Μια ακόμη «υπόσχεση» Τραμπ για λήξη του πολέμου και οι ανοικτοί λογαριασμοί
Νίκος Μελέτης

Νίκος Μελέτης

Μια ακόμη «υπόσχεση» Τραμπ για λήξη του πολέμου και οι ανοικτοί λογαριασμοί

Ο Ντόναλντ Τραμπ, επιβεβαιώνοντας την έλλειψη στρατηγικής στον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου  εναντίον του Ιράν, προσπαθεί να δώσει προοπτική εξόδου από το αδιέξοδο, δηλώνοντας ότι σε 2-3 εβδομάδες οι ΗΠΑ θα αποχωρήσουν

Αν και οι «2-3 εβδομάδες» είναι τεράστιος χρόνος που πολλά μπορεί να συμβούν ,το ερώτημα είναι σε τι κατάσταση θα αφήσουν πίσω τους την περιοχή οι ΗΠΑ, εάν πράγματι αποχωρήσουν μετά από σχεδόν δύο μήνες πολεμικών επιχειρήσεων που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο των τελευταίων δεκαετιών σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς η κινητοποίηση της αμερικανικής πολεμικής μηχανής ήταν μεγαλύτερη ακόμη και από αυτή του 2003, πάλι στη Μ. Ανατολή.

Ένας πόλεμος κρίνεται από τις απώλειες που είχε κάθε πλευρά και από την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ, από την πρώτη στιγμή υπήρχε απουσία καθορισμού των στόχων που είχαν τεθεί όταν δόθηκε η εντολή για τα πρώτα πλήγματα εναντίον του Ιράν. Ο ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, σε συνέντευξή του την Τρίτη, έδωσε την πιο καθαρή απάντηση, λέγοντας ότι στόχος ήταν η αποδυνάμωση και εξουδετέρωση όλων των μέσων που ανέπτυσσαν οι Ιρανοί προκειμένου, όταν έρθει η ώρα, να προστατεύσουν το πυρηνικό τους πρόγραμμα.

Εάν πράγματι αυτός ήταν ο στόχος, τότε, έστω και με πολύ μεγάλο τίμημα, σε έναν βαθμό έχει επιτευχθεί, αφού το Ιράν, παρά τις δυνατότητες που διατηρεί ακόμη να πλήττει στόχους στο Ισραήλ και στις χώρες του Κόλπου, έχει υποστεί καθοριστικά πλήγματα στο βαλλιστικό του πρόγραμμα, με την αεράμυνα να έχει καταρρεύσει, καθώς τα αμερικανικά και ισραηλινά αεροπλάνα πλήττουν διαρκώς, ανενοχλήτως, στόχους εντός του Ιράν.

Όμως το πυρηνικό πρόγραμμα, όσον αφορά τουλάχιστον τα 440 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου, παραμένει άθικτο στα χέρια των Φρουρών της Επανάστασης. Και εκτιμάται ότι, μετά από αυτόν τον πόλεμο, θα επισπευσθεί από το καθεστώς η προσπάθεια απόκτησης πυρηνικών όπλων, ώστε πλέον και το Ιράν να ενταχθεί στο «κλαμπ» των χωρών που διαθέτουν την πιο ισχυρή αποτροπή: την πυρηνική.

Συνεπώς, το ένα μεγάλο ζήτημα που προκάλεσε και τον πόλεμο παραμένει σε εκκρεμότητα και παραπέμπεται στο μέλλον, αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς με την Τεχεράνη.

Το άλλο μεγάλο διακύβευμα είναι το άνοιγμα των Στενών του Στενά του Ορμούζ στη διεθνή ναυσιπλοΐα, το οποίο όμως ως πρόβλημα προέκυψε ως αποτέλεσμα του ίδιου του πολέμου, καθώς μέχρι την 28η Φεβρουαρίου η διέλευση των πλοίων,σχεδόν 140 την ημέρα, γινόταν κανονικά. Η μεγάλη διατάραξη της ελεύθερης εξαγωγής ενέργειας, λιπασμάτων και άλλων πολύτιμων ειδών για την παγκόσμια οικονομία προκλήθηκε ως απάντηση του Ιράν στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση.

Ο Τραμπ δηλώνει τώρα ότι μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο χωρίς να έχουν ανοίξει τα Στενά και επιρρίπτει ευθύνες στους Ευρωπαίους, που δεν συμβάλλουν στον πόλεμο, καλώντας τους να πάνε οι ίδιοι να τα ανοίξουν (στο κλείσιμο των οποίων συνέβαλε ο ίδιος), καθώς αυτοί είναι που λαμβάνουν ενέργεια από τον Περσικό Κόλπο.

Κλείσιμο
Ο Αμερικανός πρόεδρος έτσι ασκεί ανοιχτή πίεση στην Ευρώπη, η οποία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη διακοπή της ρωσικής ενέργειας αναζήτησε άλλες πηγές, είτε από το Κατάρ αλλά κυρίως από τις ΗΠΑ, που σήμερα σχεδόν αντικαθιστούν τη Ρωσία ως μεγάλος προμηθευτή ενέργειας προς την Ευρώπη, υποκαθιστώντας έτσι την εξάρτηση που είχε η Γηραιά Ήπειρος, πλεον με το αμερικανικό LNG και το σχιστολιθικό πετρέλαιο.

Ο πόλεμος τον οποίο σχεδίασαν οι επιτελείς του Πεντάγωνο μπορεί να κερδηθεί σε τακτικό επίπεδο με την καταστροφή αμυντικών υποδομών και δυνατοτήτων του Ιράν.

Όμως ο μεγάλος στόχος, να αφαιρεθεί από το Ιράν το σημαντικότερο όπλο του ,ο έλεγχος των Στενά του Ορμούζ, δείχνει όχι μόνο να αποτυγχάνει, και αντιθέτως να επισημοποιεί τον έλεγχο των Στενών από το Ιράν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις ισορροπίες στην περιοχή αλλά και για την παγκόσμια ενεργειακή και εφοδιαστική αλυσίδα.

Η μέχρι τώρα πορεία επιβεβαιώνει ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με στρατηγική νίκη σε μια τέτοιας εκτασης και εντασης αναμέτρηση.

Το Ιράν, εφόσον τα πράγματα συνεχιστούν με τους σημερινούς ρυθμούς, παρά τις μεγάλες καταστροφές που έχει υποστεί, θα μπορεί να διακηρύξει «νίκη με τη βοήθεια του Θεού», καθώς η επιβίωση του καθεστώτος ήταν ο υπέρτατος στόχος. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι η επιβίωση του καθεστώτος λύνει και τα προβλήματα της επόμενης ημέρας.

Η απώλεια σημαντικών πόρων, παρά το γεγονός ότι ένα μέρος του ιρανικού πετρελαίου συνέχισε να εξάγεται και μάλιστα σε υψηλές τιμές κατά τη διάρκεια του πολέμου, θα πλήξει σοβαρά την ιρανική οικονομία, η οποία έχει να αντιμετωπίσει και την αποκατάσταση των μεγάλων καταστροφών σε υποδομές.

Η προσδοκία στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ είναι ότι αυτή η δυσπραγία θα πυροδοτήσει εντονότερες λαϊκές αντιδράσεις και θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη υπονόμευση του καθεστώτος. Ωστόσο, η εξέγερση που ανέμεναν σε ΗΠΑ και Ισραήλ δεν ήρθε, ούτε μετά τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας, και όλα δείχνουν ότι, εάν προκύψει, θα είναι αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας , πολύ περισσότερο καθώς πλέον στο Ιράν το «πάνω χέρι» έχουν οι Φρουροί της Επανάστασης, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω σκλήρυνση του καθεστώτος.

Το Ιράν θα στραφεί ακόμη περισσότερο προς τη Ρωσία και την Κίνα για εμβάθυνση στρατιωτικών και οικονομικών σχέσεων, και πιθανώς και προς τη Βόρεια Κορέα, το μοντέλο της οποίας,μέσω της ανάπτυξης πυρηνικών, έχει δημιουργήσει μια αποτροπή που, όπως αποδείχθηκε, δεν διέθετε το Ιράν.

Στον Κόλπο, οι μοναρχίες θα επιχειρήσουν να περιορίσουν την τεράστια οικονομική ζημιά που υπέστησαν και κυρίως να αποκαταστήσουν την εικόνα που με μεγάλο κόστος είχαν οικοδομήσει όλα αυτά τα χρόνια ως ασφαλείς προορισμοί για επιχειρήσεις, επενδύσεις και τουρισμό.

Όσο παραμένει σε εκκρεμότητα η υπόθεση του Ιράν, χωρίς να υπάρξει μια τελική και συνολική συμφωνία που να περιλαμβάνει την ασφάλεια των Στενών αλλά και των αραβικών γειτονικών χωρών, δεν θα είναι εύκολο να οικοδομηθεί εκ νέου εμπιστοσύνη(η οποία άλλωστε ήταν μάλλον επίπλαστη ), μεταξύ Αράβων και Ιρανών, διατηρώντας έτσι έναν διαρκή ρεβανσισμο.

Οι χώρες του Κόλπου διαπίστωσαν ότι ακόμη και αυτή η ακριβοπληρωμένη εγγύηση ασφαλείας των ΗΠΑ δεν μπόρεσε να τις προστατεύσει από μια απειλή που προκλήθηκε ακριβώς από την επιλογή του «προστάτη»τους να επιτεθεί στο Ιράν.
Το Ισραήλ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μπορεί να αισθάνονται νικητές, καθώς έναν δικό τους πόλεμο τον μετέτρεψαν σε πόλεμο και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν.

Ωστόσο, το Ισραήλ, ξεκαθαρίζοντας ότι ακόμη κι αν οι Αμερικανοί σταματήσουν, οι ίδιοι διατηρούν το δικαίωμα να πλήττουν το Ιράν εφόσον το κρίνουν απαραίτητο, και ταυτόχρονα απαιτώντας να εξαιρεθεί από κάθε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ο δικός τους πόλεμος στον Λίβανο, διατηρεί αναμμένη την εστία μιας νέας έντασης και πιθανής ευρύτερης εμπλοκής.

Και παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος υποχρέωσε τις χώρες του Κόλπου να εύχονται οι ΗΠΑ και το ίδιο το Ισραήλ να «τελειώσουν τη δουλειά» στο Ιράν, αυτό κάθε άλλο παρά τις φέρνει πιο κοντά στο Ισραήλ.

Κυρίως όσο ο Νετανιάχου, με αφορμή τον πόλεμο, επιχειρεί να απομακρύνει και να υπονομεύσει κάθε προοπτική επίλυσης του Παλαιστινιακού ζητήματος.

Βαριά τραυματισμένη από τον πόλεμο βγαίνει και η Ευρώπη, τόσο σε οικονομικό όσο και σε στρατηγικό επίπεδο. Οι συνέπειες του πολέμου και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ υπονομεύουν την ευρωπαϊκή οικονομία και υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις να κινηθούν σε έκτακτα σενάρια που ξεπερνούν ακόμη και εκείνα της περιόδου της πανδημίας. Ο πληθωρισμός επιστρέφει δυναμικά και ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού παραμένει υπαρκτός.

Η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο ανέδειξε την ευαλωτότητα της Ευρώπης, καθώς η εξάρτηση από τις ΗΠΑ που την διαδέχθηκε δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της με βιώσιμους οικονομικούς όρους.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο κενό εμφανίζεται σε στρατηγικό επίπεδο. Η Ευρώπη βρέθηκε εγκλωβισμένη σε έναν πόλεμο που η ίδια δεν επέλεξε ούτε συμμετείχε στον σχεδιασμό του, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να αμφισβητεί εκ νέου ευθέως το ΝΑΤΟ, επειδή οι σύμμαχοι δεν έσπευσαν να στηρίξουν την επιλογή του και του Μπεντζαμίν Νετανιάχου. Το ρήγμα διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά την άρνηση χωρών όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά, να επιτρέψουν ακόμη και τη διέλευση αεροσκαφών που συμμετείχαν στον πόλεμο ή μετέφεραν οπλισμό στο Ισραήλ.

Και φυσικά η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή των κρατών μελών όταν ένας σύμμαχος δέχεται επίθεση, και όχι όταν ένας σύμμαχος αποφασίζει να διεξαγάγει έναν πόλεμο..
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης