνος, να θέλεις να έχεις δίπλα σου έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορείς να επικοινωνήσεις για μερικά χρόνια συχνά δεν είναι εκείνη η αγάπη που συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής αυτών των ανθρώπων. Υπάρχει μια άλλη λέξη. Δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο είναι λέξη. Αγάπη είναι κάθε είδος σχέσης που μπορείς να σκεφτείς… Είμαι σίγουρος πως σημαίνει σχέση, κάθε είδος σχέσης που μπορείς να σκεφτείς».
Όπως αποδείχτηκε, ωστόσο, μερικά χρόνια αργότερα έμελλε να βρει όλα εκείνα που έψαχνε σε μια σύντροφο στο πρόσωπο της Ιμάν, του μοντέλου με καταγωγή από τη Σομαλία που παντρεύτηκε το 1990, απέκτησε μαζί της μια υπέροχη κόρη, η οποία είναι σήμερα 25 ετών, και πορεύτηκαν μαζί, αχώριστοι, μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Ντέιβιντ Μπόουι σεβόταν βαθιά τις γυναίκες, θεωρούσε αυτονόητη την ισότητα των φύλων ήταν, ωστόσο, συνειδητά εναντίον του φεμινιστικού κινήματος. Για όλα αυτά είχε μιλήσει το Φθινόπωρο του 2000, σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «Bust», τα ερωτήματα της οποίας έθετε η σύντροφος της ζωής του, η Ιμάν.
«Ανέκαθεν είχα τεράστια θέματα με τα διάφορα «κινήματα» και, γενικά, με οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει σε εισαγωγικά. Όποιο κι αν είναι το υφιστάμενο μανιφέστο, ο προσωπικός ορισμός είναι πάντοτε υποκειμενικός, κι αυτή, επί της ουσίας, είναι η ευρύτερη πραγματικότητα. Σε γενικές γραμμές, φαντάζομαι, βρίσκω άκρως προσβλητικό το να βλέπω γυναίκες να αντιμετωπίζονται σαν ιδιοκτησία ή σαν εξαρτήματα. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε μία κατάσταση όπου μια γυναίκα δεν θα μπορούσε να αποδώσει εξίσου καλά ή καλύτερα από ό,τι ένας άντρας. Ενδεχομένως, μια κατάσταση που να απαιτεί αποκλειστικά ωμή δύναμη να συνιστά μια εξαίρεση, όμως κι εδώ μια γυναίκα θα ήταν αρκετά ευφυής ώστε να αναθέσει τη δουλειά στο κατάλληλο άτομο. Σε εκείνη τη μία, συγκεκριμένη περίπτωση σε κάποιον άντρα» δηλώνει με νόημα σε ερώτηση σχετικά με τον φεμινισμό ενώ όταν ερωτάται αν θεωρεί τον εαυτό του «μάτσο» άνδρα υπό οποιαδήποτε έννοια απαντά ευφυέστατα: «Θα μπορούσα να επιβιώσω σε μια ζούγκλα και πρέπει να ξυρίζομαι μια φορά τη μέρα. Αυτό, αρκεί; Νομίζω ότι το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του μάτσο αποτελεί ήδη ένδειξη πως δεν αισθάνεται και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του».
Έχοντας περάσει από πολλές, διαφορετικές φάσεις ζωής, καθολικής επιτυχίας αλλά και σκοταδιού, όπως η μάχη για την απεξάρτησή του από τα ναρκωτικά, ο Μπόουι απομυθοποίησε την αξία της φήμης σχετικά νωρίς: «Οπωσδήποτε τη γύρευα κι εγώ τη δόση μου, όταν ήμουν νεαρός. Αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από απογοητευτικό, όταν διαπίστωσα πως η φήμη δεν μεταφραζόταν σε τίποτε περισσότερο από ένα καλό τραπέζι σε κάποιο εστιατόριο. Δεν υπάρχει τίποτε στη φήμη που να αξίζει να λαχταράς. Η φύση της φήμης μοιάζει να έχει μεταβληθεί το τελευταίο διάστημα. Από ό,τι μαθαίνω, πλέον δεν σου εξασφαλίζει ούτε ένα εισιτήριο για να δεις τη Μαντόνα. Οπότε, δεν πρόκειται να συστήσω στα παιδιά μου να την επιδιώξουν. Το να έχεις επιρροή είναι περισσότερο χρήσιμο για να θρέφεις τον εγωισμό σου. Το καλύτερο φτιάξιμο, όμως, είναι η ικανοποίηση και ο ενθουσιασμός για το έργο σου» δήλωνε, απολύτως συνειδητοποιημένος, το 2001, στον «Guardian» και στην Βρετανίδα εικαστικό Τρέϊσι Έμιν.
Η διαχρονική δύναμη της μουσικής
Απ’ όλες τις τέχνες με τις οποίες καταπιάστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του, μεταξύ των οποίων η μουσική, η υποκριτική αλλά και η ζωγραφική, ο Ντέιβιντ Μπόουι φαίνεται να θεωρούσε την πρώτη ως την πλέον δυνατή και διαχρονικά επιδραστική. Σε μια συνέντευξή του, μάλιστα, το 1987, στο περιοδικό «Vox Pop», εξήγησε, ιδιαίτερα εύστοχα, πού κρύβεται η αστείρευτη δύναμη της μουσικής: «To ροκ εν ρολ είναι για εμάς… όχι για τους νέους. Εμείς το γράψαμε, εμείς το παίζουμε, εμείς το ακούμε. Εμείς ακούμε ροκ μουσική. Οι νέοι ακούνε κάτι άλλο… τους χρειάζεται ένα νέο είδος μουσικής, δοσμένο διαφορετικά. Αμιγώς σε επίπεδο απελευθέρωσης κεφιού παραμένει εξίσου σημαντικό όπως πρώτα. Κοινωνικά, όμως, αλλάζει το καλεντάρι του, αλλάζει το λεξιλόγιό του διαρκώς. Κι αυτό είναι που το καθιστά την πλέον συναρπαστική μορφή τέχνης ουσιαστικά. Επειδή συνιστά κοινωνικό συνάλλαγμα・έχει εξασφαλίσει μια θέση στην κοινωνία. Είναι μια ζώσα τέχνη, και διέρχεται από μια διαρκή διαδικασία επαναξιολόγησης και αλλαγής».
Πάντοτε στην πρωτοπορία, τα Εκπαιδευτήρια Καίσαρη αναζητούν τρόπους που προάγουν την ουσιαστική μάθηση και τη βαθιά κατανόηση. Και για να το πετύχουν αξιοποιούν τα τελευταία χρόνια την ψηφιακή τεχνολογία και το λάθος ως εργαλείο μάθησης.