Η
επιστολή του προέδρου της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τον Ρώσο πρόεδρο
Βλαντίμιρ Πούτιν το βράδυ της Πέμπτης δεν προοριζόταν αποκλειστικά για τον άνθρωπο του οποίου το όνομα αναγραφόταν στην κορυφή της, στη θέση του παραλήπτη. Ίσως, μάλιστα, ο Πούτιν να μην βρισκόταν καν στη σκέψη του επικεφαλής του ουκρανικού κράτος όταν τη συνέτασσε. Και οι εκατέρωθεν δηλώσεις την Παρασκευή, με τον
Ντμίτρι Πεσκόφ να επαναλαμβάνει
τη σταθερή θέση του Κρεμλίνου πως η συνάντηση των δύο ηγετών μπορεί να γίνει μόνο στη Μόσχα, τον
Σεργκέι Λαβρόφ να κάνει λόγο για
«φαύλο κύκλο», τον Πούτιν να κρίνει πως
«δεν υπάρχει λόγος συνάντησης» με τον Ζελένσκι και τον τελευταίο να κατηγορεί τον Ρώσο ομόλογό του πως
«διαλέγει πάλι τον πόλεμο», δείχνουν ακριβώς αυτό: η συγκεκριμένη επιστολή είχε σαν στόχο να στείλει μηνύματα σε άλλες κατευθύνσεις και όχι στο πρόσωπο που - θεωρητικά και μόνο - απευθυνόταν.
Σύμφωνα με ανώτερο Ουκρανό αξιωματούχο
που γνωρίζει τον σχεδιασμό της πρωτοβουλίας και μίλησε στον Kiyv Indepedent,
το μήνυμα απευθυνόταν αρχικά σε πολύ ευρύτερο ακροατήριο, συμπεριλαμβανομένου του
στενού κύκλου του Πούτιν, των ρωσικών ελίτ που εμφανίζονται ολοένα και πιο κουρασμένες από τον πόλεμο, αλλά και των απλών Ρώσων πολιτών.
Η επιστολή, που εστάλη στις 4 Ιουνίου, αποτέλεσε την πρώτη απευθείας προσέγγιση του Ζελένσκι προς τον Πούτιν από το 2022. Σε αυτήν, ο Ουκρανός πρόεδρος πρότεινε συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με στόχο τη συζήτηση για τον τερματισμό του πολέμου πλήρους κλίμακας που έχει ξεπεράσει, πλέον, τα τέσσερα χρόνια.
«Αγένεια» είδε ο Πούτιν
Ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, δηλώνοντας ότι
«δεν βλέπει κανένα νόημα να συναντηθεί με τον Ζελένσκι». «Μου έδωσαν αυτό το χαρτί. Το ξεφύλλισα γρήγορα», είπε ο Πούτιν.
«Το Κίεβο αποφάσισε ότι είναι σωστό να μεταφέρει τη συζήτηση στη δημόσια σφαίρα και αυτό είναι λάθος». Ο Πούτιν υποστήριξε επίσης ότι η επιστολή περιείχε
«στοιχεία αγένειας».
Σε πρώτη ανάγνωση, επρόκειτο για ακόμη
μία αποτυχημένη προσπάθεια αναβίωσης μιας «παγωμένης» - εδώ και αρκετούς μήνες, ιδίως μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή -
διπλωματικής διαδικασίας. Ωστόσο, Ουκρανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η κίνηση είχε πολύ ευρύτερο στόχο: να καταδείξει ποιος επιδιώκει πραγματικά την ειρήνη και ποιος εμποδίζει την επίτευξή της.
«Η επιστολή απευθύνεται σε πολλούς ανθρώπους. Στον ίδιο τον Πούτιν, στον στενό του κύκλο, αλλά και σε διάφορες ομάδες επιρροής που του μεταφέρουν το μήνυμα ότι ήρθε η ώρα να τελειώσει αυτός ο πόλεμος», δήλωσε ο αξιωματούχος.
Το προσεκτικό μήνυμα προς τη ρωσική κοινωνία και τις ελίτ
Εδώ και χρόνια ο Ζελένσκι υποστηρίζει ότι μόνο ο Πούτιν έχει την εξουσία να σταματήσει τον πόλεμο (φθοράς, πλέον, τους τελευταίους μήνες) της Ρωσίας κατά της Ουκρανιας. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια για απευθείας συνάντηση των δύο ηγετών προσκρούει στο ίδιο εμπόδιο: Το Κρεμλίνο αποφεύγει συστηματικά συνομιλίες σε ουδέτερο έδαφος, επιμένοντας ότι ο Ζελένσκι θα πρέπει να μεταβεί στη Μόσχα – μια πρόταση που το Κίεβο θεωρεί προσχηματική και έναν τρόπο αποφυγής οποιασδήποτε ουσιαστικής συνάντησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιστολή διαμορφώθηκε με ιδιαίτερη προσοχή.
Ο Ζελένσκι κάλεσε τον Πούτιν να συναντηθούν σε ουδέτερη χώρα (Ελβετία ή Τουρκία) για να συζητήσουν το πλαίσιο μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. Παράλληλα, δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να τηρήσει πλήρη κατάπαυση του πυρός κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και να ξεκινήσει συνομιλίες για ανταλλαγή όλων των αιχμαλώτων πολέμου.
Ο Ουκρανός πρόεδρος κάλεσε επίσης τον Πούτιν να ορίσει
«σαφή ημερομηνία συνάντησης» και υποστήριξε ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρώπη θα πρέπει να συμμετάσχουν στη διαδικασία.
Ωστόσο,
Ουκρανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η ίδια η πρόταση δεν ήταν ο μοναδικός στόχος. Εξίσου σημαντικό ήταν να δημιουργηθεί δημόσιο αρχείο που να αποδεικνύει ότι το Κίεβο έβαλε ξανά τις διαπραγματεύσεις στο τραπέζι και ότι τυχόν άρνηση θα προερχόταν από τη Μόσχα.
Έτσι, η επιστολή εξυπηρετεί διπλό σκοπό: αφενός απευθύνει πρόσκληση και αφετέρου μεταφέρει την ευθύνη για την απόρριψή της στον Πούτιν.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ζελένσκι αποδίδει στην επιστολή την ευθύνη για τον πόλεμο προσωπικά στον Πούτιν, κάτι που συνιστά μια διακριτική μετατόπιση από προηγούμενες τοποθετήσεις του, οι οποίες συχνά εστίαζαν στη συλλογική ευθύνη του ρωσικού κράτους ή της κοινωνίας.
Η λογική του πίσω από αυτό, μοιάζει απλή: Παρότι δεν έχει εμφανιστεί κάποια δημόσια ρήξη στο εσωτερικό των ρωσικών ελίτ, το Κίεβο θεωρεί ότι ορισμένα πρόσωπα αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο το κόστος του πολέμου. Ωστόσο, δημόσια, ανώτεροι αξιωματούχοι, επιχειρηματίες και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας εξακολουθούν να στοιχίζονται πίσω από το Κρεμλίνο.
Η (διχασμένη) Ευρώπη στο επίκεντρο και οι εικασίες για τις ΗΠΑ
Η επιστολή άνοιξε αμέσως μια νέα συζήτηση: αν το Κίεβο επιχειρεί να απομακρυνθεί από τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ (και το αντίθετο) και να αναζητήσει διαφορετικό διπλωματικό πλαίσιο. Ο χρόνος της πρωτοβουλίας του Ζελένσκι τροφοδότησε φυσιολογικά τέτοιες εικασίες.
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες υπό αμερικανική διαμεσολάβηση έχουν ουσιαστικά παγώσει από τον Φεβρουάριο, χωρίς μέχρι τότε να έχουν φέρει κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Έκτοτε, η Ουάσιγκτον έχει επικεντρωθεί στον πόλεμο με το Ιράν, γεγονός που, σύμφωνα με Ουκρανούς και Αμερικανούς αξιωματούχους, περιόρισε το ενδιαφέρον για το ουκρανικό μέτωπο.
Αντί να περιμένει την επανεκκίνηση αυτής της διαδικασίας, ο Ζελένσκι πρότεινε στην επιστολή του να συνεχιστούν οι απευθείας επαφές μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, ενώ παράλληλα υπογράμμισε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να έχει θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, η συμμετοχή της Ευρώπης ίσως αποδειχθεί εξίσου δύσκολη με τη συμμετοχή της Ρωσίας. Γιατί; Πηγή που γνωρίζει τον σχεδιασμό ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται πως, αν οι συνομιλίες εισέλθουν σε μια κρίσιμη φάση που θα απαιτήσει αποφάσεις, θα πρέπει να έχουν λόγο στο τελικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανταγωνίζονται ήδη μεταξύ τους για αυτή την επιρροή. «Όλοι καταλαβαίνουν ότι αν φτάσουμε στην τελική φάση, η Ευρώπη πρέπει να έχει επιρροή. Αλλά όλοι προσπαθούν ταυτόχρονα να παραμερίσουν τους υπόλοιπους», ανέφερε η πηγή στον Indepedent.
Σύμφωνα με την ίδια, ο
Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δεν επιθυμεί
κεντρικό ρόλο για την
Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, ενώ αρκετοί ηγέτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στον Βρετανό πρωθυπουργό
Κιρ Στάρμερ.
Παρά τις διαφορές αυτές, οι Βρυξέλλες έσπευσαν να χαιρετίσουν την πρωτοβουλία του Ζελένσκι.
«Πρόκειται για ακόμη μία απόδειξη ότι η Ουκρανία επιδιώκει πραγματικές διαπραγματεύσεις και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός», δήλωσε η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα εξωτερικής πολιτικής,
Ανίτα Χίπερ.
«Χαιρετίζουμε την έκκληση του Ζελένσκι για απευθείας διαπραγματεύσεις και κατάπαυση του πυρός. Η Ουκρανία θέλει ειρήνη. Η Ευρώπη θέλει ειρήνη», πρόσθεσε.
Μήνυμα και προς την Ουάσιγκτον
Ουκρανοί αξιωματούχοι απορρίπτουν επίσης την άποψη ότι
η επιστολή αντανακλά μειωμένη εμπιστοσύνη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον ρόλο τους. Αντίθετα, τη χαρακτηρίζουν ως
μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι το Κίεβο συνεχίζει τις διπλωματικές του προσπάθειες, ακόμη και την ώρα που οι ΗΠΑ (τουλάχιστον ο Λευκός Οίκος, καθώς η Βουλή των Αντιπροσώπων πέρασε ένα νέο πακέτο στήριξης ύψους 8 δισ. δολαρίων για το Κίεβο) έχουν στραμμένη την προσοχή τους αλλού.
«Είναι ένα μήνυμα προς τους Αμερικανούς ότι 'σας ακούμε, σας βλέπουμε, γνωρίζουμε ότι είστε απασχολημένοι αυτή την περίοδο, αλλά και εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε'», δήλωσε ανώτερος Ουκρανός αξιωματούχος.
Ένα μήνυμα πέρα από τη Μόσχα
Πολλοί Ουκρανοί βουλευτές και αναλυτές θεωρούν ότι η επιστολή δεν ήταν πρωτίστως μια έκκληση προς τον Πούτιν, αλλά ένα
στρατηγικό μήνυμα προς ευρύτερο κοινό.
Ο
πολιτικός αναλυτής Ίχορ Ρεϊτέροβιτς υποστήριξε ότι το έγγραφο απευθύνεται ταυτόχρονα στις δυτικές πρωτεύουσες και στις ρωσικές ελίτ.
«Λέει στους Δυτικούς ότι είμαστε έτοιμοι για συνομιλίες και στους Ρώσους ότι ο Πούτιν σας οδηγεί στην καταστροφή επειδή θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο», ανέφερε.
Ο βουλευτής της αντιπολίτευσης
Γιαροσλάβ Γιούρτσισιν θεωρεί ότι το βασικό κοινό της επιστολής είναι
«πρώτα απ’ όλα οι δυτικές κοινωνίες και οι πολιτικές ελίτ». Κατά την άποψή του, ο στόχος είναι να καταστεί σαφές ποιος επιδιώκει διαπραγματεύσεις και ποιος τις εμποδίζει. Παρότι δεν αναμένει άμεση πρόοδο, εκτιμά ότι η επιστολή συμβάλλει στο να καταδειχθεί πως
«το πρόβλημα δεν είναι η Ουκρανία, αλλά η Ρωσία του Πούτιν».
Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της ουκρανικής Βουλής,
Ολεξάντρ Μερέζκο, ο οποίος υποστήριξε ότι η επιστολή σχεδιάστηκε ώστε να δείξει «στον κόσμο, στη Δύση και ίσως στον Τραμπ» ότι ο Πούτιν παραμένει το βασικό εμπόδιο για την ειρήνη.
Το μήνυμα φαίνεται πως βρήκε ανταπόκριση και στην Ουάσιγκτον. Ερωτηθείς σχετικά στις 4 Ιουνίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «θα ήταν εξαιρετικό» αν οι δύο ηγέτες συναντιούνταν.
«Νομίζω ότι θα ήταν σπουδαίο να συναντηθούν. Πρέπει να το προχωρήσουν», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Μερέζκο εκτίμησε ότι η άρνηση του Κρεμλίνου (μέσω της τοποθέτησης Πούτιν) θα ενισχύσει το επιχείρημα ότι η Μόσχα δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για διαπραγματεύσεις.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής της αντιπολίτευσης
Βολοντίμιρ Αρίεφ χαρακτήρισε την επιστολή
«περισσότερο ανοιχτό μήνυμα παρά προσωπική επιστολή προς τον Πούτιν». «Ο τόνος της απευθύνεται περισσότερο στη διεθνή κοινότητα», σημείωσε.
«Ώστε όταν ο Πούτιν απαντήσει, όπως αναμένεται, αρνητικά, ο κόσμος να κατανοήσει καλύτερα την κατάσταση και να αυξήσει τη στήριξή του προς εμάς».