«Ο ήλιος στα μάτια των λιονταριών»: Η ιστορία πίσω από το επεισόδιο Τελλίνι που οδήγησε στην κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς
Το νέο βιβλίο του Πάνου Δημάκη - Η ιστορία μιας αριστοκρατικής οικογένειας της Κέρκυρας που ζει σε μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής Ιστορίας - Διαβάστε την προδημοσίευση
«Ο ήλιος στα μάτια των λιονταριών»: Η συγκλονιστική, αληθινή ιστορία του επεισοδίου Τελλίνι, με την αποτρόπαια δολοφονία που συντάραξε την υφήλιο το καλοκαίρι του 1923 και οδήγησε στον βομβαρδισμό και την κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς είναι το κεντρικό θέμα στο νέο βιβλίο του Πάνου Δημάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Πρόκειται για ένα από τα πιο μυστηριώδη εγκλήματα στην ιστορία της Ελλάδας, που είχε ως αποτέλεσμα ένα απίστευτο πολιτικό και διπλωματικό θρίλερ με πρωταγωνίστρια μια αριστοκρατική οικογένεια της Κέρκυρας.
Το καλοκαίρι του 1923 ο Ιταλός στρατηγός Τελλίνι βρίσκεται στην Ήπειρο ως επικεφαλής της διεθνούς επιτροπής που έχει αναλάβει τη χάραξη των συνόρων Ελλάδας–Αλβανίας. Όταν η ιταλική αποστολή δολοφονείται σε ελληνικό έδαφος, η Ιταλία χρησιμοποιεί το γεγονός ως αφορμή για να απαιτήσει αποζημιώσεις και, πριν υπάρξει ουσιαστική ελληνική αντίδραση, βομβαρδίζει και καταλαμβάνει την Κέρκυρα.
Η αφήγηση ζωντανεύει τα πραγματικά γεγονότα του άγριου εγκλήματος, του βομβαρδισμού και της ιταλικής κατοχής του νησιού, καθώς και το έντονο διπλωματικό παρασκήνιο που εκτυλίσσεται στην Αθήνα και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στην ιστορική αφήγηση και την αμιγή μυθοπλασία, καθώς παρακολουθούμε τα όνειρα, τα πάθη, τους έρωτες και τις συγκρούσεις της κερκυραϊκής οικογένειας Ξιφογένη.
Ακολουθεί προδημοσίευση του βιβλίου
Κλείσιμο
Το ίδιο βράδυ, ο Νικήτας Ξιφογένης, έχοντας ήδη τελειώσει τις δουλειές του στα Ιωάννινα με μια άκρως επιτυχημένη συμφωνία, γευμάτιζε σε μια ταβέρνα, όπου έμαθε για το έγκλημα. Έπιασε κουβέντα με τη διπλανή παρέα, που φαινόταν να γνωρίζει αρκετά για το θέμα. Στην αρχή, οι γαργαλιστικές λεπτομέρειες του εξήψαν τη φαντασία. Στο κάτω κάτω, είχε δει αυτούς τους ανθρώπους μπροστά του.
Τι κρίμα, σκέφτηκε. Και ειδικά, για τον φίλο μου τον Δήμο. Ελπίζω να μην μπλέξει σε τίποτα περιπέτειες.
Μα αυτό που τον ένοιαζε περισσότερο ήταν να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Η ζέστη του κλειστού οροπεδίου είχε αρχίσει να του δίνει στα νεύρα και ανυπομονούσε να φτάσει στη δροσιά που φέρνει το πέλαγος στο νησί του, ειδικά τις βραδιές.
Ό,τι κι αν έγινε, θα ξεχαστεί σύντομα, σκεφτόταν όσο κατέβαζε άλλο ένα ποτήρι κόκκινο κρασί ανάμεσα στους ανθρώπους που είχαν πάρει φωτιά και αράδιαζαν λογής λογής σενάρια, μερικά από τα οποία άγγιζαν τη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
Τίποτα αλητήριοι θα ήταν, τίποτα παλιοληστές που έψαχναν χρήματα, συνέχισε να σκέφτεται, αποκόπτοντας τον εαυτό του από τον ορυμαγδό των φωνών ολόγυρά του. Τι χρήματα να έχουν μαζί τους όμως εκεί στα κατσάβραχα που πήγαιναν; Κάποιοι βλάκες κουρελήδες θα τους σκότωσαν κι όταν είδαν ότι δεν είχαν επάνω τους κάτι αξίας, τους παράτησαν στη μέση της ερημιάς να τους φάνε τα όρνεα. Τώρα τρέχα γύρευε ποιοι ακριβώς ήταν οι δράστες. Τέλος πάντων, ας τους πιάσουν αυτούς τους κατσικοκλέφτες. Αλλά κι εκείνοι οι Ιταλοί; Ας πρόσεχαν πού έμπλεκαν.
Κι έτσι, μετά από λίγο τα ξέχασε όλα. Άλλωστε, αύριο πρωί πρωί είχε να φύγει για Κέρκυρα!
Πράγματι, κοιμήθηκε νωρίς, γιατί έπρεπε να σηκωθεί πρωί πρωί για Πρέβεζα. Δύσκολο το ταξίδι κι έπρεπε να ξεκουραστεί. Με την αυγή σηκώθηκε και το μεσημέρι έπαιρνε το καράβι για το νησί του. Κατά το απόγευμα, είδε το φρούριο της Κέρκυρας από μακριά σαν έναν ξαπλωμένο γίγαντα με δύο καμπούρες στα ρηχά μιας ήρεμης θάλασσας. Οι πέτρες στις επάλξεις είχαν αποθηκεύσει μπόλικη ζέστη και άχνιζαν στον ουρανό. Στέκονταν εκεί 400 χρόνια για να στήσουν μία μία ένα κάστρο που να κυβερνάει τη θάλασσα, να φυλακίζει τον άνεμο, να σπέρνει φόβο κι ελπίδα.
Ένας συμπατριώτης του τον γνώρισε και του έπιασε την κουβέντα για πράγματα της πόλης, που εκείνη τη στιγμή έφερναν στον Νικήτα απόλυτη πλήξη. Θα ασχολιόταν και πάλι από αύριο με τα καθημερινά, αλλά τώρα περιορίστηκε να νεύει καταφατικά, προσποιούμενος ότι τον ενδιέφερε αυτό που άκουγε, πνίγοντας νοερά τη βαριεστημάρα του κάτω στα κύματα.
Ταξίδευε πολύ. Χαιρόταν να αφήνει την Κέρκυρα για δουλειές. Οι δουλειές ήταν ο επίσημος λόγος. Μα πάντα τις συνόδευε με επίγειες απολαύσεις. Το κρασί έρεε άφθονο στο λαρύγγι του και στα στήθη των γυναικών που χόρευαν λάγνα μπροστά του, έρεε πάνω στον χρόνο και στα ρολόγια που σταματούσαν όσο έλειπε από το σπίτι του. Μια γλυκιά ζωή που διαρκούσε λίγο, αλλά επαναλαμβανόταν κάθε λίγο και λιγάκι.
Μα όταν επέστρεφε κι έβλεπε κάθε φορά από το κατάστρωμα την πόλη του να αχνοθωρίζει στον ορίζοντα, η ψυχή του ερχόταν πάλι στη θέση της. Ήταν το νησί του, εκεί που είχε χτίσει τη δύναμή του, εκεί που ζούσε η αγαπημένη του κόρη Φιορίνα, εκεί που ήταν ο πρώτος από τους πρώτους και που απολάμβανε παράνομες αγκαλιές και αλμυρά φιλιά.
Στην αποβάθρα τον περίμενε αυτό που καρτερούσε. Ένα μικρό κορίτσι εφτά χρονών, ντυμένο στα άσπρα, μ’ ένα φορεματάκι πάνω από τα γόνατα, που έσφιγγε απαλά ένα κορδονάκι σαν ζώνη. Παπουτσάκια στο χρώμα της ζάχαρης με κοντά καλτσάκια και μια κορδέλα μεταξωτή στα μαλλιά να κρέμεται πάνω από τη δεξιά της φράντζα στα κοντοκουρεμένα και καλοβουρτσισμένα, αλλά ανεξάρτητα μαλλιά της. Τα μόνα της στολίδια ήταν μια αλυσίδα με τον σταυρό της, που κρυβόταν μέσα από το φόρεμα κι ένα βραχιολάκι που της έκανε δώρο η γιαγιά της, η Φιόρη, που την είχε πείσει ότι ήταν της δικιάς της γιαγιάς, μα το είχε αγοράσει στο νησί πριν χρόνια. Η Φιορίνα, που είχε πάρει το όνομα της νόνας της, δεν το έβγαζε ποτέ από πάνω της, σε αντίθεση με το σταυρουδάκι που τη βάραινε και πάντα έκανε κινήσεις για να το βγάλει, αλλά ποτέ δεν αποτολμούσε.
Ήταν σοβαρή και ανυπόμονη μέχρι να τον δει. Η λεπτή γραμμή των χειλιών της δεν κατσάρωσε όση ώρα στεκόταν στην αποβάθρα και παρατηρούσε πια το μεγάλο καράβι. Δεν είχε ανέβει ποτέ σε καράβι, εξόν από μια φορά που νοίκιασαν μια βαρκούλα και πήγαν απέναντι στο καταπράσινο νησάκι του Βίδου.
Τώρα την κρατούσε από το χέρι η μητέρα της, η Αγγελίνα. Σαν είδε τον πατέρα της να ξεπροβάλλει από το πλοίο, ξεγλίστρησε το χεράκι της από τον κλοιό των δαχτύλων της μάνας της και έτρεξε στην αγκαλιά του πατέρα, που βλέποντάς τη να πλησιάζει έσκυψε και άνοιξε τα χέρια διάπλατα. Εκείνος την έκρυψε στα μπράτσα του και φίλησε τα ευωδιαστά μαλλιά της όσο εκείνη του δήλωνε πόσο πολύ της είχε λείψει κι ότι την επόμενη φορά έπρεπε να την πάρει μαζί του στη «Νείπηρο». Όσες φορές κι αν της είχε εξηγήσει ότι λεγόταν Ήπειρος, εκείνη έκανε πάντα το ίδιο λάθος. Ο Νικήτας είδε τα γνώριμα πόδια της γυναίκας του μπροστά του, που εν τω μεταξύ είχε περπατήσει προς εκείνους.
«Μαμά, η Νείπηρος είναι μακριά, αλλά ο μπαμπάς γύρισε και την άλλη φορά θα με πάρει κι εμένα!» φώναξε χαρούμενη η μικρή, νιώθοντας τη μαμά πίσω της.
«Ναι, αγάπη μου…» είπε η Αγγελίνα και δέχτηκε ένα φιλί στο μάγουλο από τον άντρα της, που σηκώθηκε αργά.
«Καλώς τον!» είπε απόμακρα μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Εκείνος την ευχαρίστησε και για μια στιγμή κοντοστάθηκε για να δει τη γυναίκα αυτή που του είχε χαρίσει μια από τις μεγαλύτερες χαρές του. Αμέσως ξεκίνησαν για την άμαξα που τους περίμενε. Ο Πέτρος, ο βοηθός που είχε έρθει μαζί τους, έσπευσε να κουβαλήσει την καφετιά, δερμάτινη βαλίτσα του αφεντικού του με τα μπρούντζινα καρφιά. Όσο περπατούσαν, με τη μικρή στη μέση να ρωτάει τι της έφερε από το ταξίδι του, εκείνος έριχνε κλεφτές ματιές στην Αγγελίνα. Της είχε ρίξει αρκετό κέρατο στα Ιωάννινα και αυτήν τη φορά. Οι απιστίες του δεν περιορίζονταν μες στην Κέρκυρα. Έψαξε μέσα του να δει αν είχε ενοχές, αν μετάνιωνε για την υποκρισία προς τη σύζυγό του. Το έκανε κάθε φορά που επέστρεφε στην αγκαλιά της, κάθε φορά που άφηνε τα ακάθαρτα σεντόνια της λαγνείας για να ξαπλώσει στα καθαρά της ρουτίνας.
Πολλές φορές απορούσε με τον εαυτό του: Απατούσε μια εκτυφλωτικής ομορφιάς γυναίκα, με κατάμαυρα σπαστά μαλλιά, ολόμαυρα σπινθηροβόλα μάτια, μια ολόισια μύτη, αυτή που έλεγαν ότι έχουν τα αρχαία αγάλματα. Το μόνο εμφανές μειονέκτημα στην άσπιλη αυτή ομορφιά ήταν δύο στραβά δόντια, εκεί μπροστά μπροστά στη μόστρα, που για κάποιον λόγο δεν έκλεβαν κάτι από τη γοητεία της. Απεναντίας, προσέδιδαν στο οργιαστικό της παρουσιαστικό και εκείνη το ήξερε και δεν τα διόρθωσε ποτέ.
Είχε μόλις πατήσει τα τριάντα και τα δέκα τελευταία χρόνια τα είχε ήδη περάσει στην Κέρκυρα. Αθηναία ήταν, μα με κερκυραϊκές καταβολές, κι έτσι οι γονείς της τη φώναζαν με τη νησιωτική εκδοχή του ονόματός της. Ακόμα και μες στα καθωσπρέπει ρούχα της, το γαλάζιο φουστάνι της με τον στενό κορσέ και την τεράστια καπελαδούρα από ταφτά με τα κίτρινα λουλούδια, ο ωμός πόθος της ήταν εκεί μπροστά στα μάτια σου. Ο άντρας της συλλογίστηκε ένα βράδυ, που την είχε δίπλα του στο κρεβάτι μετά τον έρωτα, ότι το κορμί της έζεχνε πόθο. Ναι, έζεχνε. Ήταν το μόνο ρήμα που μπορούσε να βρει για τη γατίσια ορμή της. Η επιθυμία της έσκιζε τον αέρα και μύριζε βίαια. Το βλέμμα της σπαρταρούσε όπου κι αν ήταν, μέσα στα στρωσίδια, την ώρα που γευμάτιζε μαζί του, την ώρα που έβγαιναν στο σεργιάνι.
Αυτή η πανταχού παρούσα λαγνεία της, που η ίδια δεν τη διαλαλούσε, που δεν την απεκδύθηκε ποτέ, αλλά τη φορούσε σαν το δέρμα της, ένα δέρμα που δεν διάλεξε, αλλά δεν απόδιωχνε και από πάνω της. Το ήξερε κι εκείνος. Δεν της το καταλόγιζε. Δεν την είχε καταχωρίσει κάπως στα κιτάπια του μυαλού του, μα γνώριζε και καταλάβαινε ότι αυτή ήταν πάντα εκεί: θερμή, πρόθυμη, μόνιμα διαθέσιμη, αγαπησιάρα.
Η λαχτάρα της κι η ομορφιά της ήταν διαρκώς παρούσες, ήταν ανοιχτές σ’ αυτόν. Ποτέ δεν του έκλειναν την πόρτα, αλλά πάντα περίμεναν εκεί ανυπόμονα ιδρωμένες, λαχανιασμένες, διψασμένες για την αγάπη του. Ποτέ δεν αμφισβήτησε τις προθέσεις της. Τα φιλιά της τα προόριζε μόνο για εκείνον, τα μάτια της δεν ξάπλωναν επάνω σε άλλα μάτια.
Η Αγγελίνα ήταν ένα θηρίο ανήμερο κι εκείνος της είχε δέσει τα πόδια. Αν ήθελε να προχωρήσει, θα σκόνταφτε και θα έπεφτε με τα μούτρα στο έδαφος. Μα αυτό δεν έπρεπε να κάνει κάθε σωστή σύζυγος; Τιμή του και καμάρι του που είχε τόσο ωραία γυναίκα, που τη ζήλευαν οι γυναίκες και τη λιμπίζονταν οι άντρες.
Βέβαια, τον τελευταίο καιρό πολλά είχαν αλλάξει. Η γυναίκα του είχε καταλάβει αρκετά για τα τσιλιμπουρδίσματά του. Δεν ήταν ήρεμη σαν τον πρώτο καιρό, μα εκείνος θα συνέχιζε την τεχνική του καρότου και του μαστίγιου.
Προχώρησαν ως την άμαξα, που τους περίμενε. Ο Πέτρος έβαλε προσεκτικά τη βαλίτσα πίσω και όλοι ανέβηκαν στα καθίσματα, με τον οδηγό να καμτσικώνει ελαφρά το άλογο για να ξεκινήσει. Η άμαξα τώρα έτρεχε με λελογισμένη ταχύτητα ανάμεσα σε ένα πλήθος από ανθρώπους που περπατούσαν για τη δουλειά τους ή τη βόλτα τους. Αρκούσε να δεις τα ρούχα τους για να καταλάβεις σε ποια από τις δυο κατηγορίες ανήκαν.
Το ζευγάρι είχε βάλει τη μικρή ανάμεσά τους χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά που ξανασυναντιούνταν μετά από ένα ταξίδι του Νικήτα. Η Αγγελίνα ψυχανεμιζόταν τις αταξίες του, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να ψάξει τα πράγματά του. Αν το έκανε, ίσως να ανακάλυπτε ένα φλογερό γράμμα από κάποια ερωμένη, μια καλτσοδέτα ή μια μυρωδάτη τούφα από τα μαλλιά τους, κρατημένη ως ενθύμιο. Καλύτερα να μην έμπαινε σε αυτή τη διαδικασία. Τι θα ωφελούσε;
Άλλωστε, κάθε φορά που τον αντιμετώπιζε μετά από μια πολύ φανερή ατασθαλία του, πάντα εκείνος έβρισκε τον τρόπο να τη βγάλει φαντασιόπληκτη. Τις προάλλες την είχε αποκαλέσει τρελή και μυθομανή. Κι εκείνη είχε αντισταθεί, είχε διαμαρτυρηθεί. Μα μετά υποχώρησε. Πάντα υποχωρούσε, γιατί η αγάπη έχει αυτό το μικρό αγκάθι μέσα της: τη συγχώρεση. Ένα μικρό καρφί που επιτρέπει στον κόσμο να προχωρά μπροστά δίχως ο πόνος να εκρήγνυται. Ένα καρφί που κρατά κλειστή την τρύπα της μνησικακίας, της εκδίκησης, τόσο ερμητικά κλειστή, που εκείνη ξεχνιέται και παίρνει πρόσκαιρα τον πόνο και τη λύπη μακριά κι όλα γίνονται όπως πρώτα. Φυσικά, ήταν κι εκείνη η πρόσφατη γνωριμία της, που της είχε αλλάξει τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Πάνος Δημάκης μεγάλωσε στο Άστρος Αρκαδίας και εδώ και πολλά χρόνια ζει στην Αθήνα, όπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Δούλεψε για 18 μήνες ως μεταφραστής στην Οργανωτική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα.
Έχει μεταφράσει τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη Ο καπετάν Μιχάλης και Ο ανήφορος στα αγγλικά, καθώς και αφηγήματα από τα αγγλικά και τα ιταλικά. Εμφανίζεται στην τηλεοπτική εκπομπή γνώσεων The Chase ως το Γεράκι. Επίσης, διδάσκει Business English και πραγματοποιεί ομιλίες σε στελέχη εταιρειών για τη γνώση, τη μνήμη και τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τους στόχους μιας εταιρείας. Μιλάει 8 γλώσσες.
Έχει γράψει το λεξικό Το βερβενιώτικο ιδίωμα, το αγγλικό ετυμολογικό λεξικό Etymolexicon και τα μυθιστορήματα Δεκαεπτά κλωστές, στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, Το ποτάμι των χιλίων τυφλών και Ποσειδών.
Περισσότεροι από 90.000 θεατές, αριθμός ρεκόρ για προσέλευση σε live συναυλία στην Ελλάδα σύμφωνα με τη διοργάνωση, απόλαυσαν από κοντά τη συναυλία των θρυλικών Metallica στην Αθήνα, που αποτέλεσε την έναρξη της ευρωπαϊκής τους περιοδείας και την οποία στήριξε ως Αποκλειστικός Χορηγός η COSMOTE TELEKOM
Στη Vistabet η διασκέδαση και οι προσφορές είναι στο πρώτο… τραπέζι της διασκέδασης. Εσύ μπαίνεις σαν άρχοντας με Επική Προσφορά χωρίς κατάθεση και 1.615 δώρα!
Το e-contract της nrg ψηφίστηκε από τους καταναλωτές ως «Προϊόν της Χρονιάς*» - Υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας, ευελιξία και δημιουργικότητα τα συστατικά της επιτυχίας του.