«Ότι η τύχη παίζει μεγάλον ρόλον, ίσως και τον μοναδικόν εις την σταδιοδρομίαν των ανθρώπων, δεν είνε καμμία ανάγκη να το επαναλάβωμεν εδώ. Από του Κάϊζερ, του οποίου και την ύπαρξιν ελησμονήσαμεν σήμερον, μέχρι της σιδηρωτρίας των λινών μας, της παλιάς εποχής, η οποία παρ’ ολίγον να μας διαμελήση με το αυτοκίνητόν της χθες, όλοι ανεξαιρέτως αποτελούν μίαν κλίμακα τύχης και ατυχίας, ευνοϊκών περιστάσεων και γρουσουζιάς, ευμενείας και καταδρομής της θεότυφλης αυτής κυρίας, η οποία διευθύνει τα πάντα και λογαριασμόν δεν δίνει εις κανένα.
Εξαίρεσιν του κανόνος δεν ήτο δυνατόν να αποτελέσουν και οι ανώτατοι υπάλληλοι ενός κράτους. Άλλοι σταδιοδρομούν θαυμάσια εν μέσω γαλήνης και ύπνου και λαμβάνουν μάλιστα και ευαρεσκείας και άλλοι παρευρίσκονται χωρίς να το θέλουν εις τα σημαντικώτερα γεγονότα και λαμβάνουν εις την ράχιν τας μεγαλειτέρας ευθύνας.
Μεταξύ αυτών υπήρξε και ένας Γενικός Διοικητής προ χιλίων εννεακοσίων ετών, τον οποίον η Τύχη κατέστρεψε και εις την ζωήν και εξακολουθεί να τον κατατρέχη και μετά θάνατον.
Διατί εξέλεξε τα Ιεροσόλυμα και όχι την Καππαδοκίαν; Ίσως το κλίμα, αι συγκοινωνίαι, το διοικητήριον να ήσαν καλλίτερα. Πιθανόν να τον παρέσυρε και η γνώμη και η επιμονή της κυρίας Πιλάτου, η οποία θα έλαβε πληροφορίας, ότι η κοσμική κίνησις εκεί, ήτο εις καλλιτέραν έντασιν, και ο κόσμος πλέον σικ παρά εις την Καππαδοκίαν. Ίσως και αι δεσποινίδες Πιλάτου, τα μικρά, τα υπηρετικά και όλο το σπιτικό τέλος πάντων να τον επήραν στον λαιμό τους τον άνθρωπον.
Ατυχέστερος ανώτερος υπάλληλος δεν θα υπάρξη ποτέ εις τον κόσμον. Μία αλλαγή Κυβερνήσεως και μία μετάθεσις θα τον έσωζαν από το φοβερόν μαρτύριον. Αλλ΄ η τύχη έτσι ηθέλησε να παίξη μαζή του, και να τον παρουσιάζη κατ’ έτος, χίλια εννηακόσια χρόνια μετά τον ενταφιασμόν του, ως δοσίλογον. Και ενώ άλλοι δοσίλογοι ξαπλώνουν την αρίδα των, αυτός κατ’ έτος δικάζεται. Και το παραδοξότερον είνε, ότι ενώ δια να εύρης δικηγόρον διά μίαν ένστασιν φορολογίας πληρώνεις δύο μισθούς σου, αυτός ευρίσκει δωρεάν τόσους νομομαθείς, οι οποίοι κάθε χρόνον τον φέρουν εις το εδώλιον του κατηγορουμένου δια μίαν υπόθεσιν, την οποίαν ασφαλώς θα την έχη προ πολλού λησμονήσει.
-Αλλά διατί ένιψε τας χείρας του... θα ερωτήσουν πολλοί.
Απλούστατα, διότι την εποχήν εκείνην των Ρωμαίων υπήρχεν άφθονο νερό και υδραυλικαί εγκαταστάσεις εις όλα τα δημόσια γραφεία και όλοι οι υπάλληλοι, ιδίως το καλοκαίρι, έπλεναν τα χέρια των πριν σου τα δώσουν. Αυτό θα απελογείτο ο άνθρωπος αν ζούσε, και όχι όλας τας ανοησίας που λέγουν οι διασημότεροι δικηγόροι της Ευρώπης και της Αμερικής.
Ίσως έλεγε και αυτά ακόμη:
-Κύριοι, εγώ δεν ήθελα να πάω εις την Ιερουσαλήμ Γενικός Διοικητής. Προτιμούσα έπαρχος στην Καππαδοκία. Εκείνη η ευλογημένη η κυρία Πιλάτου φταίει, τα μικρά, αι δεσποινίδες Πιλάτου, η κοσμική κίνησις... Αυτά με πήραν στο λαιμό τους. Ένας ατυχής διορισμός ήτο και, στο τέλος, λυπηθήτε με, κύριοι, και παύσατε, διότι εγώ επέθανα... το ακούτε επέθανα! Και δικηγορικά... δεν έχει».
«ΕΣΤΙΑ», 1929, Λαύρας
(Και δια την αντιγραφή Θωμάς Σιταράς, Αθηναιογράφος, συγγραφεύς των βιβλίων «Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες» και «Καλό Βόλι». Αθήνα 2018 και 2019 εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ)