Mαριλού Κατσαφάδου: «Τα πολλά μικρά πράγματα φέρνουν τους μεγάλους ρόλους»
Χειμαρρώδης, πληθωρική, με πλούσιο χιούμορ και τόνους θετικής διάθεσης, είναι τόσο απολαυστική στη συζήτηση όσο και στις ερμηνείες της. Φέτος τη βλέπουμε στις «Σέρρες» του ANT1 και του Netflix και στις παραστάσεις «Οικογένεια Τσεκμέ» και «Blue Train». Με λίγα λόγια, ασταμάτητη
Η Χρύσα από τις «Σέρρες», που διανύουν τον δεύτερο κύκλο τους στον ANT1 και μετά στο Netflix, η Ρόζα από την «Οικογένεια Τσεκμέ», η Λου από το «Blue Train». Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι όλες αυτές οι ηρωίδες της φετινής σεζόν, αλλά και οι δεκάδες άλλες που έχει ερμηνεύσει στα 18 χρόνια της καριέρας της. Κόρη ηθοποιών, του σπουδαίου Θοδωρή Κατσαφάδου και της αείμνηστης Χριστίνας Βαρζοπούλου, αλλά και αναδεκτή της Μπέτυς Βαλάση, μάλλον το είχε γραμμένο στο κάρμα της ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια τους.
Και παρότι η ίδια θα σου πει ότι στα παιδικά της χρόνια άλλους επαγγελματικούς δρόμους φανταζόταν για τον εαυτό της, τελικά έπεσε θύμα του γνωστού κλισέ «το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει». Οχι, δεν το έχει μετανιώσει και, ναι, η ευχαρίστηση είναι όλη δική μας.
GALA: Γλυκόπικρη η επιστροφή στις «Σέρρες»;
ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΤΣΑΦΑΔΟΥ: Είναι περίεργα τα συναισθήματα. Εχω χαρά που βρήκα πάλι όλους αυτούς τους συνεργάτες γιατί περάσαμε πολύ ωραία, σαν οικογένεια, και που ξανασυνάντησα τη Χρύσα, τον ρόλο μου, γιατί είναι ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι φίλη μου. Από την άλλη, δεν είναι πίκρα ακριβώς αυτό που νιώθω, αλλά μάλλον νοσταλγία για τον Πάνο (σ.σ.: τον αδικοχαμένο Νάτση) όσον αφορά το κομμάτι της δουλειάς. Ηταν σημαντικό να διαχωρίσω στο μυαλό μου το επαγγελματικό από το προσωπικό κομμάτι για να μπορέσω να προχωρήσω και να αγκαλιάσω τον Γιώργο Ζυγούρη που είχε τη δύσκολη αποστολή να αναλάβει αυτό τον ρόλο.
G.: Είχες κάποια αναγνώριση απέξω με την προβολή του πρώτου κύκλου στο Netflix;
Μ.Κ.: Απέξω καμία, από μέσα έχω κάποια αναγνώριση όταν κυκλοφορώ στον δρόμο. (γελάει) Επειδή αλλάζω συχνά τα μαλλιά μου, συνήθως με αναγνωρίζουν από τη φωνή μου. Μου έχει τύχει να με σταματήσουν στον δρόμο για να με ρωτήσουν «εσείς δεν είστε που παίζετε στις “Σέρρες”;». Αλλά και στις παραστάσεις μου έρχονται να μου μιλήσουν για τις «Σέρρες» και χαίρομαι πολύ που ο κόσμος έχει δει αυτή τη σειρά. Είναι πολύ σημαντική δουλειά και για μένα, με προχώρησε, με εξέλιξε ως ηθοποιό και με βοηθάει πάρα πολύ και το κείμενο του Γιώργου (σ.σ.: Καπουτζίδη). Είναι πολύ σημαντικό να παίζεις σε ένα κείμενο που να μιλιέται, όπως λέμε εμείς. Ο Γιώργος έχει και αυτό το μαγικό με τις ατάκες του, τη μία να σε κάνει να συγκινηθείς, να σου σηκωθεί η τρίχα και την επόμενη να πέφτεις κάτω απ’ τα γέλια.
Γιλέκο HUGO, μπλούζα Ted Baker και ολόσωμη φόρμα Levi's, όλα attica, The Department Store
G.: Ως κόρη ηθοποιών, ήταν μονόδρομος για σένα να ακολουθήσεις τα χνάριά τους;
Μ.Κ.: Οχι. Πάλι θα πω ότι ήθελα να γίνω δικηγόρος, αν και ήταν πολλά τα πράγματα που ήθελα να γίνω. Αστροναύτισσα, χασάπισσα, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ομως από την πολλή τριβή μου με το θέατρο, βλέποντας τους ηθοποιούς και ως θεατής αλλά και μέσα από τα καμαρίνια και τα παρασκήνια, συνειδητοποίησα ότι πάνω στη σκηνή γίνονταν υπεράνθρωποι, ότι αποκτούσαν δυνάμεις που εμένα με μάγευαν. Και είπα ότι θέλω κι εγώ να το κάνω αυτό στη ζωή μου. Και μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσα να καλύπτω και τον εαυτό μου, να εκφράζομαι απενοχοποιημένα, όχι ως Μαριλού, αλλά πίσω από έναν ρόλο. Γιατί ως άνθρωπος είμαι λίγο μαζεμένη, δεν είμαι τόσο loud.
G.: Σε αντιμετώπισαν ποτέ ως κόρη ηθοποιών; Ηταν βοήθεια τα ονόματά τους ή εμπόδιο;
Μ.Κ.: Νομίζω ότι στην αρχή είχα μια τέτοια αντιμετώπιση. Και ίσως επειδή είμαι ενοχική, το είχα κι εγώ άγχος στην αρχή να αποδείξω ότι το αξίζω να βρίσκομαι εδώ και ότι δεν είναι λόγω των γονιών μου. Αυτό το κουβάλαγα ως παιδί, αλλά ευτυχώς τα τελευταία χρόνια το έχω ξεπεράσει. Δεν έχω καταλάβει όμως αν το όνομα των γονιών μου με βοήθησε. Σε κάποια πράγματα ίσως, σε κάποια άλλα, όπως το να μπω στο Εθνικό, όχι. Είχα δώσει δύο φορές στη σχολή και δεν με πήραν - και ήταν άνθρωποι που τους ήξερα και με ήξεραν από μωρό. Δεν ήταν υποχρεωμένοι να με πάρουν, εννοείται, αλλά ένιωσα ότι σκέφτηκαν «έλα, έλα, είναι η κόρη του Θοδωρή, άντε πες τα μας», σαν να μην πίστευαν ότι θα ήμουν καλή. Ή ίσως να έφταιγα εγώ, να είχα αυτό το κόμπλεξ και να μπλόκαρα.
Οι γονείς μου, όμως, σε αυτό που με βοήθησαν πολύ ήταν στο να εξελιχθώ στον άνθρωπο και την ηθοποιό που είμαι, γιατί πάντα με στήριζαν και πάντα πίστευαν σε μένα. Αυτό εξακολουθεί να το κάνει και τώρα ο πατέρας μου και μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθώ να μεγαλώσω κι εγώ τον γιο μου.
G.: Πώς νιώθει, αλήθεια, ο γιος για τη δουλειά της μανούλας;
Μ.Κ.: Χαίρεται πολύ. Και πλέον καταλαβαίνει ότι εκεί είναι ο ρόλος και εδώ η μαμά. Υπάρχουν όμως και στιγμές, όπως όταν με χειροκροτούνε ή γελάνε με τις ατάκες μου, όταν
τραβάω δηλαδή την προσοχή πάνω μου, που αισθάνομαι ότι νιώθει μια ζήλια, ένα «αυτή είναι η δική μου μαμά».
G.: Φέτος θα σε δούμε στο θέατρο σε δύο παραστάσεις.
Μ.Κ.: Ναι, στο «Οικογένεια Τσεκμέ» και στο «Blue Train». Το πρώτο είναι έργο του Τόλη Παπαδημητρίου, ο οποίος παίζει κιόλας και το σκηνοθετεί. Είναι μια τρελή κωμωδία καταστάσεων για μια ελληνική σύγχρονη λαϊκή οικογένεια. Δόξα τω Θεώ, είχα πολύ ωραίες προτάσεις για φέτος τον χειμώνα και όλους τους παράγοντες, τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς τούς ευχαριστώ έναν προς έναν. Με πρόλαβε ο Τόλης και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό, γιατί και με τα υπόλοιπα παιδιά είμαστε πολύ ωραία παρέα και είναι πολύ σημαντικό να περνάς όμορφα στη δουλειά σου και να κάνεις καλές συνεργασίες.
Καμπαρντίνα AllSaints, T-Shirt και μαντίλι BSB, όλα attica, Τhe Department Store
G.: Και το «Blue Train» πώς προέκυψε;
Μ.Κ.: Είχα δει αυτή την παράσταση πέρυσι και μου άρεσε πάρα πολύ. Και γέλασα, και συγκινήθηκα, και ταυτίστηκα με κάποιες καταστάσεις. Βρίσκεις πολλά κοινά σε όλα τα είδη των σχέσεων που παρουσιάζονται στο έργο. Το είχα πει και στον παραγωγό, τον Πάνο Κατσαρίδη, με τον οποίο γνωριζόμαστε χρόνια. Ημουν, λοιπόν, το καλοκαίρι στην Αίγινα για να δω τον Γιώργο Καπουτζίδη, είχαμε βγει το βράδυ για φαγητό και είχα ξεχάσει το κινητό μου στο σπίτι του να φορτίζει. Και γυρνάω και βλέπω ότι είχα κλήσεις και μηνύματα από τον Πάνο, τη γραμματέα του, την παραγωγή... Ελεγα «τι έγινε τώρα;». Ανησύχησα στην αρχή, δεν πήγε το μυαλό μου στη δουλειά. Τους παίρνω πίσω λοιπόν και μου κάνουν πρόταση για το «Blue Train». Και είπα ναι, έρχομαι με κλειστά μάτια. Δεν σκέφτηκα ότι θα έχω Τετάρτη με Κυριακή το «Οικογένεια Τσεκμέ» και ότι αυτό θα παίζεται Δευτερότριτα και επομένως θα δουλεύω επτά ημέρες την εβδομάδα και ότι δεν θα έχω χρόνο να δω το παιδί μου και ότι θα πρέπει να βρω κάποιον να τον κρατάει. Είπα κατευθείαν «ναι» γιατί ήθελα τόσο πολύ να δουλέψω σε αυτή την παράσταση. Είναι από τις δουλειές που είδα ως θεατής και τις ζήλεψα και έλεγα ότι θα ήθελα πολύ να γίνω μέρος της. Κι έτσι έγινε.
G.: Σου έχει ξανασυμβεί να ονειρευτείς κάτι και να συμβεί;
Μ.Κ.: Οχι. Μου έχει τύχει δύο φορές να ονειρευτώ κάτι και να μη συμβεί. Το ένα ήταν ότι δεν πέρασα στη σχολή του Εθνικού. Και το άλλο ότι δεν έχω παίξει στην Επίδαυρο. Παίζω 18 χρόνια και ακόμα δεν μου έχει συμβεί. Θα ήθελα πολύ να είχα βρεθεί στους Χορούς, να παιδευτώ και να εκπαιδευτώ, γιατί το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό για έναν ηθοποιό να κάνει πολλά τέτοια μικρά πράγματα για να φτάσει να κάνει τον μεγάλο ρόλο. Ενα όνειρο είχα, λοιπόν, να πάω στην Επίδαυρο. Δεν μου έτυχε. Θα μου τύχει