Νέα μάχη για τα γλυπτά του Παρθενώνα, πώς η Γαλλία ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή
Ο Γάλλος διπλωμάτης Σουαζέλ-Γκουφιέ λεηλάτησε τον Παρθενώνα πριν τον λόρδο Ελγιν και τα κομμάτια που απέσπασε εκτίθενται στο Λούβρο - Νέος γαλλικός νόμος δημιουργεί τώρα μια ιστορική δυνατότητα επαναπατρισμού τους από τη Γαλλία και ασκεί πίεση στη Βρετανία
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Στη διεθνή συνείδηση έχει επικρατήσει καθολικά η πεποίθηση πως ο Αγγλος Λόρδος Ελγιν ήταν ο πρώτος που λεηλάτησε τον Παρθενώνα αποσπώντας βίαια και παράνομα πλήθος αριστουργηματικών γλυπτών τμημάτων του. Κι όμως, δέκα και πλέον χρόνια νωρίτερα ένας άλλος, Γάλλος ευγενής διπλωμάτης αυτή τη φορά, ο Ογκίστ ντε Σουαζέλ-Γκουφιέ, είχε ήδη δώσει την εντολή για να ξεκινήσει να ξεγυμνώνεται το ελληνικό αρχιτεκτονικό θαύμα του αρχαίου κόσμου, με στόχο να μεταφέρει στην πατρίδα του τα περίτεχνα γλυπτά του Φειδία, κάποια από τα οποία βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Αυτές τις πολύτιμες αρχαιότητες έχει πλέον τη δυνατότητα να διεκδικήσει επίσημα η Ελλάδα μέσω του νέου νόμου που ψηφίστηκε, προ ημερών, στη Γαλλία, ο οποίος καταργεί επί της ουσίας το αναπαλλοτρίωτο των συλλογών των μουσείων της.
Η εντολή
«Αρπάξτε ό,τι μπορείτε να μεταφέρετε και μην παραλείψετε να λεηλατήσετε την Αθήνα και τα περίχωρά της. Πάρτε ό,τι υπάρχει και μη λυπηθείτε ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς...». Αυτή ήταν η εντολή του Γάλλου ευγενή και πρεσβευτή Σουαζέλ-Γκουφιέ προς τον αρχαιολόγο, ζωγράφο και πρόξενο της Γαλλίας Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φοβέλ, τον οποίο είχε στείλει το 1780 στην Αθήνα, προκειμένου να αρπάξει όσα περισσότερα μπορούσε από τα λαμπερά δείγματα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Σουαζέλ-Γκουφιέ: ο αυτοαποκαλούμενος «Φιλέλληνας», έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχαιοκάπηλους όλων των εποχών
Λίγα χρόνια πριν, το 1776, στα 24 του χρόνια, ο Γάλλος κόμης είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα υποκινούμενος από την παθιασμένη λατρεία του προς την τέχνη και ιδιαιτέρως αυτήν της ελληνικής αρχαιότητας. Ξεκίνησε την περιήγησή του από την Κορώνη, επισκέφθηκε τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα κι έπειτα πέρασε απέναντι στις παραλιακές πόλεις της Μικράς Ασίας. Το ταξίδι του αυτό μάλιστα το κατέγραψε στις σελίδες του πρώτου τόμου του βιβλίου του «Voyage pittoresque de la Grèce» (Γραφικό Ταξίδι στην Ελλάδα) που εκδόθηκε το 1782. Κι όμως, αυτός ο λάτρης των τεχνών και του πολιτισμού, ο αυτοαποκαλούμενος «Φιλέλληνας», έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχαιοκάπηλους όλων των εποχών.
Το 1784 θα ανακηρυχθεί μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, θα διοριστεί πρέσβης του γαλλικού κράτους στην Υψηλή Πύλη και θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1875. Μαζί του θα φέρει μια πολυπληθή ομάδα αρχαιολόγων, ζωγράφων, και χαρακτών στους οποίους θα αναθέσει την αποστολή να γυρίσουν την Ελλάδα και να αρπάξουν ό,τι πολύτιμο βρουν.
Ενας από αυτούς, ο στενότερος συνεργάτης του, είναι ο αρχαιολόγος και ζωγράφος Φοβέλ, ο οποίος καταφθάνει στην Αθήνα ως πρόξενος της Γαλλίας έχοντας ρητή διαταγή, με το πρόσχημα της καταγραφής και καλλιτεχνικής αποτύπωσης, να λεηλατήσει, να αποσπάσει παράνομα και να μεταφέρει στο Παρίσι όσες περισσότερες ελληνικές αρχαιότητες μπορεί. Και φυσικά εκείνος θα επικεντρωθεί -πού αλλού;- στην Ακρόπολη των Αθηνών και θα χρησιμοποιήσει κάθε αθέμιτο μέσο προκειμένου να ολοκληρώσει την παράνομη αποστολή του.
Οπως χαρακτηριστικά περιέγραφε σε επιστολή προς τον Σουαζέλ-Γκουφιέ, κατάφερε να υφαρπάξει ένα τμήμα της ζωφόρου του Παρθενώνα δωροδοκώντας με λίγα χρήματα τους Οθωμανούς φύλακες της Ακρόπολης.
Κλείσιμο
Το σπίτι που διατηρούσε ο Φοβέλ στην Πλάκα και είχε θέα τον Παρθενώνα θύμιζε μουσείο. Εκεί μετέφερε ό,τι έβρισκε και θησαύρισε διακινώντας παράνομα στο εξωτερικό ανεκτίμητης αξίας αρχαιοελληνικά πολιτιστικά αγαθά.
Η τύχη του αφεντικού του, ωστόσο, του Σουαζέλ-Γκουφιέ, σταμάτησε να του χαμογελάει, όταν κατά το δεύτερο έτος της Γαλλικής Επανάστασης ο Λουδοβίκος ο 16ος τον έπαψε από τα καθήκοντά του στην Κωνσταντινούπολη, το γαλλικό κράτος δήμευσε την περιουσία του και ο ίδιος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ρωσία, όπου η Αικατερίνη η Β’ τον διόρισε διευθυντή της Ακαδημίας των Τεχνών και της Αυτοκρατορικής Βιβλιοθήκης της Ρωσίας.
Οταν επέστρεψε στο Παρίσι, σχεδόν μία δεκαετία μετά, έχτισε ένα σπίτι αντίγραφο του Ερεχθείου, συνεχίζοντας να επιδεικνύει την αρρωστημένη εμμονή του με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τον οποίο όχι μόνο δεν σεβάστηκε, αλλά και λάβωσε ανεπανόρθωτα. Είναι βεβαίως αντιληπτό πως αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά για εκείνον, η πλειοψηφία των παράνομα αποσπασθέντων Γλυπτών του Παρθενώνα θα βρισκόταν σήμερα στη γαλλική και όχι στη βρετανική πρωτεύουσα.
Το απεχθές έργο του, ωστόσο, έσπευσε να συνεχίσει ο Λόρδος Ελγιν: «Δύο ζωγράφοι ερίζουν για το προνόμιο ποιος θα γυμνώσει τον Παρθενώνα. Θριαμβολογούν και οι δύο μόλις πετύχουν την έκδοση καινούριου ευνοϊκού φιρμανιού», έγραφε χαρακτηριστικά ο Λόρδος Βύρωνας αναφερόμενος στον ανταγωνισμό του Φοβέλ με τον πράκτορα του Ελγιν στην Αθήνα, τον Ιταλό Τζιοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι.
Τα κλεμμένα στο Λούβρο
Το πρώτο αρχιτεκτονικό μέλος του Παρθενώνα που απέσπασε και έκλεψε ο Φοβέλ για λογαριασμό του Σουαζέλ-Γκουφιέ ήταν η δέκατη μετόπη της νότιας όψης του Παρθενώνα που αναπαριστά την προσπάθεια των Λαπιθών της Θεσσαλίας να πάρουν μια γυναίκα από έναν Κένταυρο, ενώ εκείνος με μια βίαιη κίνηση την αρπάζει από την πόρπη του ενδύματός της που έχει ανοίξει στην προσπάθειά της να ξεφύγει.
Θυμίζουμε πως οι μετόπες της νότιας όψης είχαν ως θέμα τη μάχη των Λαπίθων με τους Κενταύρους, τη γνωστή Κενταυρομαχία, στην οποία πήρε μέρος ο μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, Θησέας.
Οι Γάλλοι εργάτες που είχε φέρει ο Φοβέλ ανέβηκαν το 1788 στον ναό του Παρθενώνα και αφαίρεσαν βίαια τη μετόπη που σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Το δεύτερο κατά σειρά τμήμα του Παρθενώνα που αποσπάστηκε από γαλλικά χέρια είναι η περίφημη Πλάκα με τις Εργαστίνες. Η εντυπωσιακή, συνολικού μήκους δύο μέτρων, γλυπτή πλάκα προέρχεται από την ανατολική ζωφόρο και απεικονίζει έξι νεαρές Αθηναίες, τις Εργαστίνες, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για την ύφανση του ιερού Πέπλου που προσφερόταν στη θεά Αθηνά κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων.
Στο Μουσείο του Λούβρου, εξάλλου, βρίσκονται σήμερα και τρεις γλυπτές κεφαλές που προέρχονται από τον Παρθενώνα ή έχουν άμεση σύνδεση με το μνημείο. Η πρώτη είναι η Κεφαλή του Λαπίθη, του αντιπάλου του Κενταύρου, από τη νότια μετόπη του Παρθενώνα. Πρόκειται για ένα διαμελισμένο και διασκορπισμένο γλυπτό, καθώς ο βασικός κορμός του βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο και μόνο η κεφαλή του Κενταύρου έχει παραμείνει στην Αθήνα.
Η δεύτερη είναι η Κεφαλή Laborde, γνωστή και ως Κεφαλή της Ιριδας. Πρόκειται για ύψους 40 εκατοστών θραύσμα, κατασκευασμένου από πεντελικό μάρμαρο γλυπτού αγάλματος, προερχόμενου από το δυτικό Αέτωμα του Παρθενώνα. Ο ακρωτηριασμένος κορμός του αγάλματος βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο.
Και η τρίτη είναι η Κεφαλή Rampin που ανήκει στο περίφημο αρχαϊκό άγαλμα του Ιππέα Rampin, το οποίο αποδίδεται στον γλύπτη Φαίδιμο, βρέθηκε στην Ακρόπολη το 1877 και πήρε το όνομά του από τον Γάλλο συλλέκτη που το αγόρασε τον 19ο αιώνα και το δώρισε στο Μουσείο του Λούβρου. Το υπόλοιπο μέρος του αγάλματος, που βρέθηκε το 1886 στα δυτικά του Ερεχθείου, βρίσκεται στο Μουσείο της Ακρόπολης.
Κεφαλή του Ιππέα Rampin το οποίο αποδίδεται στον γλύπτη Φαίδιμο, βρέθηκε στην Ακρόπολη το 1877
Ο νέος νόμος
Παρότι το συγκεκριμένο άγαλμα δεν προέρχεται αμιγώς από τον Παρθενώνα, θεωρείται σημαντικό και αναπόσπαστο μέρος της Ακρόπολης.
Ο νέος νόμος που ψηφίστηκε στις 7 Μαΐου από το γαλλικό κοινοβούλιο ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή στις χώρες προέλευσής τους πολιτιστικών αγαθών που βρίσκονται στις συλλογές κρατικών γαλλικών μουσείων και δημιουργεί ένα εξαιρετικά ευνοϊκό διεθνές δεδικασμένο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ισχυρός μοχλός πίεσης και προς άλλες χώρες.
Κυρίως προς τη Βρετανία που διαθέτει σήμερα τον μεγαλύτερο αριθμό αρχαιοτήτων που έχουν εξαχθεί παρανόμως από άλλες χώρες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελληνίδα δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας (CNRS), Κατερίνα Τιτή, η οποία ανέδειξε το θέμα μέσα από άρθρο της στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde», έκανε λόγο για «ιστορική συγκυρία».
Επί τη ουσίας η νέα νομοθεσία καταργεί το αναπαλλοτρίωτο των γαλλικών μουσείων δίνοντας την ευκαιρία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες να καταθέσουν επίσημο αίτημα για τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων τους, το οποίο θα εξετάζεται από ειδική επιτροπή Γάλλων αλλά και ξένων αρχαιολόγων.
Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος θέτει συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, δικαίωμα επαναπατρισμού έχουν μόνο τα έργα τα οποία αποκτήθηκαν αποδεδειγμένα μέσω παράνομης ιδιοποίησης, όπως λεηλασίες και κλοπές σε πολεμικές ή αποικιοκρατικές περιόδους και αναγκαστικές πωλήσεις υπό το καθεστώς πίεσης ή απειλής.
Επιπλέον, δικαίωμα επιστροφής στις χώρες προέλευσής τους έχουν αρχαιότητες που αποκτήθηκαν παρανόμως από το 1815 και μετά, όρος ο οποίος εξαιρεί κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα την Πλάκα με τις Εργαστίνες από τον Παρθενώνα που, όπως προαναφέραμε, εκλάπη το 1788 και κατασχέθηκε από το Γαλλικό Δημόσιο το 1792, οπότε δεν εμπίπτει στον νέο νόμο.
Αντιθέτως, η μετόπη με τον Κένταυρο και τη Λαπιθίδα μπορεί να εκπλάπη το 1789, αποκτήθηκε όμως από το Μουσείο του Λούβρου το 1818, μέσω δημοπρασίας, άρα βρίσκεται εντός των χρονικών ορίων του νέου νόμου.
Οσο για τις άλλες τρεις αρχαιοελληνικές μαρμάρινες κεφαλές που επίσης βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου, αυτές αποκτήθηκαν πολύ αργότερα από το 1815, συγκεκριμένα η Κεφαλή του Λαπίθη το 1880, η Κεφαλή της Ιριδας το 1927 και η Κεφαλή Rampin το 1916, και καλύπτουν επαρκώς τις προϋποθέσεις επιστροφής τους.
Είτε ψάχνεις ένα laptop που θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο στη δουλειά, είτε εκείνο το gadget που δεν φανταζόσουν πόσο χρήσιμο είναι είτε μια συσκευή καθαρισμού για να σου λύσει τα χέρια, το Golden Hall είναι ο απόλυτος προορισμός και για προϊόντα τεχνολογίας.