Πόσο ηθικό είναι το διεθνές τραπεζικό σύστημα;
Εν μέσω αβεβαιότητας για την πορεία του τραπεζικού συστήματος αλλά και τη πολιτικής που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ υπό την νέα ηγεσία της, δεν μπορεί παρά να υπάρχει προβληματισμός από το γεγονός ότι συμπεριφορικές «ανωμαλίες» δέκα εκ των μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης για την περίοδο 2009-2018, έχουν οδηγήσει σε συνολικά πρόστιμα 97 δις δολαρίων.
Ορισμένα από τα πλέον τρανταχτά ονόματα όπως Deutche Bank με 18,3 δις πρόστιμο, Credit Suisseμε (13,2 δις), BNP (11,3 δις) και HSBC (9,5 δις), προκαλούν δέος αν αναλογισθούμε πως πιθανή κεφαλαιακή ενίσχυση των ελληνικών τραπεζών με το ένα δέκατο του ποσού του προστίμου θα σήμανε την αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος. Κατ. επέκταση της οικονομίας. Σκέψεις που είναι επίκαιρες την στιγμή που η νέα κυβέρνηση καλείται άμεσα να διαπραγματευτεί την διαχείριση των κόκκινων δανείων, καθώς και την μείωση της αναγκαστικής ύπαρξης πλεονασμάτων από 3,5% σε 2,5% του ΑΕΠ.
Προφανώς υπό το παραπάνω πρίσμα δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ηθική στην συμπεριφορά δανειοληπτών ιδιωτών, επιχειρηματιών αλλά και κρατών, ή να επιβάλλεται σκληρή γραμμή, όταν τα φαινόμενα παράτυπης λειτουργίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο. Ειδικά όταν η έννοια της προστασίας από δραστηριότητες ξεπλύματος μαύρου χρήματος αλλά και χρήσης στοιχείων εσωτερικής πληροφόρησης είναι αδύνατον να εξαλειφθούν πλήρως. Barklays, Citi και JPMorgan φαίνεται ότι κλήθηκαν να πληρώσουν πρόστιμα ύψους 1,1 δις ευρώ για χειραγώγηση τιμών συναλλάγματος. Η δεDeutche Bank φαίνεται ότι ελέγχεται για συμμετοχή σε πλημμελή έλεγχο «ξεπλύματος» από το 2008, ενώ η Swed Bank καθώς και η NordeaBank της Φινλανδίας για ξέπλυμα και «εσωτερική» πληροφόρηση. Τα πρόστιμα σε αυτή την περίπτωση ανέρχονται σε 18 δις.
Η απλή λογική παραπέμπει στο γεγονός ότι για να έχουν την δυνατότητα οι τράπεζες αυτές να αντέχουν πρόστιμα αυτού το μεγέθους, τα κέρδη τους από τυχόν προβληματικές δραστηριότητες είναι πολλαπλάσια. Κέρδη που πιθανότατα δεν διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, καθώς δεν προκύπτουν – όπως αποδεικνύεται- από «πραγματικές» δραστηριότητες. Αν δε θέσουμε ως βάση συλλογισμού την παραπάνω διαπίστωση, τότε θα πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως τυχόν νέα πολιτική «ποσοτική χαλάρωσης» από την ΕΚΤ, θα διαμορφώσει εκτός από μία υποστηρικτική δυναμική, παράλληλες «στρεβλώσεις». Η προοπτική αυτή φαίνεται ποιο πιθανή μετά τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Ευρωπαικής Επιτροπής για αναμενόμενη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της Ευρωζώνης.
Οι πρακτικές στρεβλότητας που αναδεικνύονται δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε γρήγορη συγκρότηση ενός πλαισίου πραγματικής τραπεζικής ενοποίησης. Ούτε βέβαια σε ολοκλήρωση της προσπάθειας δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ταμείου εγγύησης καταθέσεων. Επιπρόσθετα εκτός των παραπάνω επισημάνσεων, προκύπτει πως τόσο η συνολική αντιμετώπιση της διαχείρισης των κόκκινων δανείων, όσο και η διαχείριση «επικίνδυνων» στοιχείων ενεργητικού ορισμένων τραπεζών μέσω «συνθετικών» προϊόντων και υβριδικών ομολόγων αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ενός κινδύνου που προέρχεται – όπως αναφέρουν πηγές- κυρίως από τις Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες με μεγαλύτερη έκθεση από πλευράς Deutche Bank. Βέβαια στοιχεία ενεργητικού αυτής της μορφής δεν είναι κατ΄ανάγκη τοξικά. Όμως, το μέγεθος του κινδύνου που εμπεριέχουν είναι απροσδιόριστο καθώς τα υβριδικά αυτά προϊόντα δύσκολα αξιολογούνται. Ακόμα δυσκολότερα δε ρευστοποιούνται.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αναδεικνύεται το γεγονός πως παρά τις προσπάθειες ενοποίησης του Ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος οι στρεβλώσεις διαμορφώνουν μία αρνητική δυναμική προβληματισμού και καθυστερήσεων. Μπορεί η ΕΚΤ να προωθεί τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς την ρευστότητα του συστήματος, φαίνεται όμως πως δεν έχει τα «πολιτικά εργαλεία» να επιβάλλει την καθ ολοκληρία ορθολογική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Κατ΄επέκταση την ενοποίηση του.
Ίσως το ίδιο το τραπεζικό σύστημα –κυρίως οι μεγαλύτεροι παίκτες- να έχει ξεφύγει της πορείας του ως κλασικός χρηματοδότης της επιχειρηματικότητας και της ανάπτυξης. Ο στόχος της όλο εντεινόμενης ανάγκης για κερδοφορία εν μέσω όλο και ποιο σύνθετων οικονομικών κύκλων υποχρεώνει τις τράπεζες να αναζητούν εναλλακτικές πηγές κερδοφορίας μέσα από δραστηριότητες που μπορεί να υποκρύπτουν στρεβλότητες.
Δυστυχώς, η επίπτωση των ενεργειών αυτών οδηγεί τους ελεγκτικούς μηχανισμούς σε επιβολή συνεχών κεφαλαιακών ενισχύσεων. Μία εξέλιξη που μπορεί να είναι σταδιακά αντιμετωπίσιμη από τις μεγάλες Ευρωπαϊκές τράπεζες, δύσκολα όμως διαχειρίσιμη από τις μικρές όπως για παράδειγμα οι ελληνικές. Θεωρητικά η λογική εξέλιξη είναι η ανάδειξη πεδίων συγχωνεύσεων με προοπτική κεφαλαιακών ενισχύσεων. Αυτό όμως από μόνον του ως γεγονός διαμορφώνει μία νέα στρεβλότητα. Αυτή του μειωμένου ανταγωνισμού και νέων μεγάλων σχημάτων με απρόβλεπτο συστημικό κίνδυνο εφόσον οι τράπεζες λειτουργήσουν με πρακτικές του παρελθόντος.
Το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα – κατ΄επέκταση η προοπτική ενοποίησής του – βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η διαδικασία λειτουργίας αλλά και εξομοίωσης ανισομερής. Η βούληση ανάλογη της πολιτικής βαρύτητας κάθε χώρας. Η δυνατότητα εφαρμογής συνδεδεμένη με την προοπτική κάθε οικονομίας. Ενας φαύλος κύκλος που αναδεικνύει μία ανταγωνιστική δυσαρμονία σε σύγκριση με το Αμερικανικό. Σε κάθε περίπτωση επηρεαζόμενο όλο και περισσότερο από κεντρικές πολιτικές αποφάσεις και ενδεχομένως πιέσεις.
Στα πλαίσια των παραπάνω επισημάνσεων, εύλογα γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο ο λόγος ενίσχυσης της παρουσίας εναλλακτικών χρηματοδοτικών φορέων στην Ευρώπη – εκτός τραπεζικού συστήματος- διαμορφώνει αναγκαστική διέξοδο προς την κατεύθυνση της πραγμαστικής συστημικής χρηματοδότης της οικονομίας. Ίσως δε η ενίσχυση της συναλλακτικής δυναμικής των κρυπτονομισμάτων ή ακόμα η προώθηση σταθερών κρυπτονομισμάτων (όπως η περίπτωση του FaceBook) να συνδέεται με την ανάπτυξη ανταγωνιστικών χρηματαγορών ώστε με τον τρόπο αυτό να παρακάμπτονται οι στεβλώσεις που πιθανών να δημιουργούν οι συστημικές τράπεζες.
Προφανώς υπό το παραπάνω πρίσμα δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ηθική στην συμπεριφορά δανειοληπτών ιδιωτών, επιχειρηματιών αλλά και κρατών, ή να επιβάλλεται σκληρή γραμμή, όταν τα φαινόμενα παράτυπης λειτουργίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο. Ειδικά όταν η έννοια της προστασίας από δραστηριότητες ξεπλύματος μαύρου χρήματος αλλά και χρήσης στοιχείων εσωτερικής πληροφόρησης είναι αδύνατον να εξαλειφθούν πλήρως. Barklays, Citi και JPMorgan φαίνεται ότι κλήθηκαν να πληρώσουν πρόστιμα ύψους 1,1 δις ευρώ για χειραγώγηση τιμών συναλλάγματος. Η δεDeutche Bank φαίνεται ότι ελέγχεται για συμμετοχή σε πλημμελή έλεγχο «ξεπλύματος» από το 2008, ενώ η Swed Bank καθώς και η NordeaBank της Φινλανδίας για ξέπλυμα και «εσωτερική» πληροφόρηση. Τα πρόστιμα σε αυτή την περίπτωση ανέρχονται σε 18 δις.
Η απλή λογική παραπέμπει στο γεγονός ότι για να έχουν την δυνατότητα οι τράπεζες αυτές να αντέχουν πρόστιμα αυτού το μεγέθους, τα κέρδη τους από τυχόν προβληματικές δραστηριότητες είναι πολλαπλάσια. Κέρδη που πιθανότατα δεν διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, καθώς δεν προκύπτουν – όπως αποδεικνύεται- από «πραγματικές» δραστηριότητες. Αν δε θέσουμε ως βάση συλλογισμού την παραπάνω διαπίστωση, τότε θα πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως τυχόν νέα πολιτική «ποσοτική χαλάρωσης» από την ΕΚΤ, θα διαμορφώσει εκτός από μία υποστηρικτική δυναμική, παράλληλες «στρεβλώσεις». Η προοπτική αυτή φαίνεται ποιο πιθανή μετά τις πρόσφατες εκτιμήσεις της Ευρωπαικής Επιτροπής για αναμενόμενη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της Ευρωζώνης.
Οι πρακτικές στρεβλότητας που αναδεικνύονται δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε γρήγορη συγκρότηση ενός πλαισίου πραγματικής τραπεζικής ενοποίησης. Ούτε βέβαια σε ολοκλήρωση της προσπάθειας δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ταμείου εγγύησης καταθέσεων. Επιπρόσθετα εκτός των παραπάνω επισημάνσεων, προκύπτει πως τόσο η συνολική αντιμετώπιση της διαχείρισης των κόκκινων δανείων, όσο και η διαχείριση «επικίνδυνων» στοιχείων ενεργητικού ορισμένων τραπεζών μέσω «συνθετικών» προϊόντων και υβριδικών ομολόγων αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ενός κινδύνου που προέρχεται – όπως αναφέρουν πηγές- κυρίως από τις Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες με μεγαλύτερη έκθεση από πλευράς Deutche Bank. Βέβαια στοιχεία ενεργητικού αυτής της μορφής δεν είναι κατ΄ανάγκη τοξικά. Όμως, το μέγεθος του κινδύνου που εμπεριέχουν είναι απροσδιόριστο καθώς τα υβριδικά αυτά προϊόντα δύσκολα αξιολογούνται. Ακόμα δυσκολότερα δε ρευστοποιούνται.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αναδεικνύεται το γεγονός πως παρά τις προσπάθειες ενοποίησης του Ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος οι στρεβλώσεις διαμορφώνουν μία αρνητική δυναμική προβληματισμού και καθυστερήσεων. Μπορεί η ΕΚΤ να προωθεί τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς την ρευστότητα του συστήματος, φαίνεται όμως πως δεν έχει τα «πολιτικά εργαλεία» να επιβάλλει την καθ ολοκληρία ορθολογική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Κατ΄επέκταση την ενοποίηση του.
Ίσως το ίδιο το τραπεζικό σύστημα –κυρίως οι μεγαλύτεροι παίκτες- να έχει ξεφύγει της πορείας του ως κλασικός χρηματοδότης της επιχειρηματικότητας και της ανάπτυξης. Ο στόχος της όλο εντεινόμενης ανάγκης για κερδοφορία εν μέσω όλο και ποιο σύνθετων οικονομικών κύκλων υποχρεώνει τις τράπεζες να αναζητούν εναλλακτικές πηγές κερδοφορίας μέσα από δραστηριότητες που μπορεί να υποκρύπτουν στρεβλότητες.
Δυστυχώς, η επίπτωση των ενεργειών αυτών οδηγεί τους ελεγκτικούς μηχανισμούς σε επιβολή συνεχών κεφαλαιακών ενισχύσεων. Μία εξέλιξη που μπορεί να είναι σταδιακά αντιμετωπίσιμη από τις μεγάλες Ευρωπαϊκές τράπεζες, δύσκολα όμως διαχειρίσιμη από τις μικρές όπως για παράδειγμα οι ελληνικές. Θεωρητικά η λογική εξέλιξη είναι η ανάδειξη πεδίων συγχωνεύσεων με προοπτική κεφαλαιακών ενισχύσεων. Αυτό όμως από μόνον του ως γεγονός διαμορφώνει μία νέα στρεβλότητα. Αυτή του μειωμένου ανταγωνισμού και νέων μεγάλων σχημάτων με απρόβλεπτο συστημικό κίνδυνο εφόσον οι τράπεζες λειτουργήσουν με πρακτικές του παρελθόντος.
Το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα – κατ΄επέκταση η προοπτική ενοποίησής του – βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η διαδικασία λειτουργίας αλλά και εξομοίωσης ανισομερής. Η βούληση ανάλογη της πολιτικής βαρύτητας κάθε χώρας. Η δυνατότητα εφαρμογής συνδεδεμένη με την προοπτική κάθε οικονομίας. Ενας φαύλος κύκλος που αναδεικνύει μία ανταγωνιστική δυσαρμονία σε σύγκριση με το Αμερικανικό. Σε κάθε περίπτωση επηρεαζόμενο όλο και περισσότερο από κεντρικές πολιτικές αποφάσεις και ενδεχομένως πιέσεις.
Στα πλαίσια των παραπάνω επισημάνσεων, εύλογα γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο ο λόγος ενίσχυσης της παρουσίας εναλλακτικών χρηματοδοτικών φορέων στην Ευρώπη – εκτός τραπεζικού συστήματος- διαμορφώνει αναγκαστική διέξοδο προς την κατεύθυνση της πραγμαστικής συστημικής χρηματοδότης της οικονομίας. Ίσως δε η ενίσχυση της συναλλακτικής δυναμικής των κρυπτονομισμάτων ή ακόμα η προώθηση σταθερών κρυπτονομισμάτων (όπως η περίπτωση του FaceBook) να συνδέεται με την ανάπτυξη ανταγωνιστικών χρηματαγορών ώστε με τον τρόπο αυτό να παρακάμπτονται οι στεβλώσεις που πιθανών να δημιουργούν οι συστημικές τράπεζες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα