«Εμείς», του ΠΑΟΚ οι εκδρομείς...
Γεωργία Σαδανά

Γεωργία Σαδανά

«Εμείς», του ΠΑΟΚ οι εκδρομείς...

Τα «αδέλφια», τα «χιλιόμετρα», οι σύνδεσμοι και η Θεσσαλονίκη

«Χιλιόμετρα κάναμε πάλι, για την καψούρα μας την πιο μεγάλη, ΠΑΟΚ, εκδρομές, ναρκωτικά, έτσι μάθαμε από παιδιά...». Δεν είναι μόνο ένα από τα πιο δημοφιλή συνθήματα στις τάξεις των οπαδών του ΠΑΟΚ που δονεί σε κάθε αγώνα την Τούμπα, αλλά μια ολόκληρη «μυσταγωγία» με τραγική, ωστόσο, κατάληξη, βυθίζοντας στο πένθος επτά οικογένειες και μαζί τους όλη την Ελλάδα. Ο «δρόμος του θανάτου» στην Τιμισοάρα οδήγησε στην αιώνια κατοικία τους επτά νεαρούς οπαδούς του Δικεφάλου του Βορρά και άφησε πίσω τρεις τραυματίες, σε μια δραματική επανάληψη του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών το 1999, πληγώνοντας την ιστορική ομάδα της Θεσσαλονίκης για δεύτερη φορά στην εκατονταετή πλέον πορεία της.

Τη χρονιά της ιστορικής αυτής επετείου για τον ΠΑΟΚ, η ασύλληπτη τραγωδία στην Τιμισοάρα σταμάτησε την περασμένη Τρίτη τον χρόνο, όταν το μίνι βαν που είχαν νοικιάσει οι δέκα φίλαθλοί του από την Κεντρική Μακεδονία με τελικό προορισμό τη Λυών, συγκρούστηκε μετωπικά με διερχόμενο φορτηγό στη Ρουμανία. Η Θεσσαλονίκη «πάγωσε», η Τούμπα γονάτισε και ένα μούδιασμα διαπέρασε ολόκληρη τη χώρα, όταν τα πλάνα από τις στιγμές της πρόσκρουσης έκαναν καρέ-καρέ τον γύρο του κόσμου. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η οπαδική εκδρομή είχε μετατραπεί σε αρχαίο δράμα. Η κατ’ εξοχήν εμπειρία της παοκτσίδικης μέθεξης αποδείχτηκε αληθινός εφιάλτης για τους επτά νεαρούς οπαδούς που είχαν αποφασίσει με χαρά να κάνουν «χιλιόμετρα πάλι», αυτή τη φορά προς τη Γαλλία.

Το ταχύμετρο, εξάλλου, των οπαδικών εκδρομών είναι από χρόνια το κατ’ εξοχήν «διαπιστευτήριο» πίστης και αφοσίωσης που υποβάλλουν οι ορκισμένοι οπαδοί του Δικέφαλου του Βορρά, καθώς οι «εκδρομείς του ΠΑΟΚ» οργώνουν θάλασσες και στεριές για να ακολουθούν στα εκτός έδρας παιχνίδια την αγαπημένη τους ομάδα, ανεβαίνοντας έτσι κλίμακες, με σκοπό την απόλυτη ένωσή τους με το αγαπημένο τους αθλητικό σωματείο. Μοιάζει περισσότερο με «τελετή ένταξης» σε φοιτητική αδελφότητα των πανεπιστημίων της Ivy League, παρά με αθλητική ενασχόληση, αλλά για τους οπαδούς του ΠΑΟΚ, η ομάδα της καρδιάς τους είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από κερκίδες, προβολείς και δίχτυα. Στην πραγματικότητα, έτσι ήταν από την αρχή, από το 1926, καθώς ο Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Ομιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ) αποτέλεσε την άγκυρα που έριξαν χιλιάδες πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στην Τούμπα. Μέσα στις λάσπες, κοντά στο Τενεκεδένιο Σχολείο, στα βορειοανατολικά του ιστορικού κέντρου της πόλης, οι εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι έπρεπε να ριζώσουν. Και η ρίζα χώθηκε τόσο βαθιά στο χώμα της Τούμπας, που κι εκείνη με τη σειρά της έγινε χωνευτήρι, ικανό να χωνέψει και να αφομοιώσει κοινωνικές αλλαγές, πολιτικές μεταβολές, οικονομικές καταστροφές και πρόσφυγες. Η Τούμπα είναι «ναός», λένε οι φίλαθλοί της, αφού δέχεται τους πάντες χωρίς προϋποθέσεις, όπως και οι θρησκευτικοί ναοί. Σαν η πόρτα του γηπέδου στην Κλεάνθους να αδειάζει τις τσέπες όσων τη διαβαίνουν, διαγράφοντας τίτλους και οφίτσια, οικοδομώντας μια αταξική συνθήκη για τους χιλιάδες θεατές της. Στα ίδια τσιμέντα, «χειροποίητα» από την προσωπική εργασία των προσφύγων, στην ίδια θύρα και στην ίδια σειρά κάθονται δίπλα-δίπλα εργάτες και βιομήχανοι, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και παρά εκεί οι φοιτητές τους, έμποροι, άνεργοι, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Χωρίς ταμπέλες, περιορισμούς και εξηγήσεις. Γιατί το «ΠΑΟΚ ολέ ολέ ολέ», υπήρξε επί δεκαετίες ισχυρότερο από κάθε άλλης μορφής τοπική ταυτότητα ή κοινωνική συσχέτιση, σε μια πόλη που άκμασε επί αιώνες ως σταυροδρόμι πολιτισμών και δέχτηκε αλλεπάλληλα κύματα δοκιμασιών, πληγμάτων, μεταναστών και προσφύγων.

Ιδιαίτερα για τα παιδιά των μεσαίων και χαμηλών οικονομικών στρωμάτων, τους παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ, τους εφήβους από τις δυτικές συνοικίες, αλλά και τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς κυρίως από την Αλβανία, ο ΠΑΟΚ υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ιμάντας κοινωνικής ενσωμάτωσης, μαζί με σχοινί για να κρεμάσουν τα πανό τους. Αλλωστε, στα 90 λεπτά που διαρκεί ο αγώνας, ο ήχος των τυμπάνων στα κάγκελα της Θύρας 4 δίνει τον τόνο μιας εφηβικής έξαρσης, ενός διονυσιακού εκστατικού χορού που αγκαλιάζει τους πάντες, λειτουργώντας λυτρωτικά ανάμεσα σε ιαχές, «γαλλικά», δάκρυα και κραυγές χαράς και ενθουσιασμού. Μέχρι την επόμενη Κυριακή, οι φάσεις, οι αποδόσεις και το συναίσθημα του γηπέδου κυριαρχούν στα καφενεία, στα γραφεία, στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα, δίνοντας νόημα στην καθημερινότητα κυρίως των νέων της πόλης.

Ανάμεσα σε λινάτσες, μπογιές και χοντρά πινέλα, μπλούζες, καπέλα και κασκόλ, προσκλήσεις για χορούς και αιμοδοσίες, αλλά πάνω απ’ όλα οπαδικές εκδρομές. Ολα αυτά που έδωσαν υπόσταση στους δεκάδες Συνδέσμους Φίλων ΠΑΟΚ σε όλο τον πλανήτη. Η «μύηση» γίνεται σταδιακά, μέσω φίλων ή γνωστών, στα τοπικά καφέ, στις αυλές των σχολείων ή ακούγοντας τα οπαδικά ραδιόφωνα μέχρι τα ξημερώματα, όπου οι «συνδεσμίτες» άνοιγαν τις τηλεφωνικές γραμμές στους ακροατές και μαζί την πόρτα «στον μαγικό κόσμο» του Δικέφαλου του Βορρά. Κι έτσι, οι ορκισμένοι οπαδοί του πλήθαιναν γεωμετρικά, αφού σταδιακά γινόταν οργανικό του μέρος. Αυτή η «πόρτα» σε έναν άλλο κόσμο χωρίς προαπαιτούμενα, αποκτούσε, ωστόσο, σχεδόν υπερβατική διάσταση, μέσα από την τελετουργία της οπαδικής εκδρομής. Οι «εκδρομές ΠΑΟΚ» έγιναν τοπικός μύθος, που γρήγορα πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας. Το ραντεβού και μαζί το εισιτήριο για αναχώρηση με επικρατέστερους προορισμούς αρχικά το «Καραϊσκάκη», τη Φιλαδέλφεια ή τη Λεωφόρο δινόταν συνήθως μπροστά στην πόρτα του συνδέσμου, είτε σε κάποιο σημείο επί της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Αθηνών, τις περισσότερες φορές, στα Μάλγαρα. Από εκεί φόρτωναν και τους τελευταίους, που ακολουθούσαν τις περισσότερες φορές από Κατερίνη, Βέροια, Εδεσσα και Κιλκίς, παίρνοντας την άγουσα προς την Αθήνα. Μουσικές και συνθήματα, αλκοόλη και σκιές για χρήση απαγορευμένων ουσιών κατέκλυζαν το πούλμαν, όπου ανάμεσα σε διηγήσεις από άλλα ταξίδια, για τους αντιπάλους και ιστορίες της καθημερινότητάς τους, οι οπαδοί του ΠΑΟΚ αντάλλασσαν σκέψεις, προβληματισμούς και καημούς. Με τα χρόνια, η Αθήνα «ήταν κοντά» και το ασπρόμαυρο κομβόι πέρασε τα σύνορα, για να κατακτήσει τους ευρωπαϊκούς αυτοκινητόδρομους, να επιδείξει την ισχύ του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, να «διδάξει» προσήλωση στους φιλάθλους ιστορικών συλλόγων της Ευρώπης.

Πίσω στην Τούμπα, η διαπροσωπική επαφή κάτω από τα φτερά του ΠΑΟΚ απέκτησε με τα χρόνια έναν χαρακτήρα δικτύου κοινωνικής συνοχής. Ο Σύνδεσμος θα μάζευε χρήματα για κάποιον που βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία, θα μοίραζε τρόφιμα, θα έψαχνε δουλειά σε «κάνα δικό μας παιδάκι με μηχανάκι», θα πήγαινε περιφρούρηση στο γήπεδο, θα έδινε φιάλες αίμα, αν είχε παραστεί η ανάγκη. Θα ήταν εκεί που το κράτος δεν προλάβαινε ή αδυνατούσε, ένα δίκτυο διαρκούς φροντίδας για την «αδελφότητα» του ΠΑΟΚ που έκανε, κυρίως για τους πιο ευάλωτους, την αγαπημένη τους ομάδα «οικογένεια», ώστε να δίνει απόλυτο νόημα στον μεταξύ τους χαιρετισμό ως «αδέλφια». Ενα μικρό, ασπρόμαυρο «γαλατικό χωριό» που έχει τον δικό του Παπά (Παπα-ΠΑΟΚ), τους δικούς του καλλιτέχνες, τα δικά του στέκια, τα δικά του ήθη και έθιμα.

Και οι οπαδοί του ΠΑΟΚ ανταπέδιδαν. «Δικέφαλε μόνο για σένα, νιώθω τη ζωή μου στα χαμένα», συνεχίζει το γνωστό σύνθημα, αποτυπώνοντας τα πολλαπλά επίπεδα υποστήριξης που παρείχε το ασπρόμαυρο οπαδικό κίνημα στους απανταχού «αδελφούς» του, αλλά και μαζί ζωές χαμένες σε ιστορίες παραβατικότητας. Καταστροφές και επεισόδια, ναρκωτικά και ποτά, στιγμές υποκίνησης βίας, κυνηγητό με τους «γαύρους» ή τους «βάζελους» με πέτρες και καδρόνια στα στενά της κάτω Τούμπας. Εμπειρίες έκνομες, παραβατικές και ενίοτε επαναλαμβανόμενες, που τις κάλυπταν το ισχυρό έμβλημα και η σιωπηρή ανοχή της πόλης, που έβλεπε την Τούμπα και θυμόταν το Πέραν, την Πόλη και την Μπεσίκτας, που αναπολούσε το ένδοξο βυζαντινό παρελθόν προσπαθώντας να ορθοποδήσει στις «νέες χώρες» χωρίς να χάσει την πυξίδα της ταυτότητάς της. Και κάπου εκεί, στην ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης, η Τούμπα έγινε φάρος, το γήπεδο σημείο αναφοράς, οι παίκτες «ημίθεοι» και ο κάθε φορά ισχυρός οικονομικός παράγοντας που διοικούσε την ομάδα ο φυσικός ηγέτης ενός ατελείωτου «στρατού» φανατικών οπαδών, που έμοιαζε έτοιμος να φτάσει κάθε φορά στα άκρα, αρκεί να έδινε το σύνθημα η αγαπημένη του ομάδα.

Η ψηφιακή εποχή, τα κοινωνικά δίκτυα και το διαδίκτυο όχι μόνο δεν κατέστησαν την «ιεροτελεστία» του ΠΑΟΚ πασέ, αλλά ανατροφοδότησαν ακόμη περισσότερο τον μύθο του. Κρεμασμένοι στις κερκίδες, καρφωμένοι στα κινητά, οι ορκισμένοι οπαδοί του ζουν για να διαβάζουν, να σχολιάζουν, να συμμετέχουν στο επόμενο κάλεσμα της ομάδας τους σε ομάδες, σελίδες και γκρουπ, για να αποθεώσουν τους νεκρούς τους ανάμεσα σε καπνογόνα και συνθήματα, για να λυγίσουν και τα σίδερα από το πένθος στη Θεσσαλονίκη, για να επιβάλουν τη συλλογική σιωπή στη θέα των επτά σορών που επαναπατρίστηκαν με C-130, τυλιγμένες με την ασπρόμαυρη σημαία, παίρνοντας τον δικέφαλο αετό συντροφιά τους και στην τελευταία τους κατοικία. «Ηρθαν νεκροί στην Τούμπα και έφυγαν αθάνατοι», έγραψε στα social media ένα από τα πιο δημοφιλή προφίλ. Αλήθεια είναι.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης