The Cure, η μπάντα που έντυσε τα συναισθήματα με μουσική
Λίγο μετά τη συναυλία τους στην Αθήνα, ακολουθούμε τη διαδρομή μιας παρέας που μετέτρεψε τις πιο εύθραυστες ανθρώπινες στιγμές σε τραγούδια που συνεχίζουν να ενώνουν γενιές
Βίκυ Αθανασοπούλου
Δεν υπάρχουν πολλές μπάντες σαν τους The Cure, υπάρχουν όμως πολλές ζωές που έχουν αλλάξει εξαιτίας της μουσικής τους. Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνώρισαν μέσα από το Friday I'm in Love και άλλοι που τους ανακάλυψαν βυθισμένοι στο Disintegration. Κάποιοι χόρεψαν με το Just Like Heaven, άλλοι βρήκαν παρηγοριά στο Pictures of You. Κι όμως, όλοι μιλούν για το ίδιο συγκρότημα, που εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες καταφέρνει να χωρά μέσα στην ίδια δισκογραφία την απόλυτη ευφορία και την πιο βαθιά μελαγχολία.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία των The Cure. Δεν έγραψαν απλώς τραγούδια, έγραψαν το soundtrack για στιγμές που δύσκολα περιγράφονται με λόγια. Ίσως γι' αυτό παραμένουν τόσο επίκαιροι, γιατί τα τραγούδια τους δεν ανήκουν σε κάποια δεκαετία, ανήκουν σε στιγμές.
Η αρχή μίας σπουδαίας πορείας
Όλα ξεκίνησαν σε μια πόλη που δεν έμοιαζε να υπόσχεται τίποτα. Αν κάποιος προσπαθούσε να μαντέψει πού γεννήθηκε ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της εναλλακτικής μουσικής, μάλλον δεν θα διάλεγε ποτέ το Crawley, μια ήσυχη πόλη στο West Sussex της Αγγλίας. Εκεί μεγάλωσε ο Robert Smith, ένα παιδί που περισσότερο παρατηρούσε παρά μιλούσε. Διάβαζε ασταμάτητα, λάτρευε τη μουσική, περνούσε ώρες με μια κιθάρα και έδειχνε να νιώθει λίγο παράταιρος με τον κόσμο γύρω του. Ο David Bowie και οι Jimi Hendrix Experience ήταν από τις πρώτες μεγάλες επιρροές του.
Στο σχολείο γνώρισε εκείνους που έμελλε να γίνουν οι πρώτοι του μουσικοί συνοδοιπόροι. Δεν υπήρχε κάποιο μεγαλεπήβολο σχέδιο, μόνο η ανάγκη να παίξουν μουσική. Οι πρώτες τους μπάντες άλλαζαν ονόματα διαρκώς. Easy Cure, Malice, Obelisk... Μέχρι που έμεινε το πιο απλό από όλα, The Cure, ένα όνομα που σήμερα μοιάζει σχεδόν ειρωνικό. Αυτό γιατί οι ίδιοι ποτέ δεν ισχυρίστηκαν ότι είχαν κάποια θεραπεία για την ανθρώπινη θλίψη, αντίθετα, την κοίταξαν κατάματα και της έδωσαν μελωδία.
Κλείσιμο
Robert Smith, ο άνθρωπος που δεν έγινε ποτέ σταρ
Αν υπάρχει μία μορφή που έγινε συνώνυμη με τους The Cure, αυτή είναι φυσικά ο Robert Smith. Έχει συνεργαστεί επίσης με τους Siouxsie and the Banshees, τους Crystal Castles και τους CHVRCHES. Τα αχτένιστα μαλλιά, το μαύρο eyeliner, το κατακόκκινο κραγιόν, το χλωμό πρόσωπο έγιναν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μουσικά σύμβολα όλων των εποχών. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο ίδιος ποτέ δεν αντιμετώπισε αυτή την εικόνα ως μία προσεκτικά σχεδιασμένη περσόνα.
Σε αρκετές συνεντεύξεις έχει παραδεχτεί πως στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα καλός ούτε στο μακιγιάζ, ούτε στα μαλλιά του. Τα περισσότερα προκύπτουν σχεδόν τυχαία πριν από μια συναυλία, και ίσως γι' αυτό λειτουργούν, γιατί δεν προσπαθεί να δείχνει τέλειος. Πίσω από τη θεατρική του εικόνα κρύβεται ένας από τους πιο συνεπείς δημιουργούς της σύγχρονης μουσικής, ένας άνθρωπος που σπάνια ενδιαφέρθηκε για τις μόδες, απέφευγε τη ζωή του σταρ και προτιμούσε να μιλά για τη μουσική αντί για τον εαυτό του.
Υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια που ίσως εξηγεί πολλά. Από τα 14 του χρόνια, ο Robert Smith είναι μαζί με την ίδια γυναίκα. Η Mary Poole δεν έγινε ποτέ celebrity, αλλά σίγουρα αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές παρουσίες στη ζωή του. Το Lovesong, ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των Cure, γράφτηκε ως γαμήλιο δώρο προς εκείνη. Και κάπως έτσι, πίσω από τη μπάντα που ταυτίστηκε με τη σκοτεινή αισθητική, κρύβεται μία από τις πιο σταθερές ιστορίες αγάπης στην ιστορία της rock.
Η μπάντα που αρνήθηκε να διαλέξει στρατόπεδο
Στα τέλη της δεκαετίας του '70, η Βρετανία έβραζε μουσικά. Το punk είχε ήδη ανατρέψει τα πάντα, το new wave γεννιόταν και το post-punk αναζητούσε νέους τρόπους έκφρασης. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες έμοιαζαν να επιλέγουν μία συγκεκριμένη ταυτότητα, οι Cure όχι. Το πρώτο τους άλμπουμ, Three Imaginary Boys, είχε έντονα punk στοιχεία, αλλά ήδη άφηνε να φανεί κάτι διαφορετικό. Δεν τους ενδιέφερε να παίξουν πιο γρήγορα από όλους, αλλά να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα.
Ακολούθησε η περίφημη «σκοτεινή τριλογία», Seventeen Seconds, Faith, Pornography. Τρεις δίσκοι που άλλαξαν οριστικά τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να ακούγεται η μελαγχολία. Οι κιθάρες έγιναν ομιχλώδεις, τα μπάσα βγήκαν μπροστά, οι σιωπές απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία από τα ξεσπάσματα και ο Robert Smith έγραφε στίχους που περισσότερο θύμιζαν σελίδες ημερολογίου παρά τραγούδια.
Το αποκορύφωμα ήρθε με το Pornography, ένας δίσκος ασφυκτικός, σχεδόν εφιαλτικός. Η πρώτη φράση του άλμπουμ έμελλε να μείνει στην ιστορία, "It doesn't matter if we all die". Δεν ήταν πρόκληση, ήταν η αποτύπωση της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν τότε η μπάντα. Οι ηχογραφήσεις υπήρξαν εξαντλητικές, οι σχέσεις μεταξύ των μελών είχαν διαλυθεί και ο ίδιος ο Smith έχει παραδεχτεί ότι εκείνη την περίοδο δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Πολλοί πίστεψαν ότι εκεί τελείωσαν οι Cure, στην πραγματικότητα όμως, μόλις άρχιζαν.
Μετά το σκοτάδι του Pornography, ο Robert Smith αποφάσισε συνειδητά να γράψει κάτι εντελώς διαφορετικό. Το αποτέλεσμα ήταν το παιχνιδιάρικο The Lovecats. Πολλοί τότε πίστεψαν ότι είχε χάσει το μυαλό του, αλλά ήμερα θεωρείται μία από τις πιο ευφυείς κινήσεις της καριέρας τους.
Το μεγαλύτερο τους όπλο ήταν πάντα η αντίφαση
Είναι δύσκολο να βρεις άλλο συγκρότημα που να μπορεί να γράψει το A Forest και το Close to Me, το Lullaby και το Friday I'm in Love, το One Hundred Years και το Just Like Heaven. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες χτίζουν μια καριέρα πάνω σε έναν συγκεκριμένο ήχο, οι Cure έχτισαν τη δική τους πάνω στην άρνηση να επαναλαμβάνονται.
Ο Robert Smith δε φοβήθηκε ποτέ μήπως απογοητεύσει όσους ήθελαν να τον βλέπουν μόνιμα ως τον «πρίγκιπα του goth». Όταν ένιωθε ότι η μπάντα βυθιζόταν υπερβολικά στο σκοτάδι, έγραφε το πιο φωτεινό τραγούδι της καριέρας της. Όταν όλοι περίμεναν ακόμη μία «εύκολη» επιτυχία, επέστρεφε με έναν δίσκο που απαιτούσε υπομονή και προσοχή από τον ακροατή.
Ίσως γι' αυτό οι The Cure δεν έγιναν ποτέ μια νοσταλγική μπάντα. Δεν εγκλωβίστηκαν σε μία εικόνα, ούτε σε έναν μόνο ήχο. Κάθε εποχή τους μοιάζει να συνομιλεί με μια διαφορετική πλευρά του ίδιου ανθρώπου, εκείνη που ερωτεύεται, φοβάται, γελά, χάνεται. Και κάπου εκεί βρίσκεται το μυστικό τους, δεν έγραψαν μουσική για μια συγκεκριμένη υποκουλτούρα, αλλά για την ανθρώπινη εμπειρία.
Όταν το σκοτάδι έγινε mainstream
Υπάρχει μια θεωρία που λέει πως κάθε μεγάλο συγκρότημα περνάει κάποια στιγμή μπροστά από μια ανοιχτή πόρτα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η καλλιτεχνική ακεραιότητα και από την άλλη η εμπορική επιτυχία. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως πρέπει να διαλέξεις, οι The Cure όμως απέδειξαν ότι μπορείς να περάσεις μέσα από την πόρτα, χωρίς να αφήσεις τίποτα πίσω.
Στα μέσα της δεκαετίας του '80, η μουσική άλλαζε ξανά. Το MTV είχε γίνει η νέα βίβλος της pop κουλτούρας. Η εικόνα αποκτούσε σχεδόν την ίδια σημασία με τα τραγούδια και οι δισκογραφικές αναζητούσαν συνεχώς το επόμενο μεγάλο όνομα. Οι Cure είχαν όλα όσα χρειαζόταν μια τηλεοπτική εποχή, ένα χαρισματικό frontman με αμέσως αναγνωρίσιμη εμφάνιση, μια αισθητική που δεν έμοιαζε με καμία άλλη και τραγούδια που έμεναν στο μυαλό από το πρώτο άκουσμα.
Είχαν όμως κι ένα σοβαρό «πρόβλημα», ο Robert Smith δεν ήθελε ποτέ να γίνει σταρ. Δεν τον ενδιέφεραν οι συνεντεύξεις, δεν απολάμβανε τις δημόσιες εμφανίσεις και αντιμετώπιζε τη διασημότητα περισσότερο σαν παρενέργεια της μουσικής παρά σαν στόχο. Αυτή η σχεδόν αμήχανη σχέση του με τη φήμη έκανε το κοινό να τον εμπιστευτεί ακόμη περισσότερο. Δεν έμοιαζε με κάποιον που προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι είναι διαφορετικός, ήταν απλώς ο εαυτός του. Αυτό αποδείχθηκε πιο επαναστατικό από κάθε επιτηδευμένη εικόνα.
Η πιο απρόβλεπτη επιτυχία
Το 1985 κυκλοφορεί το The Head on the Door. Μέχρι σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο καθοριστικούς δίσκους της καριέρας τους. Όχι επειδή είναι ο πιο σκοτεινός ή ο πιο φιλόδοξος, αλλά επειδή καταφέρνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο, ενώνει όλους τους διαφορετικούς χαρακτήρες των Cure. Ξαφνικά, η μπάντα που μέχρι πριν λίγα χρόνια αποτελούσε σημείο αναφοράς για το post-punk, άρχισε να ακούγεται στα ραδιόφωνα όλου του κόσμου.
Το εντυπωσιακό είναι πως τίποτα δεν έδειχνε κατασκευασμένο. Οι Cure δεν έγραψαν πιο «εύκολα» τραγούδια, έμαθαν να συμπυκνώνουν το συναίσθημά τους μέσα σε τρία ή τέσσερα λεπτά, και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο.
Το χαρακτηριστικό βίντεο του Close to Me, όπου τα μέλη της μπάντας βρίσκονται στριμωγμένα μέσα σε μια ντουλάπα, θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο εμβληματικά music videos των '80s. Στην αρχική εκδοχή, η ντουλάπα δεν έπεφτε στη θάλασσα, αυτή η σκηνή προστέθηκε αργότερα για τη νέα έκδοση του βίντεο το 1990.
Ένα συγκρότημα που δε φοβόταν την υπερβολή
Αν το The Head on the Door άνοιξε την πόρτα, το Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me την γκρέμισε. Ένα διπλό άλμπουμ με 18 τραγούδια. Στη σημερινή εποχή των playlists και των σύντομων singles, μοιάζει αδιανόητο. Κι όμως, το 1987 οι Cure κυκλοφόρησαν ένα δίσκο που δε ζητούσε από τον ακροατή να διαλέξει πλευρά. Μπορούσες να βρεις το αισθησιακό Why Can't I Be You?, το ονειρικό Just Like Heaven, αλλά και στιγμές που έμοιαζαν να ξεπηδούν από τους πιο σκοτεινούς τους δίσκους. Ο κόσμος το αγκάλιασε.
Το αριστούργημα που λίγο έλειψε να μην υπάρξει ποτέ
Αν έπρεπε να διαλέξει κανείς έναν μόνο δίσκο για να εξηγήσει γιατί οι Cure θεωρούνται θρύλοι, πιθανότατα θα διάλεγε το Disintegration. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος ο Robert Smith φοβόταν πως ίσως να ήταν το τέλος της μπάντας. Πλησιάζοντας τα τριάντα του χρόνια, είχε την αίσθηση ότι έπρεπε να αποδείξει πως οι Cure μπορούσαν να δημιουργήσουν κάτι πραγματικά σπουδαίο. Όχι απλώς μια συλλογή επιτυχιών, αλλά ένα έργο που θα άντεχε στο χρόνο.
Οι άνθρωποι της δισκογραφικής είχαν διαφορετική άποψη. Ήθελαν περισσότερα τραγούδια σαν το Friday I'm in Love... μόνο που αυτό το τραγούδι δεν είχε γραφτεί ακόμη. Αυτό που παρέδωσε ο Smith ήταν ένας πυκνός, ατμοσφαιρικός δίσκος γεμάτος αργές κορυφώσεις, τεράστιες διάρκειες και τραγούδια που απαιτούσαν υπομονή.
Κάποιοι φοβήθηκαν ότι θα ήταν εμπορική αποτυχία, έγινε το ακριβώς αντίθετο. Το Disintegration δεν είναι απλώς ένας μεγάλος δίσκος, είναι ένας κόσμος ολόκληρος. Δεν υπάρχουν πολλά άλμπουμ που μπορείς να αναγνωρίσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά το Disintegration είναι ένα από αυτά. Ο Robert Smith έχει πει αρκετές φορές ότι δυσκολεύεται να διαλέξει αγαπημένο τραγούδι των Cure. Ωστόσο, όταν αναφέρεται στο Disintegration, συχνά το περιγράφει ως τον δίσκο που αποτύπωσε πιο πιστά αυτό που είχε στο μυαλό του όταν ονειρευόταν τη μπάντα.
Αν υπάρχει ένα τραγούδι που συνοψίζει το συναίσθημα αυτού του άλμπουμ, αυτό είναι το Pictures of You. Λίγοι γνωρίζουν ότι η αφορμή για τη δημιουργία του ήταν μια πυρκαγιά στο σπίτι του Robert Smith. Ανάμεσα στα αντικείμενα που σώθηκαν βρέθηκε ένα παλιό πορτοφόλι της Mary Poole, γεμάτο ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Η εικόνα αυτών των φθαρμένων αναμνήσεων στάθηκε η σπίθα για ένα τραγούδι που μιλά για τον χρόνο, την απώλεια και όσα μένουν όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν αλλάξει. Ίσως γι' αυτό το Pictures of You εξακολουθεί να συγκινεί τόσο πολύ. Δε μιλά μόνο για έναν άνθρωπο, αλλά για όλους εκείνους που κάποτε υπήρξαν σημαντικοί στη ζωή μας και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις αναμνήσεις μας.
Το τραγούδι που κανείς δεν περίμενε
Αν κάποιος άκουγε μόνο το Disintegration, δύσκολα θα πίστευε ότι η ίδια μπάντα θα έγραφε λίγα χρόνια αργότερα το Friday I'm in Love. Τη στιγμή που όλοι είχαν αποδεχτεί ότι αποτελούν τους αδιαμφισβήτητους εκφραστές της μελαγχολίας, εκείνοι κυκλοφόρησαν ένα τραγούδι που έμοιαζε να χαμογελά από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα.
Πολλοί παλιοί θαυμαστές ξαφνιάστηκαν, άλλοι γκρίνιαξαν. Το ευρύ κοινό όμως το ερωτεύτηκε. Και κάπως έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του '90, οι Cure πέτυχαν κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν καταφέρει. Να είναι ταυτόχρονα αγαπημένοι της εναλλακτικής σκηνής, των μεγάλων φεστιβάλ, των ραδιοφώνων, του MTV και ανθρώπων που ίσως δεν είχαν αγοράσει ποτέ άλλο δίσκο τους.
Δεν σταμάτησαν ποτέ, απλώς έμαθαν να περιμένουν
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Wish, οι Cure δεν εξαφανίστηκαν. Συνέχισαν να ηχογραφούν, να περιοδεύουν και να γεμίζουν στάδια σε κάθε γωνιά του κόσμου. Όμως κάτι είχε αλλάξει. Δεν ένιωθαν πια την ανάγκη να αποδείξουν ποιοι είναι, είχαν ήδη γράψει την ιστορία τους. Ίσως γι' αυτό οι δίσκοι που ακολούθησαν αντιμετωπίστηκαν πολλές φορές άδικα. Δεν ήταν εύκολο να σταθείς δίπλα σε έργα όπως το Disintegration ή το Wish.
Όμως κάθε νέα περιοδεία επιβεβαίωνε κάτι που λίγες μπάντες καταφέρνουν. Οι Cure δεν ήταν ποτέ απλώς μια δισκογραφία, ήταν πάνω απ' όλα μια ζωντανή εμπειρία. Όποιος τους έχει δει στη σκηνή το ξέρει. Δεν ανεβαίνουν για 90 λεπτά, δεν παίζουν βιαστικά τις επιτυχίες τους, δεν αντιμετωπίζουν το κοινό σαν πελάτη. Κάθε συναυλία μοιάζει περισσότερο με μια γιορτή που μπορεί να κρατήσει τρεις ώρες, να περιλαμβάνει σχεδόν τριάντα τραγούδια και να περνά από κάθε πιθανή συναισθηματική κατάσταση. Από την εκρηκτική χαρά του Just Like Heaven μέχρι τη σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα του A Forest. Ίσως αυτή να είναι η πραγματική τους κληρονομιά.
Ο Robert Smith έχει αποκαλύψει ότι η εμμονή του με τις μεγάλες συναυλίες γεννήθηκε όταν είδε έναν αγαπημένο του καλλιτέχνη να αποχωρεί από τη σκηνή ύστερα από μόλις 40 και κάτι λεπτά. Υποσχέθηκε τότε στον εαυτό του ότι, αν ποτέ αποκτούσε μεγάλο κοινό, δε θα έκανε κανέναν να αισθανθεί ότι «δεν άξιζε το εισιτήριό του». Κάπως έτσι εξηγούνται οι περίφημες τρίωρες εμφανίσεις των Cure.
Όταν ο Robert Smith τα έβαλε με μια ολόκληρη βιομηχανία
Το 2023 συνέβη κάτι που κανείς δεν περίμενε. Οι Cure ανακοίνωσαν την αμερικανική περιοδεία τους και από την πρώτη στιγμή ο Robert Smith ξεκαθάρισε ότι δεν ήθελε εξωφρενικές τιμές, ούτε το περίφημο dynamic pricing που εκτοξεύει το κόστος των εισιτηρίων ανάλογα με τη ζήτηση.
Όταν οι φίλοι της μπάντας άρχισαν να δημοσιεύουν τις υπέρογκες χρεώσεις που προστέθηκαν σε συναυλίες τους, ο Smith αντέδρασε δημόσια. Όχι με μια γενική δήλωση, αλλά με ονόματα, στοιχεία και επιμονή. Πίεσε την εταιρεία, ζήτησε εξηγήσεις και τελικά πέτυχε κάτι εξαιρετικά σπάνιο, επιστροφές χρημάτων στους θεατές και μείωση ορισμένων επιβαρύνσεων για τις επόμενες πωλήσεις. Παράλληλα, οι Cure είχαν ήδη αποκλείσει το δυναμικό σύστημα τιμολόγησης και είχαν περιορίσει τη μεταπώληση των εισιτηρίων, ώστε να δυσκολέψουν την αισχροκέρδεια.
Δεν ήταν μια επικοινωνιακή κίνηση, ήταν μια υπενθύμιση ότι ο Robert Smith εξακολουθεί να σκέφτεται πρώτα ως φίλος της μουσικής και μετά ως σταρ. Σε μια εποχή όπου πολλές συναυλίες μοιάζουν να απευθύνονται μόνο σε όσους μπορούν να πληρώσουν όλο και περισσότερα, εκείνος υπενθύμισε πως η μουσική δεν είναι προϊόν πολυτελείας, είναι εμπειρία, και αυτή η εμπειρία πρέπει να παραμένει προσβάσιμη.
Η επιστροφή που άξιζε την αναμονή
Δεκαέξι χρόνια, τόσο χρειάστηκε να περιμένουν οι φίλοι των Cure για ένα νέο δίσκο. Όταν τελικά κυκλοφόρησε το Songs of a Lost World, πολλοί περίμεναν μια νοσταλγική αναδρομή, αντί γι' αυτό όμως πήραν ένα άλμπουμ βαθιά προσωπικό. Ο Robert Smith δε φοβόταν να μιλήσει για το χρόνο, την απώλεια, τον θάνατο ανθρώπων που αγάπησε και το βάρος που αφήνει η ζωή όσο περνούν τα χρόνια. Δεν προσπαθεί να ακούγεται νέος, δεν κυνηγά τις τάσεις, δε γράφει για το TikTok. Γράφει όπως έγραφε πάντα, για όσα πονάνε, και ίσως γι' αυτό ο δίσκος ακούστηκε τόσο σύγχρονος, γιατί η ειλικρίνεια δεν παλιώνει ποτέ.
Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μια τυπική στάση
Οι σχέσεις των The Cure με το ελληνικό κοινό έχουν κάτι το ιδιαίτερο. Η πρώτη τους εμφάνιση στη χώρα μας, στο ιστορικό Rock in Athens το 1985, συνέπεσε με την περίοδο που η μπάντα άρχιζε να κατακτά ολόκληρο τον κόσμο. Για πολλούς εκείνη η συναυλία αποτέλεσε την πρώτη επαφή με μια μπάντα που έμελλε να σημαδέψει μια ολόκληρη γενιά.
Ακολούθησαν κι άλλες επισκέψεις, κάθε φορά με το ίδιο αποτέλεσμα. Ένα κοινό που τραγουδά σχεδόν κάθε λέξη, που περιμένει υπομονετικά τα encore, που αντιμετωπίζει τους Cure όχι σαν μια μεγάλη ξένη μπάντα, αλλά σαν παλιούς φίλους που επιστρέφουν.
Ιδιαίτερα η εμφάνισή τους στο Ejekt Festival το 2019 έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη χιλιάδων θεατών ως μία από τις πιο δυνατές συναυλιακές εμπειρίες των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, χάρη στη διάρκεια, την ένταση και το εύρος του setlist. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε ανακοίνωση νέας επίσκεψης συνοδεύεται από τον ίδιο ενθουσιασμό. Οι Cure δεν έρχονται απλώς να παίξουν τα τραγούδια τους, έρχονται να ξυπνήσουν αναμνήσεις.
Τελικά ποια είναι η «θεραπεία»;
Ίσως τελικά το όνομα The Cure να μην ήταν ποτέ κυριολεκτικό. Δε θεραπεύουν τη θλίψη, δεν εξαφανίζουν τις απώλειες, δεν κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Κάνουν όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό, μας θυμίζουν ότι δεν είμαστε μόνοι. Ότι κάπου, κάποιος ένιωσε τον ίδιο φόβο, την ίδια αγάπη, την ίδια αβεβαιότητα, την ίδια ελπίδα, και αυτά κατάφερε να τα μετατρέψει σε μουσική.
Πριν λίγες ημέρες, όταν τα φώτα χαμήλωσαν στο ΟΑΚΑ και οι πρώτες νότες ακούστηκαν, χιλιάδες άνθρωποι τραγούδησαν όλοι μαζί και για λίγες ώρες ο χρόνος σταμάτησε. Όχι επειδή οι Cure ανήκουν στο παρελθόν, αλλά επειδή υπάρχουν καλλιτέχνες που δε γράφουν απλώς τραγούδια, γράφουν στιγμές. Και αυτές, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δε γερνούν ποτέ.
Είτε είστε φανατικοί του camping είτε σκέφτεστε να το δοκιμάσετε για πρώτη φορά, το Simos Camping προσφέρει τις ιδανικές συνθήκες για να ανακαλύψετε έναν διαφορετικό τρόπο διακοπών. Με σύγχρονες εγκαταστάσεις, υψηλό επίπεδο οργάνωσης και όλες τις απαραίτητες παροχές.
Από τους ασπροπίνακες, στα μαθητικά lockers και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των αιθουσών διδασκαλίας: Tο πρόσωπο της εκπαίδευσης αλλάζει και μία ελληνική εταιρεία πρωτοπορεί.
Στους μήνες που απουσίασε από τη δουλειά της λόγω άδειας μητρότητας, η Κατερίνα Πετράκη παρακολούθησε από απόσταση μια αλλαγή που εξελισσόταν με ταχύτητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη άρχιζε να περνά από τη θεωρία στην πράξη, αποκτώντας θέση στην καθημερινότητα ολοένα και περισσότερων επαγγελμάτων. Αυτό που μέχρι πρότινος έμοιαζε με μια τεχνολογία του μέλλοντος, γινόταν σταδιακά μέρος του παρόντος.