Η χώρα της Αφρικής με το λιμάνι που είναι ορατό από το Διάστημα
Το BBC ταξιδεύει στη χώρα όπου η Σαχάρα συναντά τον Ατλαντικό και αποκαλύπτει έναν τόπο γεμάτο ιστορία, φιλοξενία και τοπία που μοιάζουν βγαλμένα από άλλη εποχή
Αμμόλοφοι, αρχαίες πόλεις-σταθμοί των καραβανιών, οάσεις που ξεπροβάλλουν μέσα στην έρημο και μια ακτογραμμή γεμάτη χιλιάδες ψαρόβαρκες, ορατές ακόμη και από το Διάστημα. Η Μαυριτανία, μία από τις λιγότερο επισκέψιμες χώρες του κόσμου, παραμένει ένας σχεδόν άγνωστος προορισμός για τους περισσότερους ταξιδιώτες.
Στο ταξιδιωτικό του αφιέρωμα, το BBC εξερευνά μια χώρα όπου η Σαχάρα συναντά τον Ατλαντικό και η ιστορία, η παράδοση και η φιλοξενία συνθέτουν ένα μοναδικό μωσαϊκό. Με περίπου το 90% της επικράτειάς της να βρίσκεται εντός της ερήμου, η Μαυριτανία είναι μία από τις λιγότερο επισκέψιμες χώρες του κόσμο: κάτω από 10.000 ταξιδιώτες φτάνουν κάθε χρόνο, σε σύγκριση με τα αρκετά εκατομμύρια που επισκέπτονται τις γειτονικές Αλγερία και Σενεγάλη.
Όπως σημειώνει το αφιέρωμα, η Μαυριτανία δεν έχει υποστεί τρομοκρατική επίθεση από το 2011 και σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Τρομοκρατίας, η χώρα επηρεάζεται λιγότερο από την τρομοκρατία σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. «Κατά τη διάρκεια ενός πρόσφατου ταξιδιού τριών εβδομάδων που έκανα μόνος μου, χρησιμοποίησα ένα συνδυασμό δημόσιων συγκοινωνιών και ενοικιαζόμενων pick-up 4x4 για να διασχίσω τη χώρα και δεν ένιωσα ούτε μια φορά ανασφαλής. Στην πορεία, ανακάλυψα μυθικές οάσεις της ερήμου, θρυλικές πόλεις που κάποτε άνθιζαν κατά μήκος των εμπορικών οδών που διανύονταν από καραβάνια καμήλων, καθώς και μια αλιευτική κουλτούρα κατά μήκος της ακτής του Ατλαντικού τόσο πλούσια που μπορείς να τη διακρίνεις ακόμη και από το διάστημα», γράφει ο Jordi Busqué.
Το ορατό από το διάστημα λιμάνι
Στο Νουαντίμπου, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Μαυριτανίας, βρίσκεται το σημαντικότερο αλιευτικό λιμάνι της χώρας. Χάρη στο Ρεύμα των Καναρίων του Ατλαντικού, το οποίο αντλεί βαθιά, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά νερά προς την επιφάνεια κατά μήκος της βόρειας ακτής της Μαυριτανίας, ευδοκιμούν τεράστιες ποσότητες ψαριών όπως οι σαρδελομάνες, τα σκουμπριά, οι ξιφίες και τα χταπόδια.
Ως εκ τούτου, χιλιάδες αλιευτικές πιρόγες αγκυροβολούν κατά μήκος του λιμανιού, περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να ρίξουν τα δίχτυα τους. Η συγκέντρωση είναι τόσο μεγάλη που είναι ορατή ακόμη και από το διάστημα.
Νουαντίμπου
«Τεράστιο, φιλόξενο χωριό»
Σε απόσταση επτά ωρών με λεωφορείο από το Νουαντίμπου, είναι η πρωτεύουσα της Μαυριτανίας, το Νουακτσότ. Ο Jordi περιγράφει πως «ένας άνδρας μέσα σε ένα μικρό μαύρο Σεντάν μου είπε “καλώς ήρθες στη Μαυριτανία”» όταν σταμάτησε ταξί στο Νουακτσότ και αφού επιβιβάστηκε του είπε: «δεν είμαι ταξιτζής. Σε πήρα μόνο επειδή είσαι ξένος και ήθελα να μάθω τι γνώμη έχεις για τη χώρα μου».
Κλείσιμο
Περίπου το ένα τρίτο των πέντε εκατομμυρίων κατοίκων της Μαυριτανίας ζει στο Νουακτσότ. Δυναμική, θορυβώδης και ζωντανή, η πρωτεύουσα «μου θύμισε με την πρώτη ματιά πολλές αφρικανικές πρωτεύουσες, με μία όμως σημαντική εξαίρεση: φαίνεται να αναδύεται μαγικά από τη Σαχάρα. Πέρα από το κέντρο της πόλης, όπου σύγχρονα κυβερνητικά κτίρια και τζαμιά ευθυγραμμίζονται κατά μήκος ασφαλτοστρωμένων δρόμων, οι περισσότεροι δρόμοι παραμένουν καλυμμένοι με άμμο, προσδίδοντας στην πρωτεύουσα των 1,6 εκατομμυρίων κατοίκων την αίσθηση ενός τεράστιου, φιλόξενου χωριού».
Ψαράδες στο Νουακσότ
Ο πολιτισμός των καμήλων
Σε απόσταση 30 λεπτών με ταξί ανατολικά από τη σύγχρονη αστική έκταση του Νουακτσότ, αναδύεται μια πιο παραδοσιακή πλευρά της χώρας. Στη Μαυριτανία υπάρχουν περίπου δύο εκατομμύρια καμήλες και οι κάτοικοι βασίζονται από παλιά σε αυτές για τα πάντα, από την παραγωγή κρέατος και γάλακτος μέχρι τις μεταφορές. Μέλη του μαυριτανικού στρατού τις χρησιμοποιούν μάλιστα για να περιπολούν τα σύνορα σε απομακρυσμένες ερημικές περιοχές.
Η αγορά μονόκαμπων καμήλων της Μπέιλα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην Αφρική και αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους ημερήσιους προορισμούς για όσους επισκέπτονται το Νουακσότ. Εδώ, εκατοντάδες καμήλες εκτίθενται και παρουσιάζονται σε πιθανούς αγοραστές, οι οποίοι πληρώνουν πάνω από 1.000 δολάρια ανά ζώο.
Ταξίδι μέσα στην έρημο και ύπνος κάτω από τα αστέρια
Από τη δεκαετία του 1970, οι απομακρυσμένες περιοχές στα ανατολικά της Μαυριτανίας συνδέθηκαν σταδιακά με το Νουακσότ, όταν ξεκίνησε η κατασκευή της «Route de l'Espoir» (Δρόμος της Ελπίδας). Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο δρόμος είχε φτάσει στην πόλη Νέμα, περίπου 1.100 χιλιόμετρα μέσα στην έρημο και ενώ σήμερα αποτελεί την κύρια αρτηρία της χώρας από ανατολή προς δύση, εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερο από μία ημέρα για να φτάσει κανείς στη Νέμα από το Νουακσότ.
Η Νέμα αποτελεί την πύλη προς την ιστορική πόλη των καραβανιών Ουαλάτα, η οποία αποτελεί μέρος ενός μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO που περιλαμβάνει τέσσερις άλλες αρχαίες πόλεις της Μαυριτανίας.
«Από το Νουακσότ, επιβιβάστηκα σε ένα λεωφορείο και κατευθύνθηκα ανατολικά προς την έρημο, το οποίο σταματούσε τακτικά ώστε οι μουσουλμάνοι επιβάτες να μπορούν να προσευχηθούν. Κοντά στα μεσάνυχτα, σταματήσαμε ξαφνικά στη μέση του πουθενά και ο οδηγός μας είπε ότι ήταν ώρα να κοιμηθούμε. Αντί να κοιμηθούν στο λεωφορείο, οι άνθρωποι άπλωσαν τα χαλιά τους στη Σαχάρα και κοιμηθήκαμε κάτω από τα αστέρια του Γαλαξία», γράφει ο Jordi.
Η απομονωμένη αρχαία πόλη μέσα στην έρημο
Στη συνέχεια πλήρωσε για μια θέση σε ένα κοινόχρηστο 4x4 για να φτάσει στην Ουαλάτα και «αφού ο οδηγός διέσχισε ένα λαβύρινθο από μονοπάτια στην έρημο (και 51 ώρες μετά την αναχώρησή από το Νουακσότ), έφτασα επιτέλους στην Ουαλάτα. Μόλις έφτασα εκεί, συνάντησα απροσδόκητα τον δήμαρχο, Σιντάτι Ντιέ, ο οποίος μου είπε ότι κάποτε οι τουρίστες έφταναν στην πόλη καθ’ οδόν προς το Μάλι και το Τιμπουκτού, αλλά καθώς η διέλευση των συνόρων είναι πλέον επικίνδυνη, λιγότεροι από 30 ξένοι ταξιδιώτες επισκέπτονται πλέον την Ουαλάτα κάθε χρόνο».
Η Ουαλάτα είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά μέρη της Μαυριτανίας, τόσο για την ιστορική της σημασία όσο και για τη γεωγραφική της απομόνωση. Η πόλη φημίζεται για την αρχιτεκτονική της από κόκκινο πηλό, διακοσμημένη με περίτεχνα γεωμετρικά σχέδια που φτιάχνουν οι ντόπιες. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλές οικονομικές ευκαιρίες για τις νέες γενιές και πολλοί φεύγουν για το Νουακσότ και άλλες πόλεις, αφήνοντας τα παλιά σπίτια εν μέρει εγκαταλελειμμένα. Άλλοι βασίζονται στην άτυπη οικονομία, όπως η εργασία ως πλανόδιοι πωλητές ψωμιού με μια ξύλινη σανίδα που λειτουργεί ως κινητό κατάστημα.
Ουαλάτα
Στην Ουαλάτα, τα χειρόγραφα από τα καραβάνια των διασαχάριων εμπορικών διαδρομών σώθηκαν, όχι χάρη σε θεσμούς ή επίσημες βιβλιοθήκες, αλλά επειδή οι οικογένειες τα έκρυψαν και τα διατήρησαν από γενιά σε γενιά στα σπίτια τους.
Μια πόλη της ερήμου με ιστορία αιώνων
Μαζί με την Ουαλάτα, η Τσινγκουέτι αποτελεί ένα ακόμη μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και μία από τις πιο ιστορικές πόλεις καραβανιών της Αφρικής. Ωστόσο, ο ευκολότερος τρόπος για να φτάσει κανείς εκεί είναι από την πρωτεύουσα με τον Jordi να επιστρέφει στο Νουακσότ και να πληρώνει για μια θέση σε 4x4 για να διασχίσει το οροπέδιο του Αντράρ με κατεύθυνση το πέρασμα Εμπνού, φτάνοντας σε υψόμετρο 720 μέτρων. «Αφού κατέβηκα ξανά στην έρημο, τελικά είδα την πόλη να υψώνεται από την άμμο», περιγράφει.
Ιδρυμένη τον 8ο αιώνα, η Τσινγκουέτι άνθισε τον 13ο αιώνα ως οχυρωμένο εμπορικό κέντρο για τα καραβάνια της Σαχάρας που μετέφεραν αλάτι, χρυσό και χειρόγραφα. Όμως, μετά από περισσότερο από μια χιλιετία, η Τσινγκουέτι απειλείται πλέον από τη «θάλασσα» των αμμόλοφων της Σαχάρας που προχωρά και την καταπίνει. Τα σπίτια είναι χτισμένα από πέτρα και λάσπη, με αποτέλεσμα η πόλη να ενσωματώνεται αρμονικά στο τοπίο της ερήμου. Ορισμένα εγκαταλελειμμένα σπίτια έχουν ήδη μισοθαφτεί.
Ο μιναρές του αρχαίου τζαμιού του Τσινγκουέτι θεωρείται ο δεύτερος παλαιότερος που βρίσκεται σε συνεχή χρήση στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ η πόλη συχνά αποκαλείται η «έβδομη πιο ιερή πόλη του Ισλάμ». Από τον 13ο αιώνα και μετά, εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο ισλαμικής μάθησης, με προσκυνητές και μελετητές να καταφθάνουν για να σπουδάσουν. Σήμερα, οι μη μουσουλμάνοι επισκέπτες μπορούν να δουν το τζαμί μόνο από έξω, από έναν περιφραγμένο χώρο.
Τσινγκουέτι
Το Τσινγκουέτι φιλοξενεί αρκετές βιβλιοθήκες που φυλάσσουν αρχαία χειρόγραφα και βιβλία σχετικά με την αστρονομία, τη γεωμετρία, την ιατρική, την ποίηση και το ισλαμικό δίκαιο. Πολλά από αυτά τα κείμενα, ηλικίας αιώνων, έφτασαν μέσω διασαχάριων καραβανιών από τη Βόρεια Αφρική, ενώ άλλα συντάχθηκαν από τοπικούς λόγιους. Σύμφωνα με τον τοπικό βιβλιοθηκάριο Σαΐφ αλ-Ισλάμ, το Τσινγκουέτι είχε κάποτε πολύ περισσότερες βιβλιοθήκες, αλλά με την πάροδο των χρόνων πολλές οικογένειες εγκατέλειψαν την πόλη και πήραν τα βιβλία τους μαζί τους.
Το 2000, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να χτιστεί ένα μουσείο για τη διατήρηση των πιο σημαντικών εγγράφων, η Ισπανική Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (AECID) αποφάσισε να αναστηλώσει τις παραδοσιακές βιβλιοθήκες μέσα στο ksar (οχυρωμένο χωριό) του Τσινγκουέτι, διατηρώντας τα κείμενα ακριβώς εκεί όπου προστατεύονταν για αιώνες. Σε αντίθεση με το αρχαίο τζαμί του Τσινγκουέτι, αυτές οι βιβλιοθήκες είναι ανοιχτές σε όλους. «Με τόσο λίγους διεθνείς επισκέπτες, οι ιδιοκτήτες συχνά χαίρονται να ανοίξουν τις πόρτες τους στους επισκέπτες έναντι ενός μικρού φιλοδωρήματος και να εξηγήσουν την τοπική ιστορία, ενώ σας δείχνουν αρχαία χειρόγραφα», περιγράφει ο Jordi.
Οι οάσεις
«Μετά από τόση οδήγηση, αποφάσισα να ξεκουραστώ, να ανακτήσω τις δυνάμεις μου και να φάω χουρμάδες σε μια όαση της ερήμου πριν φύγω από τη Μαυριτανία. Στο απέραντο εσωτερικό της χώρας, οι οάσεις προσφέρουν μια σπάνια πινελιά πράσινου μέσα στα μονότονα χρώματα της γης. Διάσημες για τις συστάδες φοινίκων τους, αυτές οι οάσεις αναπτύσσονται μερικές φορές στα πιο βαθιά σημεία των φαραγγιών, όπου προστατεύονται από τις ακτίνες του ήλιου», συνεχίζει το αφιέρωμα.
Η όαση του Τερζίτ βρίσκεται σε απόσταση 45 χιλιομέτρων, νότια της Ατάρ: «Το Τερτζίτ αντιπροσωπεύει την ομορφιά και την ανθεκτικότητα της ζωής στη Σαχάρα - και στη Μαυριτανία γενικότερα. Για αιώνες, ακόμη και εν μέσω μερικών από τις πιο ακραίες συνθήκες της Γης, ταξιδιώτες, μελετητές και περιπλανώμενοι έλκονταν σε αυτή τη γη για να μοιραστούν ιστορίες, ιδέες και να ανακαλύψουν μια απομακρυσμένη γωνιά αυτής της απέραντης ερήμου».
Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζουν και αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο νομικός τομέας, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι ανάγκες για εξειδικευμένους επαγγελματίες στον τομέα της νομικής.