Τζιν Πρέσμαν, o απόγονος πίσω από τον θρύλο Barneys: Τα λάθη που οδήγησαν στην κατάρρευση
Ο εγγονός του ιδρυτή του εμβληματικού πολυκαταστήματος στη Νέα Υόρκη αφηγείται πώς κατάφερε να σφραγίσει τη χρυσή εποχή του και αποκαλύπτει τι πήγε λάθος
Συνέντευξη στον Όμηρο Ευστρατιάδη
Η Νέα Υόρκη σε κάθε δρόμο κρύβει μια ιστορία, αλλά λίγες έγιναν τόσο εμβληματικές όσο αυτή του «Barneys». Το πολυκατάστημα που ξεκίνησε από μια μικρή γωνιά στο Μανχάταν κατάφερε μέσα σε λίγες δεκαετίες να μετατραπεί σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τη μόδα, την τέχνη και τον πολιτισμό. Ο Τζιν Πρέσμαν, εγγονός του ιδρυτή, είναι το πρόσωπο που σφράγισε τη χρυσή εποχή του, αλλά βίωσε και τη μεγάλη πτώση.
Η ιστορία ξεκινά με τον Μπάρνεϊ Πρέσμαν, τον παππού του Τζιν, ο οποίος το 1923 έβαλε υποθήκη το δαχτυλίδι της γυναίκας του για να ανοίξει το πρώτο του κατάστημα. Από εκείνο το μικρό μαγαζάκι με την ονομασία «Barneys», που πούλαγε ανδρικά ρούχα σε χαμηλές τιμές, ξεπήδησε ένα brand που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονταν το στυλ. Ο Μπάρνεϊ ήταν ένας συνοικιακός μαγαζάτορας, αλλά με μεγάλη διορατικότητα: έχτισε το όνομά του πάνω στην ιδέα ότι κάθε πελάτης μπορούσε να ντυθεί καλά χωρίς να πληρώσει μια περιουσία.
Στα εγκαίνια της επέκτασης του συνοικιακού καταστήματος (1934)
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 τη σκυτάλη πήρε ο γιος του, Φρεντ Πρέσμαν, ο οποίος άλλαξε δραστικά την πορεία του «Barneys». Από discount store, το μετέτρεψε σε ναό της υψηλής μόδας. Αρχισε να φέρνει στην Αμερική ρούχα σχεδιαστών που τότε ήταν άγνωστοι: Giorgio Armani, Hubert de Givenchy, Pierre Cardin. Πρόσθεσε γυναικεία μόδα, καλλυντικά, είδη σπιτιού, και έτσι το «Barneys» έγινε ένας ολοκληρωμένος κόσμος για τον επισκέπτη. Το όραμά του ήταν σαφές: όχι απλώς πωλήσεις, αλλά εμπειρία.
Αυτό το υπόβαθρο βρήκε ο Τζιν Πρέσμαν, η τρίτη γενιά, που έφερε μαζί του τη φρεσκάδα και την ανάγκη να δώσει στο «Barneys» την ταυτότητα που θα το έκανε μυθικό: συνδύασε τη μόδα με την τέχνη, έκανε το κατάστημα σκηνή για τους πιο ανατρεπτικούς σχεδιαστές και μετέτρεψε τις βιτρίνες και τα fashion shows σε πολιτιστικά γεγονότα. «Hμασταν οι πιο τυχεροί άνθρωποι του κόσμου το 1972. Τότε είχαμε μόνο ένα κατάστημα. Κάθε γενιά έφερνε το δικό της όραμα - ο πατέρας μου άλλαξε ολοκληρωτικά το ανδρικό ντύσιμο κι εγώ τη γυναικεία μόδα. Ηταν ένα ανεπανάληπτο σκηνικό», αναφέρει ο ίδιος.
Η Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70 βρήκε στο «Barneys» έναν καθρέφτη. Από το Σόχο μέχρι το Απερ Ιστ Σάιντ, όλοι μιλούσαν για τις επιδείξεις, τα πάρτυ και τους ανθρώπους που περνούσαν τις πόρτες του. Ο Τζιν θυμάται χαρακτηριστικά: «Το 1976 ανοίξαμε το κατάστημα γυναικείας μόδας. Στα 80s διοργανώσαμε μια εκδήλωση για την αντιμετώπιση του AIDS και ήμασταν η πρώτη εταιρεία που συγκέντρωσε χρήματα γι' αυτόν τον σκοπό.
Η Levi Strauss μας παραχώρησε τζιν μπουφάν.
Είχαν έρθει ο Αντι Γουόρχολ, ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, ο Μανόλο Μπλάνικ. Ζητήσαμε από τη Μαντόνα και την Ιμάν να ανέβουν στην πασαρέλα. Και στο τέλος, ο Τζον Γκαλιάνο είχε μεθύσει και τράβηξε την περούκα της Κέιτ Πίρσον. Αξέχαστη βραδιά».
Η Μαντόνα στην «πασαρέλα» για το fashion show που οργάνωσε το «Barneys» με σκοπό τη στήριξη της έρευνας για το AIDS (1986)
Τα αδέλφια Ρόμπερτ, Μπόνι και Τζιν Πρέσμαν (1993)
Δεν ήταν μόνο τα events. Ηταν και οι προσωπικότητες που εμφανίζονταν ξαφνικά. «Ο πρίγκιπας Αντριου και η Σάρα Φέργκιουσον ήρθαν κάποια στιγμή στο “Barneys”. Το αγγλικό προξενείο μάς ενημέρωσε και ζήτησε να τους εξυπηρετήσουμε. Προς τιμήν τους οργανώσαμε ένα σόου. Περιελάμβανε και ένα μπαλέτο, με κάποιες σκηνές που θύμιζαν Κάμα Σούτρα. Αμέσως ο Αντριου είπε στη Σάρα ότι θα έπρεπε να το δοκιμάσουν στο σπίτι. Μια άλλη φορά, ο Τζακ Νίκολσον μπήκε στο γυναικείο τμήμα. Ηταν κατάμεστο σε περίοδο εκπτώσεων, και εκείνος άρχισε να βγάζει αστείες κραυγές. Δεν ήξερες ποτέ ποιος θα εμφανιστεί».
Κι όμως, πίσω από τη λάμψη κρύβονταν και οι δύσκολες αποφάσεις. Ο Τζιν Πρέσμαν δεν διστάζει να αναγνωρίσει τα λάθη: «Το ότι ανοίξαμε τόσα καταστήματα. Δεν χρειάζεσαι πολλά. Αυτό ήταν λάθος». Η υπερ-επέκταση, όπως λέει, ήταν το σημείο όπου το όραμα άρχισε να χάνεται. «Δεν ήταν μία στιγμή, αλλά μια αργή συνειδητοποίηση. Οταν η επέκταση υπερβαίνει το όραμα, χάνεται η ισορροπία». Η συνύπαρξη με την οικογένεια υπήρξε δίκοπο μαχαίρι: «Η οικογένεια σου προσφέρει ασφάλεια, αλλά έχει και ανταγωνισμό. Ηταν μέρος της μαγείας, αλλά και των δυσκολιών». Παρ’ όλα αυτά, το «Barneys» κατάφερε να αφήσει ένα αποτύπωμα που κανένα άλλο πολυκατάστημα της εποχής δεν μπορούσε.
Τζιν με τη μητέρα του Φίλις και τον πατέρα του Φρεντ Πρέσμαν
Στην ερώτηση τι σημαίνει πολυτέλεια σήμερα, η απάντησή του είναι απόλυτη: «Μισώ αυτή τη λέξη. Η πολυτέλεια έχει χάσει το νόημά της. Η αληθινή πολυτέλεια είναι η ποιότητα - κάτι τίμιο, δουλεμένο, που αντέχει. Αυτό πρέπει να αναζητά ο κόσμος, όχι μια ετικέτα». Και τι θα έκανε αν το «Barneys» ξαναγεννιόταν; «Θα περιόριζα τη μόδα κατά 30%. Στη δεκαετία του ’70 υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από νέους σχεδιαστές και μπορούσες να γεμίσεις το κατάστημα με αυτούς. Σήμερα η μόδα μοιάζει με σούπερ μάρκετ - χωρίς νόημα μερικές φορές. Ενα νέο “Barneys” θα ήταν μικρότερο, πιο επιλεκτικό, πιο προσωπικό», υπογραμμίζει και κλείνουμε την κουβέντα μας με μια συμβουλή του για τους νέους επιχειρηματίες που ονειρεύονται να μπουν στον κόσμο της μόδας: «Μην ακολουθείτε τον θόρυβο. Βρείτε τη δική σας φωνή. Και μην μπερδεύετε τη μεγάλη κλίμακα με την επιτυχία».
Η πορεία του Τζιν Πρέσμαν και του «Barneys», το οποίο από το 2021 ανήκει στo Sacks Fifth Avenue, θυμίζει ότι η μόδα δεν είναι μόνο βιομηχανία, είναι και αφήγηση. Από τον παππού Μπάρνεϊ που έβαλε υποθήκη το δαχτυλίδι της γυναίκας του για να ξεκινήσει μέχρι τον Τζιν που έκανε το κατάστημα θεατρική σκηνή, η ιστορία τους είναι γεμάτη ρίσκο, στόχους, υπερβολές και αμέτρητες στιγμές απόλυτης μαγείας. Και ίσως, ακριβώς γι’ αυτό το «Barneys» να παραμένει ένας θρύλος που εμπνέει.
Με την κόρη του Κριστίν και τη σύζυγό του Φίλις (2018)
Το κεντρικό κατάστημα στη λεωφόρο Μάντισον, στην καρδιά του Μανχάταν (2007)