Την απόφαση των ευρωπαϊκών χωρών να χρησιμοποιήσουν μέρος των στρατηγικών αποθεμάτων τους σε
ντίζελ χαιρέτισε ο
Ντόναλντ Τραμπ, μετά τη συμφωνία της
G7 για διάθεση έως και 100 εκατ. βαρελιών
πετρελαίου και καυσίμων στην αγορά, με στόχο να περιοριστούν οι έντονες πιέσεις στις τιμές. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε παράλληλα ότι η απαγόρευση των αμερικανικών
εξαγωγών ντίζελ «ουδέποτε ήταν πράγματι πάνω στο τραπέζι», παρά τις προηγούμενες προειδοποιήσεις της Ουάσινγκτον προς την
Ευρώπη.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ευρώπη «έκανε πολύ καλά» που αποφάσισε να αντλήσει ποσότητες από τα αποθέματά της, κάτι που η αμερικανική κυβέρνηση ζητούσε τις τελευταίες ημέρες.
Όπως είπε, οι ευρωπαϊκές χώρες θα έχουν με αυτόν τον τρόπο «μια σημαντική παγκόσμια συμβολή», προσθέτοντας ότι το ίδιο θα πράξουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην αγορά έως 100 εκατ. βαρέλια
Η συμφωνία των ηγετών της G7 προβλέπει συντονισμένη απελευθέρωση έως 100 εκατ. βαρελιών ντίζελ, αργού πετρελαίου και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων από τα στρατηγικά αποθέματα, με την παρέμβαση να εξελίσσεται μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες υπό τον συντονισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος συγκάλεσε την τηλεδιάσκεψη των ηγετών, δήλωσε ότι οι μεγαλύτερες οικονομίες θέλουν να κινηθούν συντονισμένα προκειμένου να αποκλιμακώσουν τις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων και κυρίως του ντίζελ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικό μέρος των ποσοτήτων ντίζελ θα διατεθεί εντός των πρώτων 20 ημερών, ενώ θα εξεταστεί και το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων εφόσον οι συνθήκες στην αγορά το απαιτήσουν. Παράλληλα, οι χώρες δεσμεύθηκαν να αποφεύγουν περιορισμούς στις εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων.
Ο Τραμπ ανέφερε και μέσω του Truth Social ότι η Ευρώπη συμφώνησε να απελευθερώσει «μια τεράστια ποσότητα» από τα αποθέματά της σε ντίζελ, σημειώνοντας ότι η διαδικασία θα ξεκινήσει άμεσα.
Η πίεση στην Ευρώπη και το ρεκόρ στις τιμές
Η απόφαση ελήφθη έπειτα από ημέρες έντονης πίεσης από την Ουάσινγκτον προς τις ευρωπαϊκές χώρες να χρησιμοποιήσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα. Η πιθανότητα περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών είχε προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία στην Ευρώπη, η οποία παράγει περίπου το 70% του ντίζελ που καταναλώνει, αλλά εξαρτάται από εισαγωγές για να καλύψει το υπόλοιπο της ζήτησης.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει την παραγωγή και τις εξαγωγές καυσίμων από την περιοχή, ενώ προβλήματα αντιμετωπίζουν και διυλιστήρια στην Κίνα. Την ίδια ώρα, οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν επιβαρύνει περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ είχαν αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν τα αποθέματα αποσταγμάτων στις ΗΠΑ και οι τιμές στην αντλία να φθάσουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται στη Βρετανία, όπου η τιμή του ντίζελ έφθασε για πρώτη φορά τις 2 λίρες το λίτρο, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και μεταφορές.
Η αγορά αντέδρασε με πτώση
Η συμφωνία της G7 έφερε άμεση αποκλιμάκωση στις αγορές πετρελαίου, αν και οι τιμές παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα.
Το Brent βρέθηκε ενδοσυνεδριακά ακόμη και κάτω από το όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές αποτίμησαν την προοπτική μεγαλύτερης προσφοράς από τα στρατηγικά αποθέματα. Οι τιμές του αμερικανικού αργού υποχώρησαν επίσης αισθητά.
Στο κλείσιμο της αγοράς, τα συμβόλαια Δεκεμβρίου του Brent διαμορφώθηκαν στα 102,25 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό West Texas Intermediate (WTI) έκλεισε στα 91,11 δολάρια.
Σε εβδομαδιαία βάση, το Brent κατέγραψε απώλειες 4,4%, ενώ το WTI υποχώρησε κατά 3,2%.
Παρά την άμεση αποκλιμάκωση, αναλυτές επισημαίνουν ότι η απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων μπορεί να λειτουργήσει κυρίως ως βραχυπρόθεσμο ανάχωμα στις τιμές, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων προσφοράς, οι οποίες συνδέονται με τη Μέση Ανατολή, τη λειτουργία των διυλιστηρίων και τις διεθνείς ροές καυσίμων.