Η κυβέρνηση του
Ντόναλντ Τραμπ προσέφυγε στο
Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ζητώντας την άμεση εφαρμογή νέου κανονισμού της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (USPS) που αυστηροποιεί τους ελέγχους στην
επιστολική ψήφο, λίγους μήνες πριν από τις
ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατέθεσε επείγον αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας να αρθεί η προσωρινή απόφαση ομοσπονδιακής δικαστού που εμποδίζει την εφαρμογή του νέου κανονισμού της USPS.
Η απόφαση είχε εκδοθεί από την ομοσπονδιακή δικαστή Indira Talwani με έδρα τη Βοστώνη και ανέστειλε προσωρινά την εφαρμογή του μέτρου, το οποίο η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί απαραίτητο για την ενίσχυση της ασφάλειας της επιστολικής ψήφου.
Η προσφυγή αυτή φέρνει το Ανώτατο Δικαστήριο μπροστά σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τις εκλογικές διαδικασίες τα τελευταία χρόνια.
Ο νέος μηχανισμός ελέγχου της επιστολικής ψήφου
Ο νέος κανονισμός της USPS υιοθετήθηκε μετά από εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ και προβλέπει τη δημιουργία ενός νέου συστήματος διασταύρωσης στοιχείων για τα επιστολικά ψηφοδέλτια.
Με βάση το μέτρο, οι Πολιτείες θα πρέπει να αποστέλλουν στην Ταχυδρομική Υπηρεσία καταλόγους με τους ψηφοφόρους που έχουν επιλέξει να ψηφίσουν μέσω επιστολής.
Στη συνέχεια, τα στοιχεία αυτά θα συγκρίνονται με τις πληροφορίες που καταγράφουν οι σαρωτές της USPS στους φακέλους που περιέχουν τα ψηφοδέλτια.
Σε περίπτωση που εντοπίζονται αποκλίσεις ανάμεσα στα δύο σύνολα δεδομένων, η Ταχυδρομική Υπηρεσία δεν θα προχωρά στην παράδοση των σχετικών ψηφοδελτίων.
Οι αντιδράσεις και οι φόβοι για αποτυχία του συστήματος
Το νέο σύστημα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από αξιωματούχους που είναι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή των εκλογών, οι οποίοι προειδοποιούν ότι δεν έχει προηγηθεί επαρκής δοκιμή ούτε έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες διαδικασίες εκπαίδευσης για την εφαρμογή του.
Παράλληλα, σε έκθεση που έχει δημοσιοποιηθεί αναφέρεται ότι η ηγεσία της USPS φαίνεται να παραμέρισε τις βέλτιστες πρακτικές προκειμένου το σύστημα να είναι έτοιμο για εφαρμογή από την 1η Σεπτεμβρίου.
Η ίδια έκθεση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο σοβαρών προβλημάτων κατά την εφαρμογή του νέου μηχανισμού.
Σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά πληροφοριοδότη (whistleblower), η USPS προετοιμαζόταν ακόμη και να απορρίπτει ολόκληρες παρτίδες επιστολικών ψηφοδελτίων, εάν εντόπιζε ότι έστω και ένας φάκελος μέσα σε αυτές δεν αντιστοιχούσε στα στοιχεία της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων.
Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με την ίδια αναφορά, θα μπορούσε σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες να προκαλέσει καθυστερήσεις στην αποστολή δεκάδων χιλιάδων ψηφοδελτίων.
Η νομική μάχη για τις αρμοδιότητες του προέδρου
Η υπόθεση έχει προκαλέσει ευρύτερη συνταγματική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ.
Δημοκρατικοί αξιωματούχοι Πολιτειών και οργανώσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων ψήφου που έχουν προσφύγει κατά του εκτελεστικού διατάγματος υποστηρίζουν ότι το Σύνταγμα αναθέτει στις Πολιτείες και όχι στον πρόεδρο την αρμοδιότητα διεξαγωγής των εκλογών.
Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι το Κογκρέσο δεν έχει δώσει στην USPS εξουσία να ελέγχει ή να παρεμβαίνει στα προγράμματα επιστολικής ψήφου των Πολιτειών.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι η Ταχυδρομική Υπηρεσία διαθέτει ευρεία αρμοδιότητα να αλλάζει τα πρωτόκολλα που αφορούν τη διακίνηση της αλληλογραφίας.
Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, επικαλείται προηγούμενες περιπτώσεις όπου η USPS τροποποίησε διαδικασίες αποστολής, όπως στην παράδοση αποτεφρωμένων λειψάνων ή αντικειμένων που έμοιαζαν με εκρηκτικούς μηχανισμούς, όπως ψεύτικες χειροβομβίδες.
Το εκτελεστικό διάταγμα του Μαρτίου και η κρίσιμη απόφαση
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υπογράψει τον περασμένο Μάρτιο εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ανέθεσε στην USPS έναν πρωτοφανή ρόλο στην εποπτεία των προγραμμάτων επιστολικής ψήφου των Πολιτειών.
Τον περασμένο μήνα, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επιτρέψει στην κυβέρνηση να συνεχίσει τις προετοιμασίες για την εφαρμογή του διατάγματος, ωστόσο η απόφαση βασίστηκε σε τεχνικά ζητήματα και δεν έδωσε σαφή εικόνα για το πώς το συντηρητικό τμήμα του δικαστηρίου αντιμετωπίζει τη νομιμότητα του μέτρου.
Οι τρεις φιλελεύθεροι δικαστές είχαν διαφωνήσει με την απόφαση.
Λίγες ημέρες αργότερα, η ομοσπονδιακή δικαστής στη Βοστώνη μπλόκαρε προσωρινά την εφαρμογή του σχεδίου, οδηγώντας την κυβέρνηση Τραμπ στη νέα προσφυγή ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.