Η κυβέρνηση Τραμπ ήθελε να παρουσιάσει τον
πόλεμο με το Ιράν ως μια επιχείρηση περιορισμένης διάρκειας, με καθαρό στρατιωτικό σκοπό και διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος. Έντεκα εβδομάδες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, η εικόνα που διαμορφώνεται στο Κογκρέσο είναι πολύ διαφορετική.
Το
Πεντάγωνο αναγνωρίζει πλέον ότι το κόστος του πολέμου έχει φτάσει περίπου τα 29 δισ. δολάρια. Μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα, η ίδια εκτίμηση βρισκόταν στα 25 δισ. δολάρια. Η διαφορά δεν είναι απλά μία λογιστική απόκλιση. Αντανακλά την αύξηση του κόστους αντικατάστασης εξοπλισμού, τις επισκευές, τις επιχειρησιακές δαπάνες και την πραγματικότητα ενός πολέμου που, παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις περί εκεχειρίας, συνεχίζει να καταναλώνει στρατιωτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς πόρους.
Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο δεν είναι μόνο πόσα έχουν ήδη δαπανηθεί. Είναι ότι ουδείς στο Πεντάγωνο λέει καθαρά πόσα ακόμη θα χρειαστούν.
Ο υπουργός Άμυνας
Πιτ Χέγκσεθ εμφανίστηκε στο
Κογκρέσο για να υπερασπιστεί έναν αμυντικό προϋπολογισμό σχεδόν 1,45 τρισ. δολαρίων. Αντί όμως να δώσει σαφές χρονοδιάγραμμα για το έκτακτο πακέτο χρηματοδότησης του πολέμου, απέφυγε επανειλημμένα να απαντήσει. Ούτε το ύψος του ποσού προσδιόρισε. Ούτε το πότε θα κατατεθεί το σχετικό αίτημα από το υπουργείο του. Ούτε το αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο πόλεμος έχει ουσιαστικά τελειώσει ή απλώς έχει μπει σε μια ενδιάμεση, εύθραυστη φάση. Αυτό ακριβώς είναι και το πολιτικό ρήγμα που ανοίγει στην Ουάσιγκτον.
Ένας πόλεμος που «τελείωσε», αλλά συνεχίζει να κοστίζει
Η γραμμή του Λευκού Οίκου είναι ότι οι εχθροπραξίες με το Ιράν έχουν τερματιστεί, καθώς υπάρχει
εκεχειρία. Όμως τα στοιχεία που ακούστηκαν στις ακροάσεις δύσκολα στηρίζουν μια τόσο καθαρή διατύπωση. Στην
Μέση Ανατολή παραμένουν 15.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Περισσότερα από 20 πολεμικά πλοία εξακολουθούν να επιχειρούν. Ο ναυτικός αποκλεισμός παραμένει ενεργός. Στα
Στενά του Ορμούζ, η κατάσταση εξακολουθεί να παράγει ένταση για τη ναυσιπλοΐα, τις ασφαλιστικές αγορές, τις τιμές των καυσίμων και τη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής
Λίζα Μερκόφσκι έθεσε το ζήτημα με τρόπο που εκφράζει μια ευρύτερη ανησυχία μέσα στο ίδιο το κόμμα του προέδρου. Όταν υπάρχουν χιλιάδες στρατιώτες προωθημένοι, δεκάδες πολεμικά πλοία και ενεργός αποκλεισμός, είπε ουσιαστικά, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι οι εχθροπραξίες έχουν πράγματι λήξει.
Η διατύπωση έχει σημασία. Αν ο πόλεμος θεωρείται ενεργός, τότε το Κογκρέσο έχει ισχυρότερο θεσμικό επιχείρημα για να απαιτήσει εξηγήσεις, έγκριση και έλεγχο. Αν θεωρείται ότι έχει τερματιστεί, ο Λευκός Οίκος μπορεί να υποστηρίξει ότι βρίσκεται απλώς σε φάση διαχείρισης μιας στρατιωτικής παρουσίας και μιας διαπραγμάτευσης.
Η διοίκηση Τραμπ δείχνει να επιλέγει τη δεύτερη εκδοχή. Το Κογκρέσο, ή τουλάχιστον ένα τμήμα του, δεν δείχνει πλέον διατεθειμένο να την αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα.
Το κόστος που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί
Η επίσημη εκτίμηση των 29 δισ. δολαρίων είναι ήδη βαριά. Αλλά δεν είναι πλήρης. Ο
Τζέι Χερστ, ο ελεγκτής του Πενταγώνου, είπε ότι το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει το κόστος επισκευής περισσότερων από δώδεκα αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων που υπέστησαν ζημιές από ιρανικές επιθέσεις. Το Πεντάγωνο, όπως παραδέχθηκε, δεν γνωρίζει ακόμη πώς ακριβώς θα ανακατασκευαστούν οι εγκαταστάσεις αυτές και επομένως δεν διαθέτει αξιόπιστη εκτίμηση. Με άλλα λόγια, τα 29 δισ. είναι η μέχρι τώρα γνωστή επιβάρυνση. Όχι ο τελικός λογαριασμός.
Αυτή είναι η δυσκολότερη πολιτικά πλευρά της υπόθεσης. Οι πόλεμοι σπάνια κοστίζουν όσο υπολογίζονται στην αρχή. Κοστίζουν όσο αποκαλύπτεται στην πορεία ότι χρειάζεται για να συντηρηθούν, να καλυφθούν οι απώλειες, να αντικατασταθούν τα όπλα, να επισκευαστούν οι βάσεις, να μετακινηθούν δυνάμεις, να προστατευθούν οι γραμμές ανεφοδιασμού και να αποκατασταθεί η αποτρεπτική ισχύς σε άλλα μέτωπα.
Και αυτός ο πόλεμος, όπως προκύπτει από τις ίδιες τις παραδοχές της Ουάσινγκτον, έχει ήδη τραβήξει αμερικανικό υλικό από την Ευρώπη και την Ασία προς τη Μέση Ανατολή.
Το μεγάλο ερώτημα των πυρομαχικών
Ο Πιτ Χέγκσεθ επιχείρησε να κλείσει
τη συζήτηση για τα πυρομαχικά με μια σχεδόν απόλυτη διαβεβαίωση. Υποστήριξε ότι το ζήτημα της εξάντλησης των αποθεμάτων έχει υπερτονιστεί «ανόητα» και «μη χρήσιμα». Είπε ότι το Πεντάγωνο γνωρίζει ακριβώς τι έχει και ότι διαθέτει αρκετά από όσα χρειάζεται.
Η φράση όμως συγκρούεται με την ίδια τη λογική του προϋπολογισμού που υπερασπίζεται. Το αίτημα του Πενταγώνου περιλαμβάνει μεγάλη ενίσχυση για την αναπλήρωση πυρομαχικών. Η κυβέρνηση λέει ότι δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα εξάντλησης, αλλά ζητά ταυτόχρονα ιστορικά υψηλή χρηματοδότηση για να αναπληρώσει αποθέματα που έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα.
Η στρατιωτική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από την πολιτική απάντηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να έχουν ακόμη επάρκεια για τις τρέχουσες αποστολές τους. Αυτό υποστήριξε και ο στρατηγός
Νταν Κέιν, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, επικαλούμενος τις ενημερώσεις των ανώτατων διοικητών ανά τον κόσμο. Όμως «επαρκή πυρομαχικά για ό,τι κάνουμε σήμερα» δεν σημαίνει απαραιτήτως «άνετη στρατηγική εφεδρεία για όλα όσα μπορεί να συμβούν αύριο».
Ο πόλεμος με το Ιράν δεν διεξάγεται σε κενό. Διεξάγεται ενώ η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να υπολογίζει τη Ρωσία ως μακροπρόθεσμη απειλή στην Ευρώπη και την Κίνα ως τον κύριο στρατηγικό ανταγωνιστή στον Ινδο-Ειρηνικό. Κάθε πύραυλος, κάθε βόμβα, κάθε αναχαίτιση και κάθε μεταφορά υλικού προς τη Μέση Ανατολή έχει κόστος και αλλού.
Αυτό είναι το σημείο όπου η στρατιωτική επιχείρηση μετατρέπεται σε παγκόσμιο πρόβλημα ισορροπίας.
Το Κογκρέσο ζητά λογαριασμό
Η αμηχανία δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς. Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές πιέζουν επίσης την κυβέρνηση να καταθέσει γρήγορα το έκτακτο αίτημα χρηματοδότησης.
Ο
Κεν Κάλβερτ, Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της υποεπιτροπής Άμυνας της Βουλής για τις πιστώσεις, είπε στον Χέγκσεθ ότι θα ήταν καλύτερο να έρθει το συμπληρωματικό πακέτο «νωρίτερα παρά αργότερα». Η λογική του ήταν απλή: όσο πιο γρήγορα γνωρίζει το Κογκρέσο τι ζητά η κυβέρνηση, τόσο πιο εύκολα μπορεί να αρχίσει η πολιτική και δημοσιονομική επεξεργασία.
Ο Χέγκσεθ απάντησε με γενικότητες. «Ό,τι θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε, θα το υποβάλουμε», είπε. Δεν είπε όμως πότε. Ούτε πόσο. Ούτε με ποια ακριβώς επιχειρησιακή παραδοχή.
Στην πραγματικότητα, η διοίκηση Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο. Θέλει τη χρηματοδότηση, αλλά όχι απαραίτητα τον πλήρη πολιτικό έλεγχο που τη συνοδεύει. Θέλει ευελιξία για να ξαναρχίσει επιχειρήσεις, εάν οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν. Θέλει να δηλώνει ότι η εκεχειρία κρατά, αλλά και να διατηρεί σχέδιο κλιμάκωσης.
Ο ίδιος ο Χέγκσεθ το είπε καθαρά: η κυβέρνηση έχει σχέδιο για κλιμάκωση, εάν χρειαστεί. Έχει σχέδιο για υποχώρηση δυνάμεων. Έχει σχέδιο για μετατόπιση μέσων. Αυτό δεν είναι το λεξιλόγιο ενός πολέμου που έχει οριστικά τελειώσει. Είναι το λεξιλόγιο μιας σύγκρουσης που έχει παγώσει χωρίς να έχει λυθεί.
Η μάχη για την εξουσιοδότηση
Πίσω από τη συζήτηση για τα δισεκατομμύρια βρίσκεται ένα βαθύτερο θεσμικό ερώτημα: ποιος αποφασίζει για τον πόλεμο;
Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε σαφές ότι δεν προτίθεται να ζητήσει από το Κογκρέσο νέα εξουσιοδότηση για τη συνέχιση ή επανέναρξη των επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Ο Χέγκσεθ επικαλέστηκε τις εξουσίες του προέδρου βάσει του Άρθρου 2 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ έχει όλες τις αναγκαίες αρμοδιότητες.
Αυτή είναι κλασική προεδρική γραμμή σε περιόδους πολέμου. Ο πρόεδρος ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων. Το Κογκρέσο ως σώμα που ενημερώνεται, χρηματοδοτεί, διαμαρτύρεται, αλλά σπανίως σταματά την εκτελεστική εξουσία όταν οι επιχειρήσεις έχουν ήδη αρχίσει.
Μόνο που εδώ υπάρχει μια διαφορά. Η κλίμακα της εμπλοκής, το κόστος, η διάρκεια, ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ και οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές καθιστούν όλο και δυσκολότερο να περιγραφεί η σύγκρουση ως περιορισμένη επιχείρηση.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ισχυρή στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, αν η εκεχειρία μπορεί να καταρρεύσει, αν η κυβέρνηση έχει έτοιμο σχέδιο κλιμάκωσης και αν το κόστος ανεβαίνει κατά δισεκατομμύρια, τότε το ερώτημα της εξουσιοδότησης δεν είναι τυπικό. Είναι πολιτικό και συνταγματικό.
Το στοίχημα της παράκαμψης
Ο Χέγκσεθ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το Πεντάγωνο μπορεί να βασιστεί εν μέρει σε διαδικασίες συμφιλίωσης του προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση των αμυντικών αναγκών. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσπαθήσει να περάσει κρίσιμες δαπάνες με τρόπο που περιορίζει τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να τις μπλοκάρουν στη Γερουσία.
Είναι ένας θεσμικός ελιγμός, αλλά όχι χωρίς κίνδυνο. Ο Ρεπουμπλικανός
Τομ Κόουλ, πρόεδρος της Επιτροπής Πιστώσεων της Βουλής, προειδοποίησε ότι η μέθοδος αυτή εξαρτάται από την πολιτική στήριξη στο Κογκρέσο. Και η στήριξη αυτή δεν είναι αυτονόητη.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της ακρόασης. Η αντίσταση δεν έρχεται μόνο από τους Δημοκρατικούς. Έρχεται και από Ρεπουμπλικανούς που ανησυχούν για το δημοσιονομικό βάρος, για τη θεσμική παράκαμψη και για την απουσία καθαρής στρατηγικής εξόδου.
Η
Σούζαν Κόλινς, Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής από το Μέιν, έθεσε το ερώτημα που πολλοί στην Ουάσινγκτον σκέφτονται: είχε προβλέψει η κυβέρνηση ότι το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει ή να απειλήσει τα Στενά του Ορμούζ, προκαλώντας άνοδο στις τιμές βενζίνης, πετρελαίου θέρμανσης και ντίζελ;
Η απάντηση δεν ήταν καθησυχαστική. Ο στρατηγός Κέιν απέφυγε να αποκαλύψει τι συμβούλευσε τον πρόεδρο. Η Κόλινς αντέτεινε ότι μοιάζει να υπάρχει διαφορετικό σχέδιο σχεδόν κάθε μέρα.
Το πραγματικό πρόβλημα του Τραμπ
Ο Τραμπ εξακολουθεί να παρουσιάζει την επιλογή σύγκρουσης με το Ιράν ως ιστορική και αναγκαία. Ο Χέγκσεθ, όταν πιέστηκε για το κόστος, απάντησε με ερώτημα: ποιο είναι το κόστος του να αποκτήσει το Ιράν
πυρηνικό όπλο;
Πολιτικά, αυτή είναι η ισχυρότερη γραμμή της κυβέρνησης. Μεταφέρει τη συζήτηση από τα δισεκατομμύρια στο υπαρξιακό ρίσκο. Από τον προϋπολογισμό στην ασφάλεια. Από την αμφισβήτηση στο δίλημμα: πληρώνεις τώρα ή πληρώνεις αργότερα πολύ ακριβότερα.
Όμως αυτή η γραμμή έχει όριο. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, όσο η εκεχειρία παραμένει ασαφής, όσο ο αποκλεισμός συνεχίζεται και όσο οι δαπάνες ανεβαίνουν, το ερώτημα δεν είναι αν η απειλή του Ιράν ήταν σοβαρή. Είναι αν η αμερικανική κυβέρνηση έχει σαφές σχέδιο για το μετά. Διότι ένας πόλεμος δεν κρίνεται μόνο από το αν αρχίζει με ισχυρό επιχείρημα. Κρίνεται από το αν τελειώνει με πολιτικά ελεγχόμενο κόστος, στρατιωτική αποκατάσταση και στρατηγικό κέρδος.
Σήμερα, η Ουάσιγκτον δεν έχει πείσει ότι βρίσκεται εκεί.
Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να μην είναι πλέον στην πιο καυτή φάση του, αλλά έχει ήδη μπει στη δυσκολότερη: τη φάση του λογαριασμού. Και αυτός ο λογαριασμός δεν είναι μόνο οικονομικός. Είναι στρατιωτικός, θεσμικός και πολιτικός.