Olivia Wilde - «Πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για τη δική μας ευτυχία»
Η πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτις της ταινίας «Η πρόσκληση», της πιο πολυσυζητημένης αντιρομαντικής κωμωδίας της χρονιάς, μιλάει για τον έρωτα, τον γάμο και τις δεύτερες ευκαιρίες στις σχέσεις
Συνέντευξη στη Μάρα Θεοδωροπούλου
Υπάρχει κάτι καλύτερο από μια κινηματογραφική έκπληξη σε μια εποχή όπου όλα θυμίζουν κάτι που έχουμε ξαναδεί; Με τη νέα ταινία της «Η πρόσκληση» η Ολίβια Γουάιλντ αποδεικνύει ότι οι πιο δυνατές στιγμές γέλιου της χρονιάς έως τώρα ανήκουν δικαιωματικά σε εκείνη. Η 42χρονη ηθοποιός και σκηνοθέτις μεγάλωσε ανάμεσα σε μερικές από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της εποχής -μια φορά, όταν ήταν 4 χρόνων, την έβαλε για ύπνο ο Μικ Τζάγκερ-, πριν ακολουθήσει τον δικό της δρόμο στο Χόλιγουντ. Μετά τις αξέχαστες εμφανίσεις της σε σειρές όπως οι «The O.C.» και «House» και ταινίες όπως οι «Tron: Legacy», «Rush» και «Her», πέρασε πίσω από την κάμερα, κερδίζοντας κοινό και κριτικούς με το πολύ αστείο «Booksmart» και παίρνοντας ρίσκο με το πολυσυζητημένο «Μην ανησυχείς, αγάπη μου».
Η «Πρόσκληση», που εξακολουθεί να προβάλλεται με επιτυχία στην Ελλάδα, αποτελεί μία από τις πιο ευφυείς, αστείες και ανθρώπινες δραματικές κομεντί των τελευταίων χρόνων, έχοντας αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές. Η ταινία ξεκινά με μια φαινομενικά αθώα βραδιά: δύο παντρεμένα ζευγάρια συναντιούνται για δείπνο, όμως όσο περνούν οι ώρες, οι μάσκες πέφτουν, οι επιθυμίες έρχονται στην επιφάνεια και οι ήρωες αναγκάζονται να αναρωτηθούν αν ο γάμος, ο έρωτας και η ζωή που έχουν χτίσει είναι πραγματικά αυτά που εξακολουθούν να θέλουν.
Με πρωταγωνιστές την ίδια τη Γουάιλντ, τον Σεθ Ρόγκεν, την Πενέλοπε Κρουζ και τον Εντουαρντ Νόρτον, η ταινία χρησιμοποιεί το χιούμορ για να μιλήσει με ειλικρίνεια για τις σχέσεις, την επιθυμία, την επανεφεύρεση του εαυτού και το θάρρος της αλλαγής. Μοιάζει με την ιδανική στιγμή για να πει η Γουάιλντ αυτή την ιστορία, ως ένα πρόσωπο του οποίου η προσωπική ζωή έχει απασχολήσει συχνά τα μέσα ενημέρωσης, είτε λόγω της πολυετούς σχέσης της με τον Τζέισον Σουντέικις, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, είτε εξαιτίας του μεταγενέστερου δεσμού της με τον Χάρι Στάιλς, πρωταγωνιστή του «Μην ανησυχείς, αγάπη μου».
Στη συνέντευξη που μας έδωσε από το Λονδίνο λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία της ταινίας στην Ελλάδα, μιλάει με ειλικρίνεια για την εξέλιξη του έρωτα μέσα σε μια σχέση, την ευθύνη απέναντι στη δική μας ευτυχία, αλλά και τις γυναίκες που τη διαμόρφωσαν, από την Ντάιαν Κίτον, στην οποία είναι αφιερωμένη η ταινία, μέχρι τη συμπρωταγωνίστριά της, Πενέλοπε Κρουζ.
GALA: Eχετε πει ότι η δημιουργία της ταινίας σάς έκανε πιο ρομαντική. Τι ήταν αυτό που άλλαξε τη δική σας οπτική για την αγάπη και τις μακροχρόνιες σχέσεις; ΟΛΙΒΙΑ ΓΟΥΑΪΛΝΤ: Καθώς δουλεύαμε πάνω στην ταινία, εστιάσαμε στην ιδέα ότι μια σχέση μπορεί να περιέχει πολλές διαφορετικές σχέσεις, ότι ίσως κάθε σχέση είναι προορισμένη κάποια στιγμή να τελειώσει, αλλά μπορείς να ξεκινήσεις μια καινούρια με τον ίδιο άνθρωπο. Οσο γυρίζαμε την ταινία, αυτή η ιδέα με έκανε λιγότερο κυνική απέναντι στις μακροχρόνιες σχέσεις και τον γάμο, γιατί λατρεύω την έννοια της ελευθερίας και της εξέλιξης, τόσο ως άτομο όσο και ως σύντροφος. Ελπίζω όταν τελειώνει η ταινία ο κόσμος να σκέφτεται λίγο διαφορετικά το απόφθεγμα του Οσκαρ Γουάιλντ (που αναγράφεται στην αρχή της ταινίας): «Πρέπει κανείς να είναι πάντα ερωτευμένος. Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να παντρεύεται». Ισως αν μπορείς να παραμένεις αφοσιωμένος στην ίδια τη διαδικασία τού να αγαπάς, τότε ο γάμος να γίνεται κάτι λιγότερο αντιρομαντικό. Αυτό ήταν το δικό μου ταξίδι μέσα από την ταινία. Εκείνο που με έκανε ακόμη λιγότερο κυνική ήταν να τη βλέπω μαζί με το κοινό. Εχω ακούσει τόσους πολλούς να λένε ότι θέλουν να ξαναδούν την ταινία με τον σύντροφό τους. Αυτή η ταινία θα μπορούσε -και ξέρω ότι είναι ένας πολύ φιλόδοξος στόχος- να κάνει περισσότερους ανθρώπους λιγότερο κυνικούς απέναντι στις σχέσεις και ίσως ακόμη και να βοηθήσει κάποιες σχέσεις που βρίσκονται στα όριά τους.
Η «Πρόσκληση» μιλάει για τις σχέσεις, την επιθυμία και το θάρρος της αλλαγής. Μαζί με τη Γουάιλντ, συμπρωταγωνιστούν ο Σεθ Ρόγκεν, ο Εντουαρντ Νόρτον και η Πενέλοπε Κρουζ
G.: Πιστεύετε ότι η «Πρόσκληση» είναι μια ταινία για το σεξ ή μήπως είναι τελικά μια ταινία για το θάρρος να λες την αλήθεια στον άνθρωπο που σε γνωρίζει καλύτερα; Ολ.Γ.: Νομίζω ότι αφορά περισσότερο τις σχέσεις παρά το σεξ, παρότι το σεξ αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι των σχέσεων, το οποίο, τουλάχιστον στην αμερικανική κουλτούρα, συχνά υποτιμάται ως μορφή μη λεκτικής επικοινωνίας και εμπιστοσύνης, ως μια εξερεύνηση που οι άνθρωποι εκτιμούν λιγότερο από άλλα πράγματα και για την οποία δεν μιλούν αρκετά. Πιστεύω ότι το θάρρος να επικοινωνείς με τον σύντροφό σου για το πώς εξελίσσεσαι και πώς θέλεις να συνεχίσεις να εξερευνάς τον δικό σου ερωτισμό ήταν μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις αυτής της ταινίας. Θέλαμε να διερευνήσουμε τι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι συγχέουν την οικειότητα με τη συγχώνευση, την ιδέα ότι «είμαστε ακόμη παντρεμένοι, έχουμε ενώσει τις ζωές μας, άρα είμαστε πραγματικά κοντά», ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να βρίσκονται όσο πιο μακριά γίνεται ο ένας από τον άλλον. Με συναρπάζει η ιδέα ανθρώπων που τυπικά βρίσκονται σε μια σχέση, αλλά στην πραγματικότητα είναι εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους. Η φράση της Πενέλοπε Κρουζ «οι άνθρωποι ξεχνούν ότι αξίζουν κάτι περισσότερο» με αγγίζει πολύ βαθιά. Στα 42 μου, έχοντας περάσει από διάφορα είδη σχέσεων, είναι ένα θέμα που με απασχολεί, ιδιαίτερα όταν αφορά τις γυναίκες.
G.: Η γυναίκα που υποδύεστε μοιάζει να έχει περάσει χρόνια προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί. Υπήρχε κάτι στη ματαίωσή της, στην επιθυμία της να νιώσει ξανά ζωντανή, με το οποίο ταυτιστήκατε; ΟΛ.Γ.: Παρότι είναι πολύ διαφορετικός άνθρωπος από εμένα, ταυτίστηκα με την επιθυμία της να συνεχίσει να εξελίσσεται και να ανακαλύπτει νέα πράγματα, καθώς και με την αίσθησή της ότι θα ήταν τραγικό να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά αυτή την αναζήτηση. Κατά κάποιον τρόπο, ο άντρας έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι πρέπει να θυσιάσει αυτή την εξερεύνηση, έχει αποφασίσει πως δεν την αξίζει. Εκείνη εξακολουθεί να πιστεύει ότι την αξίζει. Και σε αυτό το σημείο νιώθω πως την καταλαβαίνω.
G.: Τι σήμαινε για εσάς η Ντάιαν Κίτον; ΟΛ.Γ.: Η ταινία είναι αφιερωμένη στην Ντάιαν γιατί κανείς δεν θα μπορούσε να νιώσει αυτή την ταινία όσο εκείνη. Ανυπομονούσα πραγματικά να της τη δείξω. Είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί της σε μια ταινία όπου υποδυόμουν την κόρη της. Δεν την είδαν πολλοί, αλλά δεν θα άλλαζα εκείνη την εμπειρία με τίποτα, γιατί πέρασα έναν ολόκληρο χειμώνα έχοντας την Ντάιαν Κίτον ως κινηματογραφική μητέρα. Ως ηθοποιός, ενσάρκωσε τον πιο ενδιαφέροντα τύπο γυναίκας που είχα δει ποτέ στην οθόνη. Ο «Νευρικός εραστής» ήταν για μένα μια αποκάλυψη ως προς το είδος των χαρακτήρων που ήθελα να υποδύομαι. Δεν θα υπήρχε «Η πρόσκληση» χωρίς εκείνη, γιατί έπαιζε σε τόσες ταινίες που μας ενέπνευσαν όλους. Συνδύαζε την ευφυΐα με την ενσυναίσθηση, ακριβώς αυτό που προσπαθούσαμε κι εμείς να πετύχουμε. Κάποτε μου είπε να είμαι πάντα ανοιχτόκαρδη. Αυτή είναι η πιο συναισθηματική και προσωπική δουλειά που έχω κάνει και τη σκεφτόμουν συνεχώς όσο την έκανα. Ημουν στο μοντάζ όταν έμαθα την είδηση του θανάτου της και τότε κατάλαβα ότι αυτή η ταινία ήταν για εκείνη. G.: H Πενέλοπε Κρουζ είναι καταπληκτική στην ταινία. Πώς ήταν η συνεργασία σας; ΟΛ.Γ.: Πάντα πίστευα ότι είναι μια εξαιρετική κωμική ηθοποιός, εκτός από δραματική. Μπορεί να αποδώσει δύναμη, πολυπλοκότητα και σοφία, αλλά ταυτόχρονα είναι απίστευτα αστεία. Στις αμερικανικές ταινίες τη βλέπουμε συχνά ως ένα αντικείμενο θαυμασμού, όμως στις ισπανικές έχει πραγματικά την ευκαιρία να αναδείξει το κωμικό της ταλέντο, π.χ. στις ταινίες του Αλμοδόβαρ ή στο υπέροχο «Official Competition», όπου υποδύεται μια σκηνοθέτιδα. Αυτό που την κάνει τόσο αστεία είναι ότι την ενδιαφέρουν οι απρόσμενες πλευρές ενός χαρακτήρα. Οι περισσότεροι θα προσέγγιζαν τον χαρακτήρα της στην ταινία ως μια αψεγάδιαστη, σαγηνευτική γυναίκα που τα γνωρίζει όλα. Η Πενέλοπε, αντίθετα, γοητεύτηκε αμέσως από όσα την έκαναν λιγότερο «τέλεια»: την έντασή της, τις στιγμές αμηχανίας της, την παιδικότητά της, ακόμη και το ξέσπασμά της προς το φινάλε