“Γίνομαι χώμα, MaZW Akoma”: Γιατί πενθούμε τόσο για τον Γιώργο Μαζωνάκη;
Σύσσωμο το ελληνικό κοινό αποχαιρετά αυτές τις μέρες τον Γιώργο Μαζωνάκη, σε ένα κλίμα συγκίνησης που λαμβάνει εθνικές διαστάσεις
Αναρτήσεις, τραγούδια, βίντεο, προσωπικές εξομολογήσεις. Άνθρωποι που δεν τον γνώρισαν ποτέ γράφουν σαν να έχασαν κάποιον δικό τους.
Τι κλαίμε όμως άραγε όλοι εμείς που κλαίμε;
Ίσως να μην κλαίμε μόνο τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη, αλλά κάτι πιο δικό μας. Τον εαυτό μας όταν βίωνε τον έρωτα. Εκείνον που περίμενε ένα τηλεφώνημα όλο το βράδυ. Που διέσχιζε αμέτρητα χιλιόμετρα για να δει κάποιον για πέντε λεπτά. Που είχε πιει λίγο παραπάνω, που καιγόταν, έλιωνε, βασανιζόταν. Τότε που άκουγε ένα τραγούδι του Μαζωνάκη 15 φορές συνεχόμενα.
Ο Μαζωνάκης τραγούδησε όσο λίγοι αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «καψούρα». Μια λέξη δύσκολα μεταφράσιμη, γιατί δεν σημαίνει απλώς έρωτας. Έχει μέσα υπερβολή, λαχτάρα, απώλεια, πόνο, προσμονή. Έχει κάτι βαθιά αντιφατικό: υποφέρουμε και συγχρόνως δεν θέλουμε να σταματήσουμε να υποφέρουμε, δεν θέλουμε να λυτρωθούμε από τα βάσανά μας.
Οι καψούρες επιβιώνουν πολύ καλά στη μνήμη γιατί εμπεριέχουν κάτι ανεκπλήρωτο. Το ανεκπλήρωτο δημιουργεί μια παράξενη ψυχική εκκρεμότητα και μπορεί να αποδειχτεί πολύ ανθεκτικό στο χρόνο. Η πραγματική σχέση κάποτε αναγκάζεται να συναντήσει την καθημερινότητα: τις διαφορές, τις απογοητεύσεις, τη φθορά. Η φαντασίωση δεν έχει αυτή την υποχρέωση. Μπορεί να μείνει για πάντα νέα. Και κάπως έτσι διατηρείται στην καρδιά μας αναλλοίωτη.
Ίσως λοιπόν, μπροστά στον ξαφνικό θάνατο ενός καλλιτέχνη που τραγούδησε για χρόνια το ερωτικό μας βάσανο, να μην πενθούμε μόνο εκείνον. Να πενθούμε τις καψούρες μας. Τους ανθρώπους που δεν πλησιάσαμε όσο θα θέλαμε. Ή εκείνους που ήρθαν και φύγανε πριν τους χορτάσουμε αρκετά. Αλλά κυρίως μπορεί να πενθούμε τους εαυτούς μας που κάποτε μπορούσαν να πιστεύουν ότι ένας έρωτας ήταν ολόκληρος ο κόσμος.
Και κάπου εκεί μπαίνει ο Μαζωνάκης.
Οι καλλιτέχνες δεν δημιουργούν αυτά τα συναισθήματα. Πιάνουν τον παλμό τους. Βάζουν σε λέξεις, μουσική - καμιά φορά ακόμα και σε μια απλή παύση - κάτι που εμείς δυσκολευόμαστε να ονομάσουμε. Και ξαφνικά το διάχυτο αποκτά μορφή.
Το «βασανίζομαι» δεν είναι πια μόνο δικό μου. Γίνεται τραγούδι που τραγουδάμε όλοι μαζί.
Αυτή είναι ίσως και η ιδιαίτερη θέση των καψουροτράγουδων στην ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Έχουμε βρει έναν παράξενο τρόπο να διασκεδάζουμε τραγουδώντας το πόσο υποφέρουμε.
Και αν το σκεφτεί κανείς, αυτό είναι σχεδόν παράδοξο.
Βγαίνουμε να περάσουμε καλά και ακούμε κάποιον να τραγουδά ότι καταστράφηκε. Πίνουμε, τραγουδάμε, μερακλώνουμε και τελικά σηκωνόμαστε να χορέψουμε τον πόνο μας.
Τι κλαίμε όμως άραγε όλοι εμείς που κλαίμε;
Ίσως να μην κλαίμε μόνο τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη, αλλά κάτι πιο δικό μας. Τον εαυτό μας όταν βίωνε τον έρωτα. Εκείνον που περίμενε ένα τηλεφώνημα όλο το βράδυ. Που διέσχιζε αμέτρητα χιλιόμετρα για να δει κάποιον για πέντε λεπτά. Που είχε πιει λίγο παραπάνω, που καιγόταν, έλιωνε, βασανιζόταν. Τότε που άκουγε ένα τραγούδι του Μαζωνάκη 15 φορές συνεχόμενα.
Ο Μαζωνάκης τραγούδησε όσο λίγοι αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «καψούρα». Μια λέξη δύσκολα μεταφράσιμη, γιατί δεν σημαίνει απλώς έρωτας. Έχει μέσα υπερβολή, λαχτάρα, απώλεια, πόνο, προσμονή. Έχει κάτι βαθιά αντιφατικό: υποφέρουμε και συγχρόνως δεν θέλουμε να σταματήσουμε να υποφέρουμε, δεν θέλουμε να λυτρωθούμε από τα βάσανά μας.
Οι καψούρες επιβιώνουν πολύ καλά στη μνήμη γιατί εμπεριέχουν κάτι ανεκπλήρωτο. Το ανεκπλήρωτο δημιουργεί μια παράξενη ψυχική εκκρεμότητα και μπορεί να αποδειχτεί πολύ ανθεκτικό στο χρόνο. Η πραγματική σχέση κάποτε αναγκάζεται να συναντήσει την καθημερινότητα: τις διαφορές, τις απογοητεύσεις, τη φθορά. Η φαντασίωση δεν έχει αυτή την υποχρέωση. Μπορεί να μείνει για πάντα νέα. Και κάπως έτσι διατηρείται στην καρδιά μας αναλλοίωτη.
Ίσως λοιπόν, μπροστά στον ξαφνικό θάνατο ενός καλλιτέχνη που τραγούδησε για χρόνια το ερωτικό μας βάσανο, να μην πενθούμε μόνο εκείνον. Να πενθούμε τις καψούρες μας. Τους ανθρώπους που δεν πλησιάσαμε όσο θα θέλαμε. Ή εκείνους που ήρθαν και φύγανε πριν τους χορτάσουμε αρκετά. Αλλά κυρίως μπορεί να πενθούμε τους εαυτούς μας που κάποτε μπορούσαν να πιστεύουν ότι ένας έρωτας ήταν ολόκληρος ο κόσμος.
Και κάπου εκεί μπαίνει ο Μαζωνάκης.
Οι καλλιτέχνες δεν δημιουργούν αυτά τα συναισθήματα. Πιάνουν τον παλμό τους. Βάζουν σε λέξεις, μουσική - καμιά φορά ακόμα και σε μια απλή παύση - κάτι που εμείς δυσκολευόμαστε να ονομάσουμε. Και ξαφνικά το διάχυτο αποκτά μορφή.
Το «βασανίζομαι» δεν είναι πια μόνο δικό μου. Γίνεται τραγούδι που τραγουδάμε όλοι μαζί.
Αυτή είναι ίσως και η ιδιαίτερη θέση των καψουροτράγουδων στην ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Έχουμε βρει έναν παράξενο τρόπο να διασκεδάζουμε τραγουδώντας το πόσο υποφέρουμε.
Και αν το σκεφτεί κανείς, αυτό είναι σχεδόν παράδοξο.
Βγαίνουμε να περάσουμε καλά και ακούμε κάποιον να τραγουδά ότι καταστράφηκε. Πίνουμε, τραγουδάμε, μερακλώνουμε και τελικά σηκωνόμαστε να χορέψουμε τον πόνο μας.
Ίσως όμως εδώ να βρίσκεται ακριβώς η λειτουργία του.
Το πονετικό λαϊκό τραγούδι μπορεί να ιδωθεί ως ένας πολιτισμικός μηχανισμός ανθεκτικότητας. Φυσιολογικοποιεί τον πόνο - αφού πονάμε όλοι. Του δίνει φωνή - αφού μπορώ να τραγουδήσω αυτό που δεν μπορώ να πω. Και κυρίως τον μετατρέπει από ιδιωτικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία.
Το «με άφησε» γίνεται για λίγα λεπτά «μας έχουν αφήσει όλους».
Μια ιδιότυπη λαϊκή ψυχοθεραπεία, όχι επειδή εξαφανίζει τον πόνο, αλλά επειδή τον βγάζει από τη μοναξιά του.
Και ίσως γι’ αυτό τελικά καταφέρνουμε ακόμη και να ευχαριστιόμαστε με τα τραγούδια του πόνου. Όχι επειδή αγαπάμε να υποφέρουμε. Αλλά επειδή αγαπάμε αυτό που μπορεί να γεννήσει ο πόνος όταν μοιράζεται: την παρέα, τη συνάντηση, τη μέθεξη, το «μαζί».
Υπάρχει μάλιστα μια υπέροχη αντίφαση μέσα σε ένα λαϊκό μαγαζί.
Οι στίχοι λένε: «Πεθαίνω, γίνομαι χώμα» αλλά το σώμα απαντά χορεύοντας «Μα ζω ακόμα».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα του καψουροτράγουδου: βασανίστηκα, έκλαψα, κάποτε πίστεψα ότι χωρίς εσένα δεν θα υπάρχω.
Κι όμως υπάρχω.
Και απόψε το τραγουδάμε όλοι μαζί.
Γεια σου ρε Μαζώ.
Το πονετικό λαϊκό τραγούδι μπορεί να ιδωθεί ως ένας πολιτισμικός μηχανισμός ανθεκτικότητας. Φυσιολογικοποιεί τον πόνο - αφού πονάμε όλοι. Του δίνει φωνή - αφού μπορώ να τραγουδήσω αυτό που δεν μπορώ να πω. Και κυρίως τον μετατρέπει από ιδιωτικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία.
Το «με άφησε» γίνεται για λίγα λεπτά «μας έχουν αφήσει όλους».
Μια ιδιότυπη λαϊκή ψυχοθεραπεία, όχι επειδή εξαφανίζει τον πόνο, αλλά επειδή τον βγάζει από τη μοναξιά του.
Και ίσως γι’ αυτό τελικά καταφέρνουμε ακόμη και να ευχαριστιόμαστε με τα τραγούδια του πόνου. Όχι επειδή αγαπάμε να υποφέρουμε. Αλλά επειδή αγαπάμε αυτό που μπορεί να γεννήσει ο πόνος όταν μοιράζεται: την παρέα, τη συνάντηση, τη μέθεξη, το «μαζί».
Υπάρχει μάλιστα μια υπέροχη αντίφαση μέσα σε ένα λαϊκό μαγαζί.
Οι στίχοι λένε: «Πεθαίνω, γίνομαι χώμα» αλλά το σώμα απαντά χορεύοντας «Μα ζω ακόμα».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα του καψουροτράγουδου: βασανίστηκα, έκλαψα, κάποτε πίστεψα ότι χωρίς εσένα δεν θα υπάρχω.
Κι όμως υπάρχω.
Και απόψε το τραγουδάμε όλοι μαζί.
Γεια σου ρε Μαζώ.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα