Ποιος φοβάται τους εφοπλιστές
Παντελής Καψής

Παντελής Καψής

Ποιος φοβάται τους εφοπλιστές

Η συζήτηση για τη άρνηση του Τσίπρα να φορολογήσει τους εφοπλιστές έγινε με τη συνήθη υποκρισία

Η εκπρόσωπος τύπου της Συμπαράταξης κ. Θ. Κουφολινάκου για παράδειγμα βγήκε στα κανάλια να υπερασπιστεί τον πρώην πρωθυπουργό υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Το αμέσως επόμενο λεπτό ωστόσο περιέγραψε αναλυτικά πώς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αύξησε τη φορολόγηση στο εισαγόμενο ναυτιλιακό συνάλλαγμα και στα μερίσματα των ναυτιλιακών εταιρειών!

Ανάλογη υποκρισία φυσικά υπήρξε και από την άλλη πλευρά. Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε την ίδια ουσιαστικά πολιτική που ακολουθούν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις τις τελευταίες δεκαετίες. Και ο λόγος είναι απλός. Η Ελλάδα θέλει να ενθαρρύνει το εφοπλιστικό κεφάλαιο να επενδύεται στη χώρα. Αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι η φύση του κλάδου επιτρέπει στους εφοπλιστές να έχουν την έδρα τους σε όποιο μέρος του κόσμου θέλουν. Έχει αποδεχθεί έτσι ένα ειδικό ευνοϊκό καθεστώς για τη ναυτιλία η οποία παραμένει μια από τις λίγες δραστηριότητες όπου η χώρα είναι διεθνώς ανταγωνιστική. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2009, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου επιχείρησε να συγχωνεύσει το υπουργείο ναυτιλίας με το οικονομικών γρήγορα αναγκάστηκε να κάνει πίσω. Καμία κυβέρνηση δεν θέλει να πάρει πρωτοβουλίες οι οποίες θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις σημερινές ισορροπίες. Γιατί το σημαντικό κάθε φορολογικής πολιτικής δεν είναι τόσο τα έσοδα τα οποία θα φέρει όσο το πώς θα επηρεάσει γενικότερα την οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό βοηθά να προσεγγίσουμε και την πρόταση του Τσίπρα για «πατριωτική εισφορά» ή του ΠΑΣΟΚ για έκτακτο φόρο στα «υπερκέρδη». Στην Ελλάδα δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να καλύψουμε το περίφημο επενδυτικό κενό. Που πάει να πει ότι οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ παρότι έχουν αυξηθεί παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμα δεν έχουμε αντικαταστήσει καν το κεφάλαιο που χάθηκε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο ότι η παραγωγικότητα είναι από τις τελευταίες στην Ευρώπη. Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών προήλθε κυρίως από τη μείωση της ανεργίας. Οι νέες θέσεις όμως ήταν σε μεγάλο βαθμό σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας όπως είναι ο τουρισμός και η εστίαση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι χαμηλοί, οι προτελευταίοι στην Ευρώπη ως αγοραστική δύναμη, ούτε ότι τόσοι πολλοί εργαζόμενοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Ο μόνος τρόπος να αλλάξει αυτή η κατάσταση είναι να γίνουν επενδύσεις σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι οποίες μάλιστα θα πρέπει να γίνουν σε μεγάλο βαθμό από ιδιωτικά κεφάλαια, ελληνικά και ξένα, καθώς τα χρήματα από το ταμείο ανάκαμψης τελειώνουν. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να φορολογούμε τους πλούσιους ελπίζοντας ότι θα δεήσουν να κάνουν επενδύσεις. Ένα σοβαρό κράτος ωστόσο οφείλει να έχει ξεκάθαρους τους όρους του παιχνιδιού. Ένας επενδυτής λοιπόν θα διστάσει να βάλει τα λεφτά του αν φοβάται πως αν εμφανίσει μεγάλα κέρδη τότε αυθαίρετα το κράτος θα του επιβάλει «πατριωτική εισφορά». Δεν έχει λογική να τιμωρείς τους επιτυχημένους όταν ο στόχος σου μάλιστα είναι να έχεις όσες περισσότερες ισχυρές επιχειρήσεις μπορείς.

Αυτό ισχύει ίσως διπλά για τις τράπεζες όπου οι επενδυτές δύο φορές είδαν τις επενδύσεις τους να μηδενίζονται κι ως σχετικά πρόσφατα δεν είχαν κέρδη. Μια απόφαση για έκτακτη φορολογία με άλλα λόγια θα πρέπει να γίνεται με πολύ φειδώ και όταν οι συνθήκες μπορεί πράγματι να τη δικαιολογήσουν όπως έγινε για παράδειγμα όταν είχαμε την εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο τραπεζικό μας σύστημα επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες με αποτέλεσμα συχνά υπέρογκες χρεώσεις. Όπου διαπιστώνονται η πολιτεία οφείλει να παρεμβαίνει. Μόνο όμως όταν αλλάξουν οι συνθήκες, αν επιστρέψουν για παράδειγμα οι τράπεζες που έδιωξε η κρίση και υπάρξει πραγματικός ανταγωνισμός, θα λυθεί το πρόβλημα. Κι αυτό δεν γίνεται με αρπαχτές.

Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Συμπαράταξη θεωρούν ότι στόχος της πολιτικής θα πρέπει να είναι μια ανακατανομή των εισοδημάτων υπέρ των μισθωτών. Αυτό είναι σωστό. Η πρόσφατη εμπειρία ωστόσο μας έχει δείξει πως όταν αυτό επιτυγχάνεται ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα οδηγεί στην καταστροφή. Σε αυτό θα συμφωνούσε και ένας μαρξιστής οικονομολόγος. Είναι η πραγματική οικονομία που καθορίζει το βιωτικό επίπεδο, τα προϊόντα δηλαδή που παράγει η χώρα και οι υπηρεσίες. Οι αυξήσεις των μισθών μετά το 2000, πολύ μεγαλύτερες από αυτές που άντεχε η οικονομία, ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση. Οι φούσκες αργά ή γρήγορα ξεφουσκώνουν. Ιδίως σε μια οικονομία όπως η ελληνική η οποία εξακολουθεί να παράγει εξωτερικό έλλειμμα, καταναλώνει δηλαδή περισσότερα από όσα παράγει και παραμένει υπερχρεωμένη. Μπορεί για ορισμένους να ακούγονται ψιλά γράμματα, δείχνουν ωστόσο ότι όποια ελληνική κυβέρνηση και αν προκύψει από τις εκλογές θα έχει πολύ μικρά περιθώρια να κινηθεί αν δεν θέλει να μπούμε ξανά σε περιπέτειες. Όλα τα υπόλοιπα, οι υποσχέσεις και οι μεγαλοστομίες, είναι για εσωτερική κατανάλωση.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης