Μετέωρη η ρύθμιση των κόκκινων δανείων και η προστασία της πρώτης κατοικίας…

Η ασύλληπτη προχειρότητα και  ανευθυνότητα της κυβέρνησης, συνδυασμένη με την πάγια προεκλογική διγλωσσία της εκδηλώνονται και στο ζήτημα των κόκκινων δανείων και της προστασίας της πρώτης κατοικίας, αλλά και στη ρύθμιση των 120 δόσεων για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι δε διαρκείς αναβολές της συμφωνίας με τους δανειστές ενισχύουν τον φόβο ότι το τελικό νομοσχέδιο ελάχιστους θα προστατεύει.
Πέραν του εμπαιγμού των συμπολιτών μας, που αγωνιούν για την κύρια κατοικία τους, οι κυβερνητικοί χειρισμοί τραυματίζουν την οικονομία, που έχει ζωτική ανάγκη τη ρύθμιση των 120 δόσεων, τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά και τη δημοσιονομική ισορροπία. Πράγματι, λόγω μη επίτευξης συμφωνίας με τους θεσμούς, αναβάλλεται διαρκώς η καταβολή προς την Ελλάδα του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ από τα κέρδη των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα και κλονίζεται η εμπιστοσύνη των αγορών στη μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας.

Η άρνηση των ευρωπαϊκών θεσμών να δώσουν στην ελληνική πλευρά το ένα δισεκατομμύριο ευρώ, που έχει συμφωνηθεί στα πλαίσια ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους, ακυρώνει εν πρώτοις το αφήγημα της κυβέρνησης ότι έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια. Η δόση συνδέεται με συγκεκριμένα προαπαιτούμενα, η μη εκπλήρωση των οποίων αναστέλλει την καταβολή της. Η μεταμνημονιακή εποπτεία είναι ακριβώς η ίδια με την περίοδο των μνημονίων. Η χώρα τελεί υπό άτυπο τέταρτο μνημόνιο που προβλέπει υποχρεώσεις και ασφυκτικό έλεγχο..

Η κυβέρνηση γνώριζε από το φθινόπωρο ότι θα έπρεπε να συμφωνήσει το πλαίσιο ρύθμισης των κόκκινων δανείων και προστασίας της πρώτης κατοικίας, για να πάρει τη δόση του ενός δισ. Καθυστέρησε επί μήνες και παρουσίασε ένα νομοσχέδιο κυριολεκτικά στο πόδι, χωρίς συμφωνία με τους θεσμούς, αλλά και –όπως επισήμανε η έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας- χωρίς καν συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων στη χρηματοοικονομική θέση των τραπεζών. Και αυτό το νομοσχέδιο προστατεύει ελάχιστους δανειολήπτες, καθώς θέτει κριτήρια εισοδήματος, ύψους δανείου, αξίας πρώτης κατοικίας και αξίας λοιπής περιουσίας που αποκλείουν τους περισσότερους.

Οι θεσμοί αξιώνουν να γίνουν ακόμη αυστηρότερα όλα αυτά τα κριτήρια: θέλουν εξαίρεση των επιχειρηματικών δανείων και προστασία της πρώτης κατοικίας μόνο για τα μικρά δάνεια (μέχρι 50.000), μείωση του συνολικού ρυθμιζόμενου δανεισμού σε € 100.000 (αντί 130.000), προστασία πρώτης κατοικίας μόνο αν έχει αξία 180-230.000 και περιορισμό της προστασίας της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη σε € 25.000 για τα ακίνητα (πέραν της πρώτης κατοικίας) και σε € 5.000 για τις καταθέσεις. Οι θέσεις αυτές των θεσμών προδικάζουν ότι το τελικό νομοσχέδιο θα αποκλείει από την προστασία ακόμη περισσότερους απ’ όσους το ήδη περιοριστικό σημερινό κείμενο.

Η Νέα Δημοκρατία έχει εξαρχής επισημάνει ότι πρέπει να προστατευθεί η πρώτη κατοικία, να συνοδεύεται όμως η ρύθμιση από ουσιαστικά κριτήρια, που θα διαχωρίζουν αποτελεσματικά εκείνους που βρίσκονται σε αδυναμία από τους συστηματικούς κακοπληρωτές. Ταυτόχρονα, έχει υπογραμμίσει ότι θα πρέπει να δοθεί επιβράβευση, με τη μορφή της μείωσης των επιτοκίων, στους συνεπείς δανειολήπτες, εκείνους που με κόπο και στερήσεις πέτυχαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ένας τέτοιος συνδυασμός είναι βέβαιο ότι θα είχε την έγκριση των θεσμών.

Στο θέμα των 120 δόσεων, η κυβερνητική στάση υπήρξε ακόμη πιο ανεύθυνη. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει τη ρύθμιση εδώ και έξι μήνες, με αποτέλεσμα πολλοί οφειλέτες να σταματήσουν τις πληρωμές εν αναμονή της ρύθμισης με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με προσαυξήσεις και το Δημόσιο να στερείται αναγκαίων εσόδων. Την ίδια ώρα, όμως, όπως αποκάλυψε η έκθεση της Κομισιόν, η κυβέρνηση έλεγε στους θεσμούς ότι …δεν σκόπευε να θεσπίσει ρύθμιση, γιατί θα υπονόμευε την «κουλτούρα» των πληρωμών προς το Δημόσιο. Αποτέλεσμα της διγλωσσίας αυτής είναι η αντίθεση των θεσμών και στη ρύθμιση, την οποία ιδιώτες και επιχειρήσεις έχουν απόλυτη ανάγκη για να αποκαταστήσουν στοιχειώδη ταμειακή ισορροπία.

Οι κυβερνητικοί χειρισμοί βλάπτουν την οικονομία, τους πολίτες, τις τράπεζες, αλλά και την αξιοπιστία της χώρας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να προβάλει στο εσωτερικό ότι κάνει «υπερήφανη διαπραγμάτευση» (άλλη μία…), ενώ οι καθυστερήσεις και η απρονοησία της είχαν ήδη καταστρεπτικές επιπτώσεις. Επιπτώσεις που πληρώνουν για μία ακόμη φορά οι Έλληνες..

* Η Ιωάννα Καλαντζάκου - Τσατσαρώνη είναι Δικηγόρος - τ. Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr