Η συγγραφέας Αγλαΐα Μπλιούμη καταδεικνύει την άλλη Ελλάδα μέσα στο χρονικό της Μετανάστευσης

Η συγγραφέας Αγλαΐα Μπλιούμη καταδεικνύει την άλλη Ελλάδα μέσα στο χρονικό της Μετανάστευσης

Η συγγραφή ενός βιβλίου δεν αποτελεί απλή υπόθεση. Ο συγγραφέας εκ των πραγμάτων ανά πάσα στιγμή κρίνεται για το έργο του.

Η συγγραφέας Αγλαΐα Μπλιούμη καταδεικνύει την άλλη Ελλάδα μέσα στο χρονικό της Μετανάστευσης
Της Ίνας Ακριβού

Πολλές φορές οι αναγνώστες ταυτίζουν δημιουργό και δημιούργημα, αλλά αυτό, όπως γνωρίζουμε σήμερα, είναι αυθαίρετο και αδικεί τη μυθοπλασία. Όμως η επιρροή που ασκεί ένας συγγραφέας στο αναγνωστικό του κοινό είναι πολύπλευρη και ενίοτε αναπάντεχη.

Για παράδειγμα μπορεί ένας λογοτέχνης να συγγράφει με ηθικό πρόταγμα και η πένα του να επηρεάζει το αναγνωστικό κοινό, όμως η ζωή του να απέχει παρασάγγας από τη συγγραφική του ηθική.

Τι συμβαίνει όμως όταν η διαδρομή ενός συγγραφέα, είναι απολύτως συμβατή με τις αρχές που πρεσβεύει; Όταν βουτά την πένα του στο μελανοδοχείο της Αλήθειας και της Έμπνευσης, υπερασπιζόμενος με την αξιοσύνη του έργου του και τη δική του ηθική; Τότε οι αναγνώστες ως αδιάψευστοι κριτές έρχονται αντιμέτωποι με την ιδεατή εικόνα μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος.

Αυτό παρατηρούμε στην συγγραφέα Αγλαΐα Μπλιούμη και το μυθιστόρημά της «Αποχαιρέτα την Στουτγάρδη, Αστυάνακτα». Ο τρόπος γραφής της, τα βιώματα που περιγράφει, το θέμα που καταπιάνεται και η δύναμη της μνήμης της, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι είναι αδύνατον το έργο της να μην είναι επηρεασμένο από μια βαθιά ουμανιστική θεώρηση, που συνιστά και την συγγραφική της ηθική.

Και μόνο το μότο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της, «Το πεπρωμένο της ρωμιοσύνης είναι η διασπορά της. Εμείς απλώς βουτάμε στη θάλασσα και ξεριζώνουμε τις ρίζες του βυθού», αποτελεί προανάκρουσμα του τι πρόκειται να ακολουθήσει στις σελίδες του μυθιστορήματός της.

Το θέμα ιδιαίτερα επίκαιρο, σημαντικό και ενδιαφέρον, εφόσον η ελληνική προσφυγιά, μετανάστευση και παλιννόστηση είναι βασικές σταθερές στην ιστορία του τόπου: «Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μετά τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο, ο Παντελής παίρνει μια βαλίτσα από κοντραπλακέ και ταξιδεύει σαν τουρίστας στη Στουτγάρδη της Γερμανίας. Αμέσως πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο της Bosch, γνωρίζει εφήμερους έρωτες, αλλά και την Κατερίνα. Η Κατερίνα είναι μία από τις εκατοντάδες Ελληνίδες μετανάστριες που έχουν κατακλύσει τη Στουτγάρδη στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Στη βαλίτσα του Παντελή χωρούν οι ιστορίες των παιδιών δεύτερης γενιάς μεταναστών· γι’ αυτό όταν την ανοίγει με τον κωδικό της ξεπηδούν «σαν κλαδιά από συρματόπλεγμα» οι ρίζες του βυθού: οικογενειακές αφηγήσεις για τον διωγμό από τη Μικρά Ασία, τη γερμανική και τη βουλγαρική Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα συνυφαίνονται με τη ζωή της κόρης με τα πολλά ονόματα του Παντελή και της Κατερίνας, που μεγαλώνει σε μια κωμόπολη της πολυπολιτισμικής Στουτγάρδης.

Κλείσιμο
Και δεν είναι μόνο αυτά· πολλά τα άλυτα μυστήρια στο βιβλίο: Πώς ένας γύπας βλέπει μέσα από ματογυάλια τον κοινωνικό αποκλεισμό στη Γερμανία και τη δύσκολη ανασαιμιά της παλιννόστησης στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο πονηρός Αστυάνακτας που αναγκάζει την κόρη με τα πολλά ονόματα να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από τον αριστερό οφθαλμό ενός παιδιού που θυμάται και μέσα από τον δεξιό ενός ενήλικα που ωριμάζει με τροφό τη Μνημοσύνη;»

Πολλά είναι τα ζητήματα που εγείρει μια τέτοια μυθιστορηματική υπόθεση. Με μια πρακτική και ωφέλιμη για τον αναγνώστη διαχωριστική τεχνική των κεφαλαίων -προτάσσοντας ημερομηνία και τόπο-, η συγγραφέας, καταθέτει στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία ένα έργο υψηλών αξιώσεων, ένα σπάνιο εγχείρημα συλλογικής αυτοσυνειδησίας, αφού το πανόραμα της ελληνικής ιστορίας αφενός ξετυλίγεται μέσα από τις οικογενειακές ιστορίες των μικρών ανθρώπων, αφετέρου αυτές οι ιστορίες συνοδεύονται από καταβύθιση σε συλλογικά τραύματα που καθόρισαν τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα.

Η συγγραφέας, γράφει την Αλήθεια μέσω της μυθοπλασίας, υπογραμμίζει γεγονότα που μπορεί να ξενίζουν, αλλά εδράζονται σε ιστορικά γεγονότα. Πόσο θάνατο, τραγωδία και οιμωγή, κρύβει ο παρακάτω διάλογος: «Οι Βούλγαροι είναι περήφανοι που δεν παρέδωσαν τους Εβραίους στους Γερμανούς, όπως οι Έλληνες. Ναι για τούτο είναι περήφανοι» είναι τα λόγια του Πολωνού καθηγητή σε μια παρέα, ενώ ακολουθεί η συνειρμική σκέψη του ανώνυμου αφηγητή: «Κανείς αγαπητέ αναγνώστη, δεν ξέρει πόσους Εβραίους έκρυψαν οι Έλληνες και κανείς δεν ξέρει πόσους κατέδωσαν. Μονάδες στον άνεμο».

Το βιβλίο βρίθει από συμβάντα πολιτικής απόχρωσης με Κατοχή, Εμφύλιο, χούντα, μεταπολίτευση, διασπορά, μετανάστευση και διαπολιτισμικές μικροιστορίες από Ελλάδα και Γερμανία που εντέλει συνιστούν τα πολιτισμικά συμφραζόμενα που εμπερικλείουν τους ήρωες στο χρόνο, όπως για παράδειγμα ένας εκ των πρωταγωνιστών, ο Παντελής.

Ο Παντελής κουβαλά μια βαλίτσα κοντραπλακέ που όσο προχωρούμε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος τόσο καταλαβαίνουμε πως αυτή η βαλίτσα είναι το σύμβολο της ελληνικής μετανάστευσης στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1960. Μέσα της κρύβει αναμνήσεις από μια πολιτικά ρημαγμένη, αλλά και ανθρώπινη Ελλάδα, το νόστο, τον πόνο των γονέων και την παιδική ηλικία της δεύτερης γενιάς, ενίοτε θυμό, αλλά προσμονή, προκοπή και το ελληνικό success story των Ελλήνων μεταναστών. Το σύμβολο της βαλίτσας που αυγάτισε και έκανε «βαλιτσάκια» δεν είναι τίποτα άλλο από την συμβολική αναπαράσταση του ελληνικού ονείρου με μεταναστευτικούς όρους.

Η γλώσσα ρέουσα, δίχως επαναληπτικά φτιασίδια. Το ύφος εναλλάσσεται με τρόπο αξιοθαύμαστο καθώς το κάθε κεφάλαιο εμπεριέχει «λυρικές σφήνες» που αναστατώνουν τη συνείδηση και προβληματίζουν τις νεότερες γενιές αναγνωστών. Η μετανάστευση στη Γερμανία και σε κάθε χώρα, έχει ιδιαίτερο και ειδικό βάρος στην εξιστόρηση των Ελλήνων της Διασποράς.

Ο πόνος, η έλλειψη ασφάλειας, ο θυμός, η μνήμη, η προσβολή, η αδικία, όλα όσα συνθέτουν το μεταναστευτικό πρόβλημα, άλλοτε με τρόπο καυστικό και άλλοτε με βελούδινη γραφή, η συγγραφέας τα απεικονίζει σαν να ζωγραφίζει έναν πίνακα με εποχές, λάθη, παραλείψεις, προδοσίες, αγώνες και πάθη αθεράπευτα.

Μέσα από το έργο «Αποχαιρέτα την Στουτγάρδη, Αστυάνακτα» περνά όλη η Ελλάδα, αλλά και οι ελληνογερμανικές σχέσεις, αφού εξίσου εύληπτα σκιαγραφούνται τόσο οι διαφορετικές νοοτροπίες όσο και οι κοινοί κώδικες που αποκτιούνται μέσα από την κοινή συνύπαρξη στην πολυπολιτισμική πια Γερμανία. Το παρελθόν και το παρόν, που εκτείνονται από την δεκαετία του 1930 έως την Ελλάδα της κρίσης, λειτουργούν ως ενιαία και αδιαίρετη μονάδα την οποία καταγράφει το τρισδιάστατο μάτι της δημιουργού.

Ένα μυθιστόρημα που αναμφισβήτητα αξίζει να καταλήξει στην κινηματογραφική ή στην τηλεοπτική οθόνη μέσω επεισοδίων με βάση τα κεφάλαια του έργου, γιατί έχει μια σημαντική καινοτομία: μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως ταινία εποχής όσο και ως σύγχρονη κοινωνική σειρά που θίγει το επίκαιρο θέμα της μετανάστευσης και της διαπολιτισμικής μετεξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών.

Η Αγλαΐα Μπλιούμη που γεννήθηκε το 1972 στη Στουτγάρδη της Γερμανίας από Έλληνες γονείς μετανάστες, είναι απόφοιτος του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, Διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και υπηρετεί ως Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει διδάξει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο «Δημιουργική γραφή» και «Μεθοδολογία έρευνας», και στο ΑΠΘ «Σημειωτική της μεταναστευτικής λογοτεχνίας». Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, επιμέλειες και μελέτες για τη γερμανική λογοτεχνία.

Έκανε τη λογοτεχνική της εμφάνιση με το γερμανόφωνο διήγημα «Το ξένο μέσα μου» στην ανθολογία Αποκλίσεις και μεταβάσεις, 1997. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες γερμανόφωνες και δίγλωσσες (γερμανικά/ελληνικά) ανθολογίες. Το Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα (Κέδρος 2022) αποτελεί το πρώτο της λογοτεχνικό εγχείρημα στα ελληνικά.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης