Η Ελλάδα και η Ιταλία αναδεικνύονται σε δύο από τους βασικούς ευρωπαϊκούς πυλώνες προστασίας της εμπορικής ναυσιπλοΐας στην
Ερυθρά Θάλασσα, σε μία περίοδο κατά την οποία η κατάσταση γύρω από το
Bab el-Mandeb γίνεται ολοένα πιο κρίσιμη.
Η προέλαση των
Χούθι κατά μήκος των δυτικών ακτών της Υεμένης και η αυξανόμενη πίεση κοντά στο στρατηγικό chokepoint έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επάρκειας των ευρωπαϊκών ναυτικών δυνάμεων που επιχειρούν στην περιοχή.
Ο Ιταλός υπουργός Άμυνας
Guido Crosetto ζήτησε την αποστολή περισσότερων πολεμικών πλοίων, επισημαίνοντας παράλληλα τον ενεργό ρόλο Αθήνας και Ρώμης. Σύμφωνα με όσα δήλωσε στο Reuters, Ελλάδα και Ιταλία είναι αυτή τη στιγμή οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στηρίζουν ουσιαστικά τις προσπάθειες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα. Η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη της Ευρώπης, έχει άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση ανοικτών και ασφαλών των θαλάσσιων αρτηριών που συνδέουν την Ασία και τη Μέση Ανατολή με τη Μεσόγειο και τη Βόρεια Ευρώπη.
Το Bab el-Mandeb αποτελεί τη νότια πύλη της Ερυθράς Θάλασσας και έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του διεθνούς εμπορίου. Από το συγκεκριμένο πέρασμα τα πλοία κατευθύνονται προς τη Διώρυγα του Σουέζ και τη Μεσόγειο, αποφεύγοντας τον πολύ μεγαλύτερο περίπλου της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.
Στο στενότερο σημείο του το πέρασμα έχει πλάτος περίπου 29 χιλιόμετρα, γεγονός που καθιστά ακόμη μεγαλύτερη τη στρατηγική του σημασία. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που επικαλείται το Reuters, οι ποσότητες πετρελαίου που πέρασαν από το Bab el-Mandeb τον Ιούνιο αντιστοιχούσαν περίπου στο 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Το νέο στοιχείο που προκαλεί ανησυχία είναι η μεταβολή των ισορροπιών στη δυτική Υεμένη. Οι Χούθι έχουν διευρύνει την παρουσία τους κατά μήκος της ακτογραμμής της Ερυθράς Θάλασσας, φέρνοντας το ζήτημα της ασφάλειας του Bab el-Mandeb ακόμη ψηλότερα στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής ναυτιλία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές αναταράξεις και σε άλλα στρατηγικά περάσματα της
Μέσης Ανατολής. Η ταυτόχρονη πίεση στις βασικές ενεργειακές και εμπορικές αρτηρίες αυξάνει τον κίνδυνο μεγαλύτερων ταξιδιών, υψηλότερου κόστους καυσίμων και ασφαλίστρων και νέων ανατροπών στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Στη Ρώμη επικρατεί η εκτίμηση ότι η υφιστάμενη ευρωπαϊκή παρουσία χρειάζεται ενίσχυση. Ο Crosetto έχει καταστήσει σαφές ότι απαιτούνται περισσότερες ναυτικές μονάδες, ενώ ανέφερε ότι μετά τις παρεμβάσεις της Ιταλίας υπήρξε κινητικότητα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης EUNAVFOR Aspides.
Η
Aspides δημιουργήθηκε το 2024 με αμυντικό χαρακτήρα και αποστολή την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και των εμπορικών πλοίων που κινούνται στην ευρύτερη περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας.
Για την Ιταλία, όπως και για την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο στρατιωτικό ή γεωπολιτικό αλλά πρωτίστως οικονομικό και ναυτιλιακό. Η Assarmatori υπολογίζει ότι περίπου το 40% του ιταλικού εξωτερικού εμπορίου διακινείται μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, γεγονός που εξηγεί την αυξανόμενη πίεση της Ρώμης για ισχυρότερη ναυτική παρουσία.
Για την Αθήνα, η ασφάλεια της συγκεκριμένης θαλάσσιας ζώνης συνδέεται άμεσα με τον ελληνόκτητο στόλο, ο οποίος έχει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις μεταφορές πετρελαίου, LNG, ξηρού φορτίου και εμπορευματοκιβωτίων.
Η δημόσια αναφορά του Crosetto στην ελληνική συνεισφορά αποκτά επομένως ξεχωριστή πολιτική και ναυτιλιακή σημασία. Παράλληλα, έρχεται λίγες ημέρες μετά τη συνάντηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας
Νίκου Δένδια με τον Ιταλό ομόλογό του στη Ρώμη, όπου οι δύο πλευρές έδωσαν έμφαση στην ενίσχυση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας.
Η νέα πραγματικότητα στην Ερυθρά Θάλασσα δοκιμάζει πλέον στην πράξη την ικανότητα της Ευρώπης να προστατεύσει μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες της. Και καθώς οι Χούθι ενισχύουν τη θέση τους στη δυτική ακτή της Υεμένης, Αθήνα και Ρώμη βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας προσπάθειας που αφορά όχι μόνο την ασφάλεια των πλοίων, αλλά και τη διατήρηση ανοικτού του θαλάσσιου δρόμου Ασίας–Σουέζ–Μεσογείου.