Τάσος Λειβαδίτης: Τα χρόνια της εξορίας, το ποίημα που τον οδήγησε στο εδώλιο και τα τραγούδια που άφησαν εποχή

Τάσος Λειβαδίτης: Τα χρόνια της εξορίας, το ποίημα που τον οδήγησε στο εδώλιο και τα τραγούδια που άφησαν εποχή

Σαν σήμερα το 1988 πέθανε σε ηλικία 66 ετών ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής Ελλάδας – Οι εξορίες, η δίκη για ένα ποίημα, η «Δραπετσώνα» και η στροφή από τα μεγάλα οράματα στη μοναξιά

Τάσος Λειβαδίτης: Τα χρόνια της εξορίας, το ποίημα που τον οδήγησε στο εδώλιο και τα τραγούδια που άφησαν εποχή
Όταν ο Τάσος Λειβαδίτης έγραφε τα πρώτα του ποιήματα, πίστευε πως ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει. Ήταν νέος, είχε ζήσει την Κατοχή, είχε πάρει μέρος στην Αντίσταση και είχε πληρώσει τις πολιτικές του πεποιθήσεις με χρόνια εξορίας.

Στα τελευταία του βιβλία, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εκείνη η βεβαιότητα είχε δώσει τη θέση της σε κάτι πολύ διαφορετικό. Έγραφε πια για ανθρώπους που γερνούν, για έρωτες που χάθηκαν, για όσα δεν έγιναν ποτέ.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο περιόδους βρίσκεται η ζωή ενός από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ποιητές.

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε σαν σήμερα στις 30 Οκτωβρίου 1988, σε ηλικία 66 ετών. Είχε προλάβει να δει το έργο του να αναγνωρίζεται, τους στίχους του να γίνονται τραγούδια με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και μια ολόκληρη εποχή, στην οποία είχε πιστέψει βαθιά, να περνά στην Ιστορία.

Από το Μεταξουργείο στην Αντίσταση

Γεννήθηκε στην Αθήνα, το βράδυ της Ανάστασης του 1922, και μεγάλωσε στο Μεταξουργείο, σε μια γειτονιά που θα άφηνε το αποτύπωμά της στην ποίησή του. Ήταν ο μικρότερος από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του Λύσανδρου και της Βασιλικής Λειβαδίτη.

Η Αθήνα των λαϊκών συνοικιών, με τις αυλές, τα στενά δρομάκια και τους ανθρώπους που αγωνίζονταν για την καθημερινή επιβίωση, θα γινόταν αργότερα ένας από τους σταθερούς κόσμους των ποιημάτων του.

Τάσος Λειβαδίτης: Τα χρόνια της εξορίας, το ποίημα που τον οδήγησε στο εδώλιο και τα τραγούδια που άφησαν εποχή

Το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν ολοκλήρωσε, όμως, τις σπουδές του. Ο πόλεμος και η γερμανική Κατοχή άλλαξαν τις προτεραιότητες μιας ολόκληρης γενιάς. Ο νεαρός Λειβαδίτης εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και συμμετείχε στην Αντίσταση, συνδέοντας από νωρίς την προσωπική του διαδρομή με την πολιτική δράση.

Κλείσιμο
Η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1946, όταν δημοσίευσε το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη» στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Έναν χρόνο αργότερα συμμετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Θεμέλιο».

Εκείνη την εποχή η ποίηση δεν ήταν για τον Λειβαδίτη μια δραστηριότητα αποκομμένη από την πραγματικότητα. Ήταν τρόπος να μιλήσει για τους ανθρώπους που πολέμησαν, για εκείνους που έχασαν τη ζωή τους, για τη φτώχεια και την ελπίδα μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να βγει από τον πόλεμο, ενώ βυθιζόταν σε μια νέα, εμφύλια σύγκρουση.

Τα χρόνια της εξορίας και η Μακρόνησος

Η πολιτική του δράση είχε βαρύ τίμημα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ο Λειβαδίτης γνώρισε τη σύλληψη, την κράτηση και την εξορία.

Πέρασε από τον Μούδρο της Λήμνου, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη, ενώ κρατήθηκε και στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Στους τόπους εξορίας βρέθηκε μαζί με άλλους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, ανάμεσά τους ο Γιάννης Ρίτσος, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μάνος Κατράκης.

Στην ποίησή του εκείνα τα χρόνια κυριαρχούν οι συλλογικές εικόνες. Οι άνθρωποι μοιράζονται την πείνα, την αγωνία, τον φόβο και την προσδοκία ενός δικαιότερου κόσμου. Ο ποιητής δεν μιλά μόνο για τον εαυτό του. Μιλά εξ ονόματος μιας γενιάς που πίστεψε ότι η Ιστορία μπορούσε να αλλάξει μέσα από τον αγώνα.

Όμως η εξορία άφησε και ένα βαθύτερο ίχνος. Πίσω από τη βεβαιότητα των πρώτων ποιημάτων του υπήρχε ήδη η γνώση της απώλειας. Οι σύντροφοι που χάθηκαν, οι ζωές που διακόπηκαν και η εμπειρία της ήττας θα επέστρεφαν αργότερα στο έργο του, με διαφορετική μορφή.

Τάσος Λειβαδίτης: Τα χρόνια της εξορίας, το ποίημα που τον οδήγησε στο εδώλιο και τα τραγούδια που άφησαν εποχή

Το ποίημα που τον έστειλε στο εδώλιο

Το 1952, μετά την περιπέτεια της εξορίας, ο Λειβαδίτης εξέδωσε τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του, «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας».

Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», ένα έργο που τον καθιέρωσε ως μία από τις ισχυρότερες νέες φωνές της ελληνικής ποίησης. Το 1953 η συλλογή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ίδιο βιβλίο βρέθηκε αντιμέτωπο με τις αρχές. Το φιλειρηνικό και πολιτικό του περιεχόμενο θεωρήθηκε ανατρεπτικό, η συλλογή κατασχέθηκε και ο δημιουργός της παραπέμφθηκε σε δίκη.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1955, ο Λειβαδίτης κάθισε στο εδώλιο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο τον απάλλαξε τελικά λόγω αμφιβολιών.

Η υπόθεση ήταν χαρακτηριστική του πολιτικού κλίματος της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ένας ποιητής που είχε ήδη περάσει από τόπους εξορίας καλούνταν τώρα να λογοδοτήσει για το περιεχόμενο των στίχων του.

Η περιπέτεια αυτή δεν τον απομάκρυνε από τη λογοτεχνία. Αντίθετα, συνέχισε να γράφει με εντυπωσιακή παραγωγικότητα. Ακολούθησαν έργα όπως «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο» το 1956, «Συμφωνία αρ. Ι» το 1957, «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια» το 1958 και «Καντάτα» το 1960.

Παράλληλα, από το 1954 εργάστηκε ως κριτικός ποίησης στην εφημερίδα «Αυγή», μια συνεργασία που, με διακοπή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, κράτησε έως το 1980.

Η «Δραπετσώνα», ο Θεοδωράκης και τα τραγούδια που έμειναν

Η ποίηση του Λειβαδίτη δεν περιορίστηκε στις σελίδες των βιβλίων. Έφτασε σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό μέσα από τη συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Η «Δραπετσώνα», το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και το «Σαββατόβραδο» έγιναν τραγούδια που συνδέθηκαν με τη ζωή και τις δυσκολίες των απλών ανθρώπων. Μέσα από τη μουσική του Θεοδωράκη, οι εικόνες του Λειβαδίτη απέκτησαν μια καινούργια δύναμη και πέρασαν στη συλλογική μνήμη.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ | Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ | ΕΡΤ | 1990

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτής της συνεργασίας έχει η ταινία «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη, που προβλήθηκε το 1961. Ο Λειβαδίτης συνεργάστηκε στο σενάριο με τον Κώστα Κοτζιά και έγραψε τους στίχους των τραγουδιών της, σε μουσική Θεοδωράκη.

Η ταινία παρουσίαζε τη ζωή σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, μακριά από την ωραιοποιημένη εικόνα της Ελλάδας που κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος του εμπορικού κινηματογράφου της εποχής. Αντιμετώπισε προβλήματα λογοκρισίας, αλλά έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα δείγματα του ελληνικού κοινωνικού κινηματογράφου.

Για τον Λειβαδίτη, οι άνθρωποι αυτών των τραγουδιών δεν ήταν ξένοι. Ήταν πρόσωπα που θα μπορούσε να έχει συναντήσει στα παιδικά του χρόνια, στους δρόμους του Μεταξουργείου ή στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας.

Το 1961 ταξίδεψε επίσης μαζί με τον Θεοδωράκη σε συναυλίες στην ελληνική επαρχία, απαγγέλλοντας ποιήματά του και συνομιλώντας με το κοινό. Η ποίηση έβγαινε έτσι από τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις και συναντούσε ανθρώπους που ενδεχομένως δεν είχαν διαβάσει ποτέ κάποια συλλογή του, αλλά αναγνώριζαν στους στίχους του τη δική τους ζωή.

Όταν τα μεγάλα οράματα έδωσαν τη θέση τους στη μοναξιά

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η ποίηση του Λειβαδίτη άρχισε να αλλάζει. Η μετατόπιση δεν έγινε απότομα ούτε σήμαινε ότι ο ποιητής αποκήρυξε τις ιδέες της νεότητάς του. Ήταν περισσότερο μια σταδιακή αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κοίταζε τον κόσμο.

Οι μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις, οι αγωνιστικές εικόνες και η πεποίθηση ότι η Ιστορία κινείται προς έναν καλύτερο κόσμο υποχώρησαν. Στη θέση τους εμφανίστηκαν ολοένα συχνότερα μοναχικοί άνθρωποι, σκοτεινά δωμάτια, αναμνήσεις, όνειρα, απουσίες και ερωτήματα χωρίς οριστική απάντηση.

Λειβαδίτης "Ασφαλής κατεύθυνση" (σπάνια απαγγελία του ίδιου του ποιητή)

Ήδη από τις «Γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια» διακρίνεται αυτή η εσωτερική στροφή, που γίνεται ακόμη πιο έντονη μετά τους «Τελευταίους» του 1966 και τον «Νυχτερινό επισκέπτη» του 1972.

Ο Λειβαδίτης άρχισε να γράφει λιγότερο για όσα μπορούσε να κατακτήσει ο άνθρωπος και περισσότερο για όσα αδυνατούσε να κρατήσει. Ο χρόνος, ο θάνατος, η μνήμη, ο έρωτας και η αίσθηση μιας ζωής που περνά χωρίς να εκπληρώσει όλες τις υποσχέσεις της έγιναν κεντρικά θέματα.

Αυτή η αλλαγή συνδέθηκε με τις προσωπικές και συλλογικές διαψεύσεις της γενιάς του. Οι άνθρωποι που είχαν ζήσει την Αντίσταση και τον Εμφύλιο έβλεπαν πλέον τον κόσμο διαφορετικά. Κάποια από τα οράματα της νεότητάς τους είχαν ηττηθεί, άλλα είχαν αλλοιωθεί και ο χρόνος είχε αρχίσει να παίρνει τη θέση της επαναστατικής βεβαιότητας.

Στα ώριμα ποιήματά του, ωστόσο, ο Λειβαδίτης δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Αλλάζει την κλίμακα με την οποία τον παρατηρεί. Εκεί όπου κάποτε έβλεπε την ανθρωπότητα, τώρα στέκεται μπροστά σε ένα πρόσωπο. Εκεί όπου κάποτε μιλούσε για το μέλλον, τώρα αναρωτιέται για το παρελθόν.

Και εκεί όπου παλαιότερα η ελπίδα είχε τη μορφή μιας μεγάλης κοινωνικής αλλαγής, αργότερα μπορούσε να βρίσκεται σε μια ανάμνηση, σε μια χειρονομία αγάπης ή στην αδιόρατη παρουσία κάποιου που είχε χαθεί.

Η αναγνώριση και τα μεγάλα έργα της ωριμότητας

Η δεύτερη περίοδος της δημιουργίας του Λειβαδίτη υπήρξε εξίσου σημαντική με την πρώτη. Στη δεκαετία του 1970 εξέδωσε διαδοχικά τις συλλογές «Σκοτεινή πράξη» το 1974, «Ο διάβολος με το κηροπήγιο» το 1975, «Βιολί για μονόχειρα» το 1976 και «Εγχειρίδιο ευθανασίας» το 1979.

Η γραφή του γινόταν ολοένα πιο λιτή, συχνά αφηγηματική, με εικόνες που έμοιαζαν να προέρχονται από όνειρα. Οι ήρωές του μπορούσαν να είναι ηλικιωμένοι, άγνωστοι περαστικοί, μοναχικοί ένοικοι δωματίων ή άνθρωποι που αναζητούσαν κάποιον από το παρελθόν τους.

Η πραγματικότητα και η φαντασία συνυπήρχαν. Ένα καθημερινό περιστατικό μπορούσε να αποκτήσει μεταφυσική διάσταση, ενώ μια ασήμαντη λεπτομέρεια γινόταν αφορμή για έναν στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Το 1976 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Βιολί για μονόχειρα», ενώ το 1979 απέσπασε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας».

Οι διακρίσεις επιβεβαίωναν την αναγνώρισή του από τον λογοτεχνικό κόσμο. Ο ίδιος, ωστόσο, συνέχιζε να απομακρύνεται από τη δημόσια βεβαιότητα των πρώτων του χρόνων, αναζητώντας απαντήσεις σε πιο προσωπικά και οδυνηρά ερωτήματα.

Στα τελευταία του βιβλία, «Ο Τυφλός με το λύχνο» το 1983, «Βιολέτες για μια εποχή» το 1985 και «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» το 1987, η αίσθηση του χρόνου που χάνεται γίνεται ολοένα εντονότερη.

Ο ποιητής επιστρέφει στους ανθρώπους της νεότητάς του, στις παλιές γειτονιές, στους νεκρούς και σε εκείνους που έφυγαν χωρίς να πουν αντίο. Δεν προσπαθεί πλέον να εξηγήσει τον κόσμο μέσα από μια μεγάλη ιδέα. Μοιάζει περισσότερο να αναζητεί τα μικρά ίχνη που αφήνει πίσω της κάθε ανθρώπινη ζωή.

Ο Τάσος Λειβαδίτης απαγγέλει  "το παράπονο του ποιητή" (σπάνιο)

Ο θάνατος και τα ποιήματα που εκδόθηκαν μετά

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 1988 στην Αθήνα, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας που συνδέονταν με ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Ήταν μόλις 66 ετών.

Ο θάνατός του δεν σήμανε και το τέλος της ποιητικής του παρουσίας. Είχε αφήσει πίσω του ανέκδοτα ποιήματα, τα οποία συγκεντρώθηκαν στη συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» και κυκλοφόρησαν το 1990, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο τίτλος της μεταθανάτιας έκδοσης έμοιαζε να συνοψίζει την τελευταία περίοδο της δημιουργίας του. Το φθινόπωρο, με την αίσθηση της φθοράς και της αναπόφευκτης αλλαγής, ταίριαζε στον κόσμο ενός ποιητή που είχε αφιερώσει τα τελευταία του χρόνια στην αναμέτρηση με τη μνήμη.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ο Τάσος Λειβαδίτης παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπημένους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Δεν πρόλαβε να δει τον κόσμο να γίνεται όπως τον είχε ονειρευτεί στα νιάτα του, κατάφερε όμως να μετατρέψει τις εμπειρίες μιας ολόκληρης εποχής σε ποίηση που εξακολουθεί να συγκινεί τις νεότερες γενιές.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης