filis_konstantinos

Η Τουρκία και ο Ερντογάν περιφρονούν τη Δύση

Κωνσταντίνος Φίλης

Η Τουρκία βρίσκεται μετά το δημοψήφισμα του Απριλίου 2017 σε οιονεί προεκλογική περίοδο.

Οι διπλές εκλογές μπορεί να προκηρυχθούν ανά πάσα στιγμή, αν και είναι προγραμματισμένες για τον Νοέμβριο του 2019. Η τουρκική οικονομία, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και άλλους θετικούς δείκτες, κινείται σε προβληματική τροχιά (κάτι που επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, τόσο από τις υποβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης όσο και από τη λαϊκιστική πολιτική των παροχών και επιδοτήσεων από πλευράς Ερντογάν).

Η επέμβαση στη Συρία (δυστυχώς για την Αγκυρα) δεν θα ολοκληρωθεί με την κατάληψη του Αφρίν. Η όρεξή της θα ανοίξει και δεν πρόκειται να σταματήσει εκεί. Οσο όμως εμβαθύνει και παρατείνει την παρουσία της τόσο περισσότερο θα περιπλέκονται οι σχέσεις της με τους λοιπούς παίκτες (ΗΠΑ, Ιράν, Ρωσία), ενώ θα πολλαπλασιάζονται και οι κίνδυνοι για απώλειες στρατιωτών καθώς και αντίποινα στο εσωτερικό της χώρας (τρομοκρατικές ενέργειες). Η Αγκυρα δεν βρίσκεται σε ένα φιλικό γι’ αυτή περιβάλλον, ούτε ως προς τον τοπικό πληθυσμό, ούτε ως προς το ασαντικό καθεστώς.

Προσώρας, το μπααθικό καθεστώς και η Ρωσία βολεύονται από την τουρκική παρουσία στο Αφρίν διότι αυτή συγκρατεί την κουρδική επιρροή, η οποία είχε επεκταθεί σε μια μεγάλη ακτίνα της συριακής επικράτειας. Αντιθέτως, η Τουρκία ελέγχει μια περιορισμένη ζώνη, άρα εκτιμάται από Δαμασκό, Μόσχα και Τεχεράνη ότι η διαπραγμάτευση μαζί της θα γίνει υπό καλύτερους όρους απ’ ό,τι με τους ενδυναμωμένους Κούρδους.

Σε κάθε περίπτωση, η Αγκυρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια συγκεχυμένη κατάσταση, χωρίς να μπορεί να ορίσει με ασφάλεια τον χρόνο και τον τρόπο απεμπλοκής της από αυτή. Ασφαλώς, τυχόν δυσμενείς εξελίξεις στο κουρδικό-συριακό μέτωπο θα αυξήσουν την πίεση στον Ερντογάν και δη σε κλίμα προεκλογικό (ακόμη και αν οι εκλογές γίνουν τον Νοέμβριο του 2019), οπότε θα πρέπει να αναμένουμε κινήσεις εκτόνωσης αυτής.

Ταυτόχρονα, ο Τούρκος πρόεδρος θα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες μερικής -έστω- εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ε.Ε. ή με κράτη όπως η Γερμανία για να μη ρισκάρει περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της οικονομίας (αυτή τη στιγμή είναι μεγάλος ο βαθμός εξάρτησής της από ευρωπαϊκά κεφάλαια και επενδύσεις) αλλά και ώστε να μετριάσει τον βαθμό ρήξης συνολικά με τη Δύση. Και αυτό γιατί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται σοβαρά σε διάφορα επίπεδα.

Ενδεικτικά και μόνο, πέραν του εμφανούς ψυχολογικού χάσματος και της αμοιβαίας δυσπιστίας, η υπόθεση του Ιρανού επιχειρηματία με τουρκική υπηκοότητα Ρεζά Ζάραμπ, ο οποίος συνεργάζεται με τις αμερικανικές αρχές αποκαλύπτοντας στοιχεία για τον τρόπο που η Αγκυρα διευκόλυνε την παράκαμψη του εμπάργκο εναντίον του Ιράν, θα μπορούσε να επιφέρει ακόμη και οικονομικές κυρώσεις εναντίον τουρκικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το κλίμα, ο Ερντογάν επιλέγει σε κάθε δημόσια παρέμβασή του από έναν στόχο προκειμένου αφενός να ικανοποιήσει το εγχώριο ακροατήριό του και αφετέρου, κυρίως, να στηρίξει το κυρίαρχο αφήγημά του.

Ταυτόχρονα, ξεδιπλώνει το πλάνο/σχέδιό του (αναθεωρητικός ηγεμονισμός), με τους αποδέκτες των μηνυμάτων του να βρίσκονται πρωτίστως στο εξωτερικό. Συνάμα στέλνει προειδοποιητικά σήματα, ιδίως αναφορικά με το το είναι ικανός να πράξει αν περιφρονηθεί (π.χ. Ανατολική Μεσόγειος) ή αν υπονομευθούν τα συμφέροντα της χώρας του (π.χ. Μέση Ανατολή-Κουρδικό). Επίσης, η συνεχής απόκλιση από τη Δύση καθιστά την Τουρκία ολοένα δυσκολότερα διαχειρίσιμη, με τον Ερντογάν να θεωρεί ότι η ταύτιση με την πρώτη τον ζημιώνει, αφού κρίνει πως αυτή ακολουθεί καθοδική πορεία ενώ η χώρα του ενδυναμώνεται.

Επιπλέον, θέλοντας να καταστεί σημείο αναφοράς του μουσουλμανικού κόσμου, επιδιώκει τακτικά την πρόκληση έντασης με τη Δύση, κατηγορώντας την για ισλαμο-τουρκοφοβία. Αυτό διευκολύνει τον Τούρκο πρόεδρο να αντιπαραβάλει το υπέρτερο ηθικά μοντέλο του Ισλάμ, τονίζοντας τις διαφορές μεταξύ των δύο κόσμων/πολιτισμών. Εφόσον, όμως, η αντιπαράθεση με τη Δύση αποκτά στρατηγικά χαρακτηριστικά, δημιουργείται εκ των πραγμάτων η ανάγκη Ε.Ε. και ΗΠΑ να επανεξετάσουν τη σχέση τους με την Αγκυρα.


* Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων & συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν»

ΣΧΟΛΙΑ (1)

man

η πολιτική μας στο θέμα στρατηγικής συμμαχίας με τις τωρινές συνθήκες πρεπει να είναι με την Αμερική και το Ισραήλ. Μέσο αυτής θα έλθει και πίεση στην ευρωπη και ειδικά στην γερμάνια .Λόγου τον γεωπολιτικών ταχύτατων αλλαγών πρέπει η Ελλάδα να το εκμεταλλευτεί και να πίεση τους Αμερικάνους και στο θέμα του χρέους αλλά και στο σκοπιανο .Η δημιουργία νέων βάσεων είναι προς όφελος της Ελλάδας στην ασφάλιση και αιγαίου αλλά και των βόρειων συνόρων.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία