Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Συμπληρώνει 55 χρόνια στο τραγούδι και μιλά για τα παιδικά χρόνια στη Χαλκιδική, την αποτυχημένη προσπάθεια να γίνει στρατιωτικός γιατρός, τη φυλάκιση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ - Δηλώνει αριστερός ως τάση ζωής και απορρίπτει τον εύκολο πλουτισμό

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»
Στην αρχή τον ρώτησα «ακόμα στο κουρμπέτι με συναυλίες;». Το πρόγραμμα γεμάτο: «Τέλος του μήνα, 28 νομίζω, στην Ξάνθη, 29 στην Κατερίνη και κατεβαίνω προς τα κάτω. Εχω Χαλκιδική και Κρήτη». Και η Αθήνα; «Εκανα συναυλία με τον Ηλία Ανδριόπουλο στου Ζωγράφου», μου λέει. Από κοντά, ούτε 60. Αειθαλής, φορτσάτος, «πάνοπλος» ο Μανώλης Μητσιάς. Στο καφέ «Daily» όπου καθίσαμε όλοι ήρθαν να τον χαιρετήσουν. Εκείνος έσπευσε να αγκαλιάσει την Ελένη. Και της είπε με συγκίνηση: «Για μένα ο Λαυρέντης ήταν η πιο σπουδαία φωνή της γενιάς του». Η Ελένη, η χήρα του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.

Μετά καθίσαμε. Και τότε μου διηγήθηκε ένα από τα περιστατικά με τον Μίκη: «Το 1970, αν θυμάμαι καλά, το ΓΕΣ με έστειλε στο Παρίσι να τραγουδήσω για την επέτειο του ’21. Θα μου πεις πώς επέλεξαν εμένα, έναν αριστερό και καταδικασμένο; Δεν ξέρω. Με διάλεξαν μαζί με άλλους τραγουδιστές. Ονόματα δεν λέω. Οσο και να με πιέσεις». Το ξεκαθάρισε.

«Με τον Μίκη επικοινωνούσαμε κάθε βράδυ τηλεφωνικά. Και κλείσαμε ραντεβού στο Παρίσι. Εκεί ο Μίκης μού έδωσε να τραγουδήσω για πρώτη φορά τα “Λιανοτράγουδα”. Ομως ο Λαμπρόπουλος της Columbia αρνήθηκε. Μπήκαν στη μέση τα οικονομικά. Θυμάμαι πως είχε έρθει σπίτι μου ο Μάνος Λοΐζος. Σπουδαίος φίλος. Ψυχούλα. Ηταν και η μέλλουσα γυναίκα μου, η Λίτσα. Φουλ ερωτευμένοι. Τελικά τα τραγούδησε ο Νταλάρας». Η συνέχεια με τη συνεργασία του με τον Μίκη συναρπαστική. Οπως η ογκώδης συναυλία στο «Καραϊσκάκης».

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 1η: «Εψελνα στην εκκλησία»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Πότε ξεκίνησες να τραγουδάς ερασιτεχνικά;

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ: Από την ώρα που γεννήθηκα! Εψελνα στην εκκλησία του χωριού μου - από τα Δουμπιά Χαλκιδικής κατάγομαι. Ο πατέρας μου είχε καφενείο και έφερνε κομπανίες μακεδονίτικες και εκεί άκουγα όλους τους δημοτικούς τραγουδιστές και μου άρεσε πάρα πολύ.

Δ.Δ.: Και ποια ήταν η εξέλιξη;

Μ.Μ.: Δεν ήξερα ότι θα γίνω τραγουδιστής. Εγώ πήγαινα για να σπουδάσω Στρατιωτική Ιατρική. Ηταν ο παππούς μου στρατιωτικός και ήθελε σώνει και καλά να γίνω στρατιωτικός γιατρός. Και για οικονομικούς λόγους πάνω απ’ όλα, γιατί ήταν δωρεάν η φοίτηση. Εδωσα δύο φορές εξετάσεις, την πρώτη δεν με πήρανε για 3/10 της μονάδας και τη δεύτερη φορά δεν με άφησαν να δώσω γιατί είδαν τα χαρτιά μου, τα αριστερά φρονήματά μου, και μου το απαγόρεψαν.

Δ.Δ.: Ο πατέρας σου ήταν αριστερός;

Κλείσιμο
Μ.Μ.: Βεβαίως, είχε πάρει μέρος στο ΕΑΜ.

Δ.Δ.: Και η μητέρα σου;

Μ.Μ.: Ο πατέρας της, ο παππούς μου, είχε λάβει μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και γύρισε με τριάντα τραύματα στο κορμί.

Δ.Δ.: Εχεις άλλα αδέλφια;

Μ.Μ.: Αλλα δύο μικρότερα, αδελφό και αδελφή.

Δ.Δ.: Ποιος σε ανακάλυψε ως τραγουδιστή;

Μ.Μ.: Οταν πήγα στη Θεσσαλονίκη για να δώσω εξετάσεις για σπουδές, το ’66-’67, μπήκα στη Χορωδία της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος για να τραγουδάμε με τους φίλους - μου άρεσε να τραγουδάω πάντα. Εκεί ήταν μαέστρος ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο οποίος όμως έμεινε για λίγο, κάνα δυο μήνες, και μετά κατέβηκε στην Αθήνα. Μου είπε να κατεβούμε μαζί στην Αθήνα για να κάνω καριέρα, αλλά εγώ δεν ήθελα αυτά τα πράγματα. Ηθελα να σπουδάσω. Μετά πήρε τη θέση του ένας άλλος μαέστρος, ο Ανδρέας Πρέζας, ο οποίος τελικά με έπεισε να γίνω τραγουδιστής. Κάναμε και ένα δισκάκι 45 στροφών, έτσι για τους φίλους της Θεσσαλονίκης, στην εταιρεία Λύρα, το οποίο είχε πολύ μεγάλη επιτυχία εκεί.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 2η: Το μεγαλύτερο στρατοδικείο

Δ.Δ.: Αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος σου;

Μ.Μ.: Ναι. Αυτό έγινε βέβαια αφού μπήκα φυλακή.

Δ.Δ.: Μπήκες φυλακή; Πότε έγινε αυτό;

Μ.Μ.: Το 1967. Το μεγαλύτερο στρατοδικείο που έγινε στην Ελλάδα, με 41 κατηγορούμενους.

Δ.Δ.: Γιατί σε συνέλαβαν;

Μ.Μ.: Για αντιδικτατορική δράση. Σχεδιάζαμε με μια ομάδα φίλων, ήμασταν στη Νεολαία Λαμπράκη τότε, να σαμποτάρουμε τον Παπαδόπουλο όταν θα ερχόταν να εγκαινιάσει τη ΔΕΘ. Να κόψουμε τα φώτα. Και μας συνέλαβαν, ήμασταν 41 κατηγορούμενοι. Είχαμε και έναν θάνατο, κάποιος πήγε να δραπετεύσει και τον σκότωσαν. Καταδικάστηκα σε τέσσερα χρόνια με αναστολή, έμεινα στη φυλακή τρεις μήνες. Οταν βγήκα από το Γεντί Κουλέ δεν είχα ούτε δραχμή να πάρω τσιγάρα. Με πήρε ο Ανδρέας Πρέζας και πήγαμε σε μια μικρή μπουάτ, τη «Ναυαρίνο», που χώραγε 20 άτομα για να πάρουμε πέντε δραχμές. Αρεσα πολύ στον κόσμο, γίνονταν ουρές και μετά πήγα σε μία πιο μεγάλη μπουάτ, την «107». Και άρχισα να μπαίνω στο επάγγελμα χωρίς να το καταλάβω. Μία φορά λοιπόν που κατέβηκα στην Αθήνα για να ακούσω τη Ροδά, που ήταν με τον Τσιτσάνη στην Πλάκα, με τράβηξε με το ζόρι και με ανέβασε στην πίστα για να πω ένα τραγούδι. Από το τρακ που είχα δεν θυμάμαι ποιο τραγούδι ήταν αυτό. Εκεί ήταν ο Δήμος Μούτσης ως πελάτης και διασκέδαζε, με άκουσε και μου είπε την άλλη μέρα: «Ελα να κάνουμε πρόβα». Και έτσι ουσιαστικά ξεκίνησε η καριέρα μου στην Αθήνα.

Δ.Δ.: Ο Τσιτσάνης σε άκουσε;

Μ.Μ.: Βεβαίως.

Δ.Δ.: Και τι σου είπε;

Μ.Μ.: «Μείνε στην Αθήνα!». Μετά, με τον Τσιτσάνη συνεργαστήκαμε στην παράσταση «40 χρόνια Τσιτσάνης» το 1980 στο Αθηναϊκό Κηποθέατρο. Κάθε βράδυ ήμασταν μαζί με τον Τσιτσάνη, τον Χρήστο Κολοκοτρώνη, τους αδελφούς Βαμβακάρη, Δομένικο και Στέλιο, που έπαιζαν μπουζούκι, την Αλεξάνδρα.

Δ.Δ.: Και με τον Μούτση κάνεις τον πρώτο σου μεγάλο δίσκο;

Μ.Μ.: Ο Μούτσης με κάλεσε στο στούντιο της Columbia όπου ηχογραφούσε τη μουσική για την ταινία «Ενας μάγκας στα σαλόνια». Εκεί γνώρισα και τον Γκάτσο πρώτη φορά, έγραφε τους στίχους για την ταινία. Και είπα το «Μ’ ένα παράπονο».

Δ.Δ.: Ο Γκάτσος όντως έγραφε στίχους σε κουτιά τσιγάρων;

Μ.Μ.: Ναι, ναι, είναι αλήθεια αυτό.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 3η: «Μπήκε η ΕΣΑ και με συνέλαβαν»

Δ.Δ.: Εκανες παρέα με τον Γκάτσο;

Μ.Μ.: Κάθε μέρα σχεδόν. Πίναμε καφέ στου «Φλόκα». Στο τραπέζι όπου αργότερα ήταν και ο Χατζιδάκις, ο Μούτσης, ο Κηλαηδόνης, ο Ελύτης, όλη αυτή η περίφημη παρέα.

Δ.Δ.: Ημίθεους γνώρισες!

Μ.Μ.: Ε, βέβαια, μιλάμε για ανθρώπους που ούτε καν φανταζόμουν ότι θα γνώριζα. Εγώ ένα παιδί από ένα χωριό... Ο Γκάτσος, δε, μου έδωσε την άνεση να πηγαίνω όποτε θέλω να κάθομαι στο τραπέζι του. Παρόλο που η ώρα 3 με 6 το απόγευμα δεν με βόλευε αργότερα που δούλευα στο «Zoom» στην Πλάκα και ξενυχτούσα, ήθελα να κοιμάμαι, για τον Γκάτσο πήγαινα κάθε μέρα εκεί.

Δ.Δ.: Πότε ξεκίνησες στο «Zoom»;

Μ.Μ.: Το ’70, με τον Μούτση, τη Γαλάνη και τη Βούλα Σαββίδη, πολύ μεγάλη επιτυχία. Κάναμε τρία προγράμματα τη βραδιά.

Δ.Δ.: Μιλάμε για χούντα ακόμη. Σε παρακολουθούσαν;

Μ.Μ.: Συνέχεια. Και το ’73 μπήκε ένα βράδυ μέσα στο «Zoom» η ΕΣΑ και με συνέλαβε. Με πήγαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Δ.Δ.: Τι λες, ρε μπαγάσα; Οι ΕΣΑτζήδες του Ιωαννίδη;

Μ.Μ.: Μόλις τελείωσε το πρόγραμμα ανέβηκαν στην πίστα, με πήραν, με έβγαλαν από την πίσω μεριά του «Zoom» και με πήγαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Εκατσα τρεις μέρες μέσα.

Δ.Δ.: Εφαγες ξύλο;

Μ.Μ.: Οχι, δεν με έδειραν.

Δ.Δ.: Και τι σου λέγανε;

Μ.Μ.: «Τι πας να κάνεις τον μάγκα;» μου έλεγε ο Σπανός. Γιατί είχα πει δύο τραγούδια του Μίκη από τον «Εναν όμηρο» του Μπρένταν Μπίαν. «Για ποια επανάσταση τραγουδάς;» μου έλεγαν. «A, γι’ αυτό με συλλάβατε; Αυτά δεν είναι ελληνικά τραγούδια», τους λέω. «Είναι ενός Ιρλανδού, του Μπρένταν Μπίαν». Αυτός που είχε το «Zoom» είχε έναν κουμπάρο ταξίαρχο και ενώ με είχαν έτοιμο για τη Γυάρο -είχαν πει στη γυναίκα μου «φέρτε ρούχα γιατί φεύγει αύριο το πρωί για Γυάρο»-, επενέβη ο κουμπάρος του επιχειρηματία και με άφησαν.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 4η: Το μήνυμα του Μίκη

Δ.Δ.: Είχες περιπέτειες με τη χούντα...

Μ.Μ.: Το 1971 είμαι φαντάρος και με καλεί το Πεντάγωνο να πάω στο Παρίσι σε μια εκδήλωση που έκανε η χούντα στο ξενοδοχείο «George V» να τραγουδήσω για τα 150 χρόνια από το 1821. Ηταν κι άλλοι τραγουδιστές, δεν θα πω ονόματα. Εγώ εκεί όμως είχα ραντεβού με τον Μίκη Θεοδωράκη. Κι ενώ με παρακολουθούσαν -είχα μαζί μου έναν αξιωματικό-, βρήκα έναν φίλο μου από την Καστοριά και καταφέραμε και πήγαμε στον Μίκη. Και μου έδωσε τις περίφημες δηλώσεις του, «τα τανκς κι αν σκουριάσουν, η μουσική μου θα υπάρχει». Εγώ τις έφερα από το Παρίσι, τις έδωσα στον Λευτέρη Παπαδόπουλο και δημοσιεύτηκαν στα «Νέα» την άλλη μέρα. Σκέψου ότι εγώ τότε ήμουν και με αναστολή από τη φυλακή.

Δ.Δ.: Φαντάρος και με αναστολή! Μάλιστα, φοβερό! Τη γυναίκα σου πώς τη λένε;

Μ.Μ.: Λίτσα.

Δ.Δ.: Πού και πότε τη γνώρισες;

Μ.Μ.: Στην Αθήνα το καλοκαίρι του ’69. Είχε έρθει ένα βράδυ να με ακούσει.

Δ.Δ.: Τι δουλειά έκανε η Λίτσα;

Μ.Μ.: Τότε τραγουδούσε ερασιτεχνικά, έτσι για την πλάκα της. Στην ουσία δεν δούλευε. Ο Ζαμπέτας την ήθελε πολύ, ήταν φίλος του πατέρα της. Είχε έρθει στο «Zoom» με τη Ρένα Κουμιώτη, που ήταν φίλη της, εκεί γνωριστήκαμε και ερωτευτήκαμε. Παντρευτήκαμε το ’74, με κουμπάρο τον αδερφό της.

Δ.Δ.: Και από τότε είστε μαζί συνέχεια, ε; Με την ίδια γυναίκα!

Μ.Μ.: Ναι. Αν είναι αμάρτημα αυτό..
.
Δ.Δ.: Οχι δεν είναι αμάρτημα, είσαι ήρωας! Τόσα χρόνια μαζί, πρωτοφανές αυτό! Πόσα παιδάκια έχετε;

Μ.Μ.: Ενα αγόρι, τον Μίλτο, που είναι οδοντίατρος, και δύο εγγόνια. Να σου πω κάτι; Είμαι τυχερός που γνώρισα τη γυναίκα μου, γιατί, αν δεν τη γνώριζα, μπορεί και να μην υπήρχα σήμερα.

Δ.Δ.: Γιατί;

Μ.Μ.: Με προστάτευε από τους πειρασμούς της Αθήνας, μου έκανε οικονομία στα χρήματά μου, δεν θα είχα τίποτα. Δεν μου έλεγε «κάνε κάτι για να βγάλεις χρήματα», μου έλεγε «κάνε κάτι που σου αρέσει, που είναι ποιοτικό». Γιατί είχα πάρα πολλούς πειρασμούς στη δισκογραφία, να πω τραγούδια άθλια για να βγάλω χρήματα, αλλά εγώ είπα όχι. Και αυτό το υπερασπίστηκε η γυναίκα μου.

Δ.Δ.: Για ποια τραγούδια λέμε τώρα;

Μ.Μ.: Τραγούδια που έγιναν επιτυχίες μετά - τώρα δεν ακούγονται βέβαια. Τα είπαν άλλοι τραγουδιστές και έβγαλαν χρήματα. Εγώ έμεινα στην μπουάτ, δεν πήγαινα στα μεγάλα μαγαζιά που με κυνηγούσαν τότε, στα παραλιακά.

Δ.Δ.: Για τι μεροκάματο μιλάμε;

Μ.Μ.: Ασε, 20 φορές παραπάνω από αυτά που έπαιρνα στην μπουάτ.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 5η: «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις»

Δ.Δ.: Εχεις τραγουδήσει και Χατζιδάκι, έτσι;

Μ.Μ.: Βέβαια, είμαι ο μοναδικός στην Ελλάδα που έχω πει τρεις δίσκους του σε πρώτη εκτέλεση, κανένας άλλος: «Της γης το χρυσάφι», «Αθανασία», «Χειμωνιάτικος ήλιος». Και ετοιμάζαμε και τέταρτο δίσκο, αλλά έπαθε το έμφραγμα ο Μάνος.

Δ.Δ.: Είχες καλή σχέση με τον Μάνο;

Μ.Μ.: Ερχόταν και σπίτι μου. Που ο Μάνος δεν πήγαινε σε σπίτια... Ο Δήμος Μούτσης έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο για μένα. Πέραν του μεγάλου του ταλέντου ως συνθέτη και μουσικού, ήταν άνθρωπος υψηλής ποιότητας.

Δ.Δ.: Ηταν ο πρώτος που σου άνοιξε την πόρτα.

Μ.Μ.: Βέβαια, Columbia και λοιπά, δεν θα μπορούσα να μπω εύκολα.

Δ.Δ.: Αρα Μούτσης, Μάνος και Μίκης, έτσι; Τραγούδησες Μίκη πολλές φορές.

Μ.Μ.: Από το 1968 στο Βραχάτι, όταν πήγα εκεί να με ακούσει. Οταν κατέβηκα στην Αθήνα και με πίεζαν να πάω σε διάφορες μπουάτ να τραγουδήσω, είπα «εγώ θα γίνω επαγγελματίας τραγουδιστής αν έχω το ΟΚ ενός μεγάλου ανθρώπου, του Μίκη Θεοδωράκη». O Μίκης ήταν περικυκλωμένος στο Βραχάτι κι εγώ πήγα με την Ελένη Ροδά και τη Ρένα Κουμιώτη για να μας ακούσει. Με άκουσε και ενθουσιάστηκε - μου έδωσε μάλιστα και τα τραγούδια του Ανδρέα (σ.σ.: Λεντάκη), το «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις». Μου τα έδωσε για να πάω στο Παρίσι, να βρω τη Φαραντούρη και τον Καλογιάννη και να μπω στο συγκρότημά τους. «Μίκη μου», του λέω, «εγώ χθες βγήκα από τη φυλακή, δεν μπορώ να φύγω, δεν έχω διαβατήριο, δεν έχω τίποτα». «Πάρ’ τα και τραγούδησέ τα!» μου είπε. Και πήγα στη Θεσσαλονίκη νύχτα, στην μπουάτ «107», με κλειδαριές απέξω, και έκατσε στο πιάνο ο Ανδρέας Πρέζας να παίξουμε τα τραγούδια και τα άκουσαν δέκα φίλοι πρώτη φορά.

Δ.Δ.: Ησουν σε πολλά άλμπουμ του Μίκη;

Μ.Μ.: Οταν γύρισε ο Μίκης από το εξωτερικό, μου είπε να κάνουμε τα «Λαϊκά» του Μάνου Ελευθερίου, μια άλλη εκτέλεση με την εποπτεία του Λουκιανού και του Μίκη. Μετά κάναμε την «Πολιτεία Γ’», μετά έναν άλλον δίσκο σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Επίσης, τη «Θεία Λειτουργία» όπου έψελνα.

Δ.Δ.: Με ποιους άλλους συνθέτες συνεργάστηκες;

Μ.Μ.: Με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη που ξεκίνησε μαζί μου το ’70. Με τον Γιάννη Σπανό, τον Λίνο Κόκοτο. Και Ξαρχάκο έχω πει. Δεν υπήρξε συνθέτης που να μη συνεργάστηκα μαζί του. Με τον Μάριο Τόκα, τον Aκη Πάνου -έγινε χαμός με τον «Τρελό»-, τον Γιάννη Μαρκόπουλο -«Φίλοι που φεύγουν»-, τον Χρήστο Λεοντή, τον Σταμάτη Σπανουδάκη -«Ημέρα Τρίτη»-, τον Γιώργο Χατζηνάσιο -«Διαδρομή»-, τον Θάνο Μικρούτσικο -έχω πει το πιο ωραίο τραγούδι, την «Πιρόγα»-, τον Σταμάτη Κραουνάκη -«Ποτέ»-, τον Ηλία Ανδριόπουλο.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 6η: Οι απειλές στον Καναδά

Δ.Δ.: Μετά κάνεις μια στροφή, περνάς από τις μπουάτ στις συναυλίες.

Μ.Μ.: Οχι, μετά πήγαμε πρώτη φορά όλοι μαζί με τον Χάρρυ Κλυνν, κατεβήκαμε στην παραλία και κάναμε μπουάτ τα «Δειλινά». Οταν είπε ο Καραμανλής ότι απαγορεύεται μετά τις 2 το ξενύχτι, πήγαμε στα «Δειλινά» με τον Χάρρυ Κλυνν, τον Μητροπάνο, την Τάνια Τσανακλίδου, τη Βίσση, όλοι μαζί, και κάναμε ένα μπουατικό πρόγραμμα από τις 10.30 μέχρι τις 2: με ανθρώπινες ώρες, ανθρώπινες τιμές - αυτό ήταν το σλόγκαν μας.

Δ.Δ.: Από τις τραγουδίστριες ποια ξεχώριζες;

Μ.Μ.: Τη Βίκυ Μοσχολιού. Αλλά και τη Φαραντούρη.

Δ.Δ.: Τώρα είσαι ακόμα μάχιμος, μπορείς να τραγουδήσεις;

Μ.Μ.: Ε, βέβαια. Τραγουδάω σε συναυλίες. Πριν από 15 μέρες ήμουν στην Κέρκυρα. Οι επόμενες είναι Ξάνθη, Κατερίνη...

Δ.Δ.: Πόσα χρόνια είσαι στο κουρμπέτι;

Μ.Μ.: Εχω 55 χρόνια.

Δ.Δ.: Πες μου μία στιγμή που δεν μπορείς να ξεχάσεις με τίποτα.

Μ.Μ.: Μου έχει μείνει μια στιγμή ιστορική με τον Μίκη, όταν πήγαμε στον Καναδά τις ημέρες του Μακεδονικού, που μαλώναμε με τα Σκόπια. Ηρθαν οι Σκοπιανοί προτού βγούμε στη σκηνή, σε ένα γήπεδο χόκεϊ στο Τορόντο, γεμάτο με 10.000 κόσμο, και είπαν στον Μίκη να μη βγει να διευθύνει τη συναυλία γιατί θα τον σκότωναν. Μπροστά μου αυτό. Και λέει ο Μίκης: «Εγώ θα βγω. Αν θέλετε, ελάτε να με σκοτώσετε». Εκεί πραγματικά έμεινα άφωνος με τον Μίκη.

Δ.Δ.: Τι είπες τώρα... Δεν μου λες, παραμένεις αριστερός;

Μ.Μ.: Ως άνθρωπος είμαι αριστερός, ως κόμμα δεν ανήκω πουθενά. Εχω τη δική μου Αριστερά μέσα μου.

Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Σκηνή 7η: Η γνωριμία με τον Σαμαρά

Δ.Δ.: Παρ’ όλα αυτά, είσαι πολύ φίλος του Αντώνη Σαμαρά, δεν είσαι;

Μ.Μ.: Βέβαια, είναι και κουμπάρος μου. Βάφτισε τον γιο μου προτού γίνει πολιτικός. Ημασταν φίλοι από το 1971, βγαίναμε κάθε μέρα έξω. Ηθελε να με παντρέψει, αλλά εγώ παντρεύτηκα ξαφνικά όταν εκείνος σπούδαζε στην Αμερική.

Δ.Δ.: Πώς γνωρίστηκες με τον Αντώνη;

Μ.Μ.: Στο «Zoom», ερχόταν κάθε βράδυ. Μετά πήγε στην Αμερική φοιτητής και τα καλοκαίρια που ερχόταν κάναμε παρέα. Και θυμάμαι που ένα καλοκαιρινό βράδυ που τραγουδούσα με τη Μοσχολιού στο «Zoom» και ήταν ο Αντώνης, ήρθε ένας και τον βρήκε και του είπε: «Ελα, σε ζητάει ο Καραμανλής». Πήγε μέσα στη νύχτα. Τον ρώτησα μετά: «Τι έγινε με τον Καραμανλή;» και μου είπε ότι του ζήτησε να κατεβεί υποψήφιος βουλευτής. Ετσι ξεκίνησε.

Δ.Δ.: Πότε αυτό;

Μ.Μ.: Το ’76-’77, κάπου εκεί.

Δ.Δ.: Και έτσι κατέβηκε βουλευτής. Και τώρα, που θέλει να κατέβει, ποια είναι η γνώμη σου;

Μ.Μ.: Ελεύθερος άνθρωπος είναι, έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Μια φορά τού είχα πει την άποψή μου. Τότε που σκεφτόταν να φύγει από τη Νέα Δημοκρατία και ήταν στεναχωρημένος, εγώ του είπα: «Σήκω φύγε! Ο,τι θέλεις κάνε!».

Δ.Δ.: Φίλος σου είναι, καταλαβαίνω. Είναι λίγο δύσκολες οι σχέσεις αυτές, τι να του πεις τώρα...

Μ.Μ.: Ο Αντώνης είναι από μια οικογένεια πολύ ισχυρή όσον αφορά τα εθνικά θέματα. Τα ξέρουμε για τον Μπενάκη κ.λπ. Κατά σύμπτωση, ο παππούς του στη Θεσσαλονίκη, ο Ζάννας, ήταν πολύ φίλος του παππού μου και από μικρό παιδί πηγαίναμε στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Ενα βράδυ στη Μεταπολίτευση, καλοκαίρι του ’75, έρχεται ο Αντώνης και μου λέει: «Πριν πας στη δουλειά, να περάσουμε από ένα σπίτι στην Κηφισιά, είναι η θεία μου εκεί, και είναι μέσα όλοι οι αντιστασιακοί και κουβεντιάζουν». Μπαίνουμε στο σπίτι στην Κηφισιά, στη θεία του, την αδελφή της μάνας του, και είναι μέσα ο Δημήτρης Ζάννας, ο μετέπειτα δήμαρχος Θεσσαλονίκης. Ο οποίος είχε στεφανώσει τον αδελφό της μάνας μου, ήταν κουμπάρος του θείου μου. Με αγκαλιάζει ο Ζάννας και μου λέει ο Αντώνης: «Από πότε τον ξέρεις;». Και του λέω: «Από την ημέρα που γεννήθηκα». Και μου λέει: «Σοβαρά; Θείος μου είναι». Ακου τώρα σύμπτωση, έτσι;

Σκηνή 8η: «Οταν βγαίνω στη σκηνή νιώθω τρακ»

Δ.Δ.: Εχεις μετανιώσει για κάτι;

Μ.Μ.: Σίγουρα, γιατί είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μερικοί με πρόδωσαν. Αυτό με στεναχώρησε πάρα πολύ.

Δ.Δ.: Εσύ έχεις προδώσει κανέναν;

Μ.Μ.: Αθελά μου μπορεί. Δεν ξέρω. Νομίζω ότι δεν πούλησα κανέναν.

Δ.Δ.: Δεν έχεις κάτι τρωτό στη ζωή σου;

Μ.Μ.: Είμαι ευκολόπιστος.

Δ.Δ.: Από όλους τους καλλιτέχνες, τους συνθέτες, τους στιχουργούς, τους τραγουδιστές, ποιους θα διέκρινες για το ήθος τους;

Μ.Μ.: Ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν χαρακτήρας-διαμάντι. Δουλέψαμε μαζί στα «Δειλινά» και στο πρόγραμμα υπήρχε μια στιγμή που λέγαμε την «Ομορφη πόλη» του Μίκη μαζί ο Μητροπάνος, εγώ και η Ελπίδα. Λέγαμε από μία σειρά ο καθένας και την ώρα που τραγουδούσα εγώ στεκόντουσαν όλοι. Και του λέω του Μητροπάνου: «Δημήτρη, νιώθω άσχημα, να αλλάξουμε το τραγούδι». Και μου λέει: «Τρελός είσαι, άσε το τραγούδι, αφού έχεις επιτυχία». Είχα επιτυχία εγώ και δεν είχε ο Μητροπάνος, και του είπα να το αλλάξουμε και δεν ήθελε... Κατάλαβες το ήθος του ανθρώπου ποιο είναι;

Δ.Δ.: Και κορυφαίος τραγουδιστής, από τις λίγες περιπτώσεις.

Μ.Μ.: Η περίπτωση του Δημήτρη ήταν η καλύτερη συνεργασία: φιλική, καλλιτεχνική, επαγγελματική, ό,τι θέλεις. Μετά κάναμε και συναυλίες μαζί σε διάφορα μέρη. Πάντα έξω καρδιά.

Δ.Δ.: Από τους νεότερους συνθέτες και στιχουργούς, τους σημερινούς, συνεργάζεσαι με κανέναν;

Μ.Μ.: Βεβαίως. Αμα έχουν τραγούδια καλά, δεν αρνούμαι εγώ. Να, προχθές είπα ένα τραγούδι του γιου μου, και αρέσει και πολύ!

Δ.Δ.: Εγραψε τραγούδι ο γιος σου; Ο οδοντίατρος;

Μ.Μ.: Και αρέσει και πολύ στον κόσμο. Το είχε γραμμένο χρόνια, έγραφε και έπαιζε πιάνο από μικρός. Τώρα κυκλοφόρησε.

Δ.Δ.: Μου είπες ότι είσαι 55 χρόνια στη δουλειά. Πώς αισθάνεσαι όταν τραγουδάς;

Μ.Μ.: Σαν να ξεκινάω τώρα, πραγματικά. Οταν βγαίνω στη σκηνή νιώθω ένα τρακ στην αρχή.

Δ.Δ.: Κάθε φορά καινούριος.

Μ.Μ.: Κάθε φορά είναι σαν να ξεκινάω τώρα.

Δ.Δ.: Εχεις δυσκολίες τώρα;

Μ.Μ.: Δεν είναι εύκολο πράγμα το λαϊκό τραγούδι. Αν δεν έχεις δυσκολίες, δεν είσαι λαϊκός τραγουδιστής, είσαι τραγουδιστής του σαλονιού.

Δ.Δ.: Είσαι αισιόδοξος για την Ελλάδα και το μέλλον της;

Μ.Μ.: Είμαι, δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα θα χαθεί ποτέ. Εχει τέτοιες πολιτιστικές βάσεις που δεν έχουν άλλοι λαοί. Πάντα θα υπάρχει ο Αριστοτέλης, πάντα θα υπάρχει ο Μέγας Αλέξανδρος, πάντα θα υπάρχουν ο Σωκράτης, ο Ομηρος, ο Πλάτωνας. Πάντα θα επικαλούνται όλους αυτούς οι άλλοι λαοί για να προχωρήσουν.
Ο Μανώλης Μητσιάς στον Δανίκα: «Το βιβλίο της ζωής μου από το Γεντί Κουλέ της δικτατορίας και τον Μίκη μέχρι σήμερα»

Επίλογος: «Παραμένω ακλόνητος»

Προτού χωρίσουμε τον ρωτάω: «Ησουν και εργοδότης;».

«Ημουν και έχασα μπόλικα λεφτά. Για να είμαι συνεπής με τις ιδέες μου, με τη συνείδησή μου. Να σου πω κάτι. Το 1972 -υπάρχουν και μάρτυρες- έπαιρνα 1.000 δραχμές στο “Zoom” και τη βραδιά έκανα τρία προγράμματα. Κάθε βράδυ έπαιρνα ένα χιλιάρικο. Κάποια στιγμή έρχονται από τα παραλιακά κέντρα, από τη “Νεράιδα” συγκεκριμένα, και μου προτείνουν να εμφανίζομαι με 20 χιλιάρικα κάθε βράδυ. Τότε, το διαμέρισμα στο Κολωνάκι πουλιόταν 40 με 50 χιλιάρικα. Εχω μάρτυρα γι’ αυτό το περιστατικό. Ηταν ο Γιώργος Κατσαρός. Και εγώ τους είπα όχι».

Δ.Δ.: Γιατί όχι;

Μ.Μ.: Μα αν δεχόμουν, με τι μούτρα θα συναντούσα τον Γκάτσο, τον Μάνο και τον Μίκη; Ηταν αδύνατον. Ακόμα και σήμερα παραμένω ακλόνητος. Πάνω απ’ όλα, η ηθική και η αξιοπρέπεια!

Καθώς χωρίζαμε μου είπε: «Δεν χρωστάω δεκάρα σε κανέναν. Γι’ αυτό τα βράδια κοιμάμαι ήσυχος».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης