Στη σταδιακή δημοσιοποίηση δεκάδων χιλιάδων αστυνομικών φακέλων της κομμουνιστικής περιόδου θα προχωρήσει σύντομα η
Ουγγαρία, αξιοποιώντας μια διαδικτυακή βάση δεδομένων, σε μια κίνηση που θεωρείται ιστορική, καθώς θα προσφέρει στους πολίτες πρόσβαση σε καταλόγους πληροφοριοδοτών και συνεργατών που χρησιμοποιούσαν οι τότε κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας.
Η δημοσιοποίηση συμπίπτει με την 70ή επέτειο της ουγγρικής εξέγερσης του 1956 κατά της σοβιετικής κυριαρχίας και εντάσσεται στη δέσμευση του πρωθυπουργού
Πέτερ Μάγιαρ να ανοίξει στο κοινό τα αρχεία, τα οποία φυλάσσονται σε έναν τεράστιο υπόγειο χώρο στη Βουδαπέστη, ώστε οι Ούγγροι να μπορέσουν να ενημερωθούν πιο ανοιχτά για το ολοκληρωτικό παρελθόν της χώρας.
Αν και το κομμουνιστικό καθεστώς κατέρρευσε το
1989, η Ουγγαρία καθυστέρησε για δεκαετίες να ανοίξει πλήρως τους φακέλους αυτούς, κυρίως λόγω έλλειψης ισχυρής πολιτικής βούλησης από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν.
Αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα, ήταν πως πέρα από τους ερευνητές, οι απλοί πολίτες μπορούσαν να ζητούν πρόσβαση μόνο στους δικούς τους φακέλους ή σε εκείνους στενών συγγενών τους. Με το νέο σύστημα, οποιοσδήποτε θα μπορεί να πραγματοποιεί αναζητήσεις στη σχετική διαδικτυακή βάση δεδομένων.
Κατά τη διάρκεια του
Ψυχρού Πολέμου, οι μυστικές υπηρεσίες στις χώρες της
Ανατολικής Ευρώπης, όπως η
Στάζι στην
Ανατολική Γερμανία ή οι ουγγρικές υπηρεσίες ασφαλείας, βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε συνεργάτες που στρατολογούνταν από τον γενικό πληθυσμό, πολλές φορές μέσω εκβιασμών, απειλών ή οικονομικών και άλλων ανταλλαγμάτων.
Μεταξύ 1956 και 1989 καταγράφηκαν στην Ουγγαρία περίπου
55.000 μυστικοί συνεργάτες. Οι πληροφοριοδότες παρακολουθούσαν φίλους, συγγενείς, γείτονες και συναδέλφους, αναζητώντας ενδείξεις πολιτικής διαφωνίας ή δυτικής επιρροής. Οι αναφορές τους οδηγούσαν συχνά σε συλλήψεις και ανακρίσεις.
Πολλά διαμερίσματα στο κέντρο της Βουδαπέστης, γνωστά ως
«K-flats» ή «διαμερίσματα συνωμοσίας», χρησιμοποιούνταν ως σημεία συνάντησης μεταξύ στελεχών της μυστικής αστυνομίας και πολιτών-συνεργατών.
Στο στόχαστρο και τα μουσικά συγκροτήματα
Στη δεκαετία του
1980, πληροφοριοδότες παρακολουθούσαν ακόμη και συναυλίες της underground ροκ σκηνής της Βουδαπέστης, οι οποίες προσέλκυαν μεγάλο αριθμό νέων και θεωρούνταν από τις αρχές ως δυνητικά ανατρεπτικές.
Ο
Πέτερ Μίλερ «Sziami», εμβληματική μορφή της ουγγρικής μουσικής σκηνής μέχρι σήμερα, θυμάται ότι το συγκρότημά του, το
Kontroll Csoport είχε παρουσιάσει το 1983 ένα τραγούδι που είχε γράψει με τίτλο «Πληροφοριοδότες και προβοκάτορες».
«Με τον δικό μας τρόπο, παρακολουθούμε κι εμείς: αυτός που στέκεται μπροστά σου είναι δικός μας άνθρωπος – κοκκίνισες, αποκαλύφθηκες, πληροφοριοδότες και προβοκάτορες», ανέφεραν οι στίχοι.
Ο 74χρονος σήμερα
Μίλερ θυμάται ότι κατά τη διάρκεια της συναυλίας άναψαν δυνατούς προβολείς προς το κοινό.
«Είδαμε περίπου 1.000 ανθρώπους να γυρίζουν γύρω τους και να κοιτούν ποιος θα μπορούσε να είναι ο πληροφοριοδότης», είπε χαμογελώντας.
Ο ίδιος κόντεψε να αποβληθεί από το πανεπιστήμιο λόγω της μουσικής του δραστηριότητας, ενώ η αστυνομία είχε απαγορεύσει ορισμένες συναυλίες του και τον είχε ανακρίνει.
Το πρώτο του punk-rock συγκρότημα, οι «URH», που δημιουργήθηκε το 1980 και θεωρείται θρυλικό στην underground σκηνή, είχε πάρει το όνομά του από τη ραδιοσυχνότητα που χρησιμοποιούσε η κρατική αστυνομία και βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο των αρχών.
Παρά τις εμπειρίες αυτές, ο Μίλερ εμφανίζεται διχασμένος απέναντι στην απόφαση να ανοίξουν οι φάκελοι έπειτα από τόσες δεκαετίες. «Δεν αισθάνομαι απόλυτα άνετα με την ιδέα ότι η κοινωνία χρειάζεται, έπειτα από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα ή μια κάθαρση – ότι δηλαδή άνθρωποι πρέπει να στοχοποιηθούν, να ταπεινωθούν, να διαπομπευθούν και να τιμωρηθούν, όταν είτε έχουν ήδη πεθάνει είτε έχουν περάσει σε εντελώς διαφορετική φάση της ζωής τους», δήλωσε στο Reuters.
«Να αντιμετωπίσουμε βαθύτερα το παρελθόν μας»
Το Ιστορικό Αρχείο των Ουγγρικών Υπηρεσιών Κρατικής Ασφάλειας (ABTL) διαχειρίζεται τα αρχεία των πρώην μυστικών υπηρεσιών, στα οποία περιλαμβάνονται τα ονόματα 50.000 έως 60.000 συνεργατών.
Ο διευθυντής του, Μπέντεγκουζ Γκέργκο Τσεχ, χαρακτήρισε τη δημοσιοποίηση των φακέλων της κομμουνιστικής περιόδου, βάσει νόμου που ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο, «ιστορικό βήμα» και εκτίμησε ότι η Ουγγαρία προχωρά πλέον περισσότερο από άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Η Πολωνία άνοιξε τα αρχεία της πολύ νωρίτερα, αλλά δεν επιτρέπει ελεύθερες και απεριόριστες αναζητήσεις, όπως θα συμβαίνει πλέον στην Ουγγαρία.
Η Γερμανία είχε υιοθετήσει επίσης πιο περιοριστική προσέγγιση με τον νόμο του 1991 για το άνοιγμα των φακέλων της Στάζι, ενώ στην Τσεχία δεν έχουν αναρτηθεί όλα τα αρχεία σε διαδικτυακή βάση δεδομένων.
Ο νέος ουγγρικός νόμος αναφέρει ότι η κατανόηση του παρελθόντος και η διαφάνεια των δημόσιων θεσμών αποτελούν «βασικές προϋποθέσεις» για τη λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους.
Πώς θα γίνει η δημοσιοποίηση
Η δημοσιοποίηση τεσσάρων κατηγοριών αρχείων θα γίνει σε δύο στάδια, με την πρώτη φάση να ξεκινά στις 4 Νοεμβρίου.
Η ημερομηνία έχει ιδιαίτερο συμβολισμό: στις 4 Νοεμβρίου 1956 σοβιετικά άρματα μάχης μπήκαν στη Βουδαπέστη για να καταστείλουν τη φιλοδημοκρατική εξέγερση που είχε ξεκινήσει στις 23 Οκτωβρίου.
Ορισμένα στοιχεία στους φακέλους θα αποκρύπτονται, ώστε να προστατεύονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπως πληροφορίες για την υγεία, εξαρτήσεις και τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
«Ως αρχειονόμος αλλά και ως ιστορικός, θεωρώ ακατάλληλο να αποδίδουμε κρίσεις βασιζόμενοι μόνο σε αυτές τις πληροφορίες», δήλωσε ο Τσεχ στο Reuters και συμπλήρωσε: «Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να αποκτήσουμε καλύτερη εικόνα για τις ζωές των ανθρώπων και να αντιμετωπίσουμε βαθύτερα το παρελθόν μας — όχι μόνο σε ατομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο».