Οι πρώτες ώρες του
Άντι Μπέρναμ στην Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχαν τον χαρακτήρα μιας απλής αλλαγής προσώπων στην κορυφή της βρετανικής κυβέρνησης. Ο νέος πρωθυπουργός επιχείρησε από την πρώτη στιγμή να παρουσιάσει
την άφιξή του στον αριθμό 10 ως πολιτική τομή – όχι μόνο με την περίοδο του Κιρ Στάρμερ, αλλά και με ένα ολόκληρο οικονομικό μοντέλο που, κατά την εκτίμησή του, διαμόρφωσε τη Βρετανία μετά τη δεκαετία του 1980.
Λίγο μετά τη συνάντησή του με τον βασιλιά Κάρολο στο Μπάκιγχαμ, ο Μπέρναμ στάθηκε μπροστά στη μαύρη πόρτα της Ντάουνινγκ Στριτ και υπενθύμισε ότι είναι
ο έβδομος Βρετανός πρωθυπουργός από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016. Η αναφορά αυτή δεν ήταν στα πλαίσια του πρωτοκόλλου. Ήταν ένας τρόπος να περιγράψει μια χώρα που έχει χάσει τη συνέχεια στην πολιτική της ηγεσία, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς της και, σε μεγάλο βαθμό, την αίσθηση οικονομικής ασφάλειας. Υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του θα λειτουργήσει ως «διακόπτης επανεκκίνησης» για τη Βρετανία, προαναγγέλλοντας ένα νέο πολιτικό και οικονομικό μοντέλο και τις μεγαλύτερες αλλαγές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.
Ρήξη με την οικονομική κληρονομιά της Θάτσερ
Ο Μπέρναμ επέλεξε να ορίσει εξαρχής τον αντίπαλό του. Δεν ήταν μόνο η προηγούμενη κυβέρνηση ή η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική της
Ρέιτσελ Ριβς. Ήταν η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο Λονδίνο, η ιδιωτικοποίηση κρίσιμων υπηρεσιών και η αποβιομηχάνιση μεγάλων περιοχών της κεντρικής και βόρειας Αγγλίας.
Η βασική του υπόσχεση είναι η μεταφορά περισσότερων εξουσιών και πόρων στις τοπικές αρχές, η επαναβιομηχάνιση της χώρας και η ενίσχυση του δημόσιου ελέγχου σε τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, το νερό και η κατοικία. Πρόκειται για τη
μεταφορά σε εθνικό επίπεδο ενός μοντέλου που ο ίδιος δοκίμασε ως δήμαρχος του Μάντσεστερ: ισχυρότερη τοπική διοίκηση, δημόσιος σχεδιασμός στις μεταφορές και συνεργασία με ιδιωτικά κεφάλαια για υποδομές και ανάπτυξη.
Αργότερα μέσα στο έτος αναμένεται να παρουσιάσει ένα
δεκαετές σχέδιο για τη χώρα. Πριν από αυτό, όμως, έχει υποσχεθεί άμεσα μέτρα για το κόστος ζωής, με τις πρώτες ανακοινώσεις να προγραμματίζονται ήδη για την Τρίτη. Στο τραπέζι βρίσκονται η μείωση ενεργειακών λογαριασμών και κομίστρων, η ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας και πιθανές αλλαγές στα αφορολόγητα όρια. Η πρώτη επίσημη εντολή του ως πρωθυπουργού ήταν η έναρξη εθνικής προσπάθειας για τον περιορισμό και τελικά την εξάλειψη της αστεγίας.
Η έκπληξη του Τζον Χίλι
Η πιο τολμηρή κίνηση των πρώτων ωρών, ωστόσο, ήταν
η επιλογή του Τζον Χίλι ως υπουργού Οικονομικών. Ο 66χρονος πολιτικός δεν βρισκόταν ανάμεσα στα επικρατέστερα ονόματα για το υπουργείο και μέχρι τον προηγούμενο μήνα
ήταν υπουργός Άμυνας. Παραιτήθηκε καταγγέλλοντας ότι το υπουργείο Οικονομικών δεν εξασφάλιζε τους πόρους που απαιτούνταν για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της Βρετανίας στον τομέα της άμυνας.
Η επιλογή του αποτελεί πολιτικό παράδοξο. Ο άνθρωπος που αποχώρησε επειδή ζητούσε περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες καλείται τώρα να ελέγξει τις δαπάνες όλων των υπουργείων και να βρει ο ίδιος τα χρήματα που θεωρούσε ότι του στερούσε η Ρέιτσελ Ριβς. Θα πρέπει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει την αύξηση των αμυντικών δαπανών, τα μέτρα για το κόστος ζωής, την κοινωνική φροντίδα, την κατασκευή δημοτικών κατοικιών και την αναπτυξιακή πολιτική του νέου πρωθυπουργού.
Ο Χίλι, πάντως,
δεν εισέρχεται εντελώς άπειρος στο υπουργείο Οικονομικών. Είναι βουλευτής από το 1997 και είχε υπηρετήσει σε οικονομικές και κυβερνητικές θέσεις κατά την περίοδο των Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν. Έχει επίσης ασχοληθεί με την περιφερειακή ανάπτυξη και την τοπική αυτοδιοίκηση - δύο τομείς που βρίσκονται στον πυρήνα του σχεδίου Μπέρναμ. Η επιλογή του δείχνει ότι ο νέος πρωθυπουργός δεν αναζητούσε έναν τεχνοκράτη που θα συνέχιζε απλώς τη γραμμή Ριβς, αλλά ένα πολιτικό πρόσωπο με αρκετή εμπειρία ώστε να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές ισορροπίες του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών.
Ταυτόχρονα, ο Χίλι είναι αρκετά μετριοπαθής ώστε
να μη θεωρηθεί από τις αγορές εκπρόσωπος μιας ανεξέλεγκτης στροφής προς τα αριστερά. Ο Μπέρναμ είχε εξετάσει άλλα πολιτικά ισχυρά ονόματα, όπως τον Εντ Μίλιμπαντ και τη Σαμπάνα Μαχμούντ. Η επιλογή του Χίλι τού επιτρέπει να σηματοδοτήσει αλλαγή χωρίς να συγκρουστεί από την πρώτη ημέρα με το Σίτι του Λονδίνου.
Η πρώτη προειδοποίηση από τις αγορές
Οι αγορές
δεν έδωσαν λευκή επιταγή στη νέα κυβέρνηση. Η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά οκτώ μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 5,04%, όταν ο Μπέρναμ δήλωσε ότι θα τηρήσει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά θα αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμη «ευελιξία». Η στερλίνα υποχώρησε αρχικά και ανέκαμψε μερικώς μετά την ανακοίνωση του Χίλι.
Η αντίδραση αποκαλύπτει τα στενά περιθώρια της νέας κυβέρνησης. Η Βρετανία έχει ήδη υψηλό δημόσιο χρέος, δαπανά σημαντικά ποσά για τόκους και αντιμετωπίζει επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος επιβαρύνεται από τις υψηλές τιμές ενέργειας και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Ο Μπέρναμ μπορεί να θέλει να εγκαταλείψει την πολιτική λογική των τελευταίων 40 ετών, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος δανεισμού ούτε τις μνήμες της κρίσης που προκάλεσε ο μίνι προϋπολογισμός της Λιζ Τρας το 2022.
Η πραγματική δοκιμασία του Χίλι θα είναι επομένως
να αποδείξει ότι η επαναβιομηχάνιση, η κοινωνική κατοικία και οι δημόσιες επενδύσεις δεν αποτελούν απλώς νέες δαπάνες, αλλά μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και τα δημόσια έσοδα. Μέχρι να παρουσιάσει συγκεκριμένους αριθμούς, το νέο οικονομικό μοντέλο του Μπέρναμ θα παραμένει περισσότερο πολιτική κατεύθυνση παρά ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.