Σε διαπραγματεύσεις για την προμήθεια προηγμένων συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας από τη
Ρωσία βρίσκεται το
Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα του βρετανικού Telegraph.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρίσκονται τα ρωσικά
συστήματα S-400, τα οποία η Τεχεράνη επιδιώκει να αποκτήσει εδώ και χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει εξασφαλίσει την παράδοσή τους.
Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο βρετανικό μέσο ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται
«αισιόδοξη» πως ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα ανταποκριθεί τελικά στο πάγιο αίτημά της. Για τον σκοπό αυτό, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν,
Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, έστειλε την Πέμπτη στο Κρεμλίνο τον επικεφαλής ασφαλείας του, Μοχσέν Ρεζαΐ, μεταφέροντας
προσωπική επιστολή προς τον Ρώσο πρόεδρο.
Σύμφωνα με τον Ιρανό αξιωματούχο, το βασικό αίτημα της επιστολής ήταν η προμήθεια των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων.
Οι συνομιλίες έρχονται σε αντίθεση με τις δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία δεν βοηθά «καθόλου» το Ιράν.
Η συνάντηση στο Κρεμλίνο και οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα
Μετά την ολοκλήρωση των επαφών στη Μόσχα, ο Μοχσέν Ρεζαΐ επιβεβαίωσε ότι συζητήθηκαν ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και οι εξελίξεις που αναμένεται να διαμορφώσουν την κατάσταση μετά τον πόλεμο.
«Συζητήθηκαν σημαντικά περιφερειακά ζητήματα με τον κ. Πούτιν και πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές συνομιλίες σχετικά με τη μεταπολεμική περίοδο και τις ρυθμίσεις περιφερειακής ασφάλειας», δήλωσε.
Στην ατζέντα των επαφών περιλαμβανόταν επίσης η κατασκευή ενός
νέου αγωγού φυσικού αερίου που θα συνδέει τη Ρωσία με το Ιράν.
Η Τεχεράνη έχει ήδη προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε σειρά συμφωνιών με τη Μόσχα για την προμήθεια
στρατιωτικού εξοπλισμού.
Σύμφωνα με το βρετανικό δημοσίευμα, οι συμφωνίες αυτές εντάσσονται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική της ιρανικής ηγεσίας, με στόχο την επιβίωση του καθεστώτος σε περίπτωση πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διατήρηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, η Telegraph αναφέρει ότι έχει αποκτήσει πρόσβαση σε
εμπιστευτικά έγγραφα, τα οποία αποτυπώνουν τις προτάσεις που είχαν κατατεθεί στην ιρανική ηγεσία για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης στρατιωτικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ.
Ειδικότερα, οι προτάσεις περιλαμβάνουν την ενίσχυση των στρατιωτικών σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα, ώστε η Τεχεράνη να περιορίσει την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πίεσης. Οι σχετικές εισηγήσεις συντάχθηκαν από μυστική επιτροπή του ιρανικού κοινοβουλίου πριν από την έναρξη του πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, τον περασμένο Φεβρουάριο.
Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στην ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας, των πυραυλικών δυνατοτήτων και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Οι συντάκτες των εγγράφων εισηγούνταν την οικοδόμηση «στρατηγικών σχέσεων, ιδιαίτερα στρατιωτικών, με ανεξάρτητες παγκόσμιες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία», οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην Ουάσινγκτον.
Γιατί οι S-400 αποτελούν προτεραιότητα για την Τεχεράνη
Η απόκτηση των S-400 θεωρείται κρίσιμη για την ανασυγκρότηση της ιρανικής αεράμυνας. Τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα έχουν καταστρέψει σημαντικό μέρος των συστημάτων αεράμυνας της χώρας, αναδεικνύοντας την αδυναμία της να προστατεύσει τον εναέριο χώρο της, τις πυρηνικές εγκαταστάσεις και την ανώτατη ηγεσία της.
Μεταξύ των θυμάτων των επιθέσεων ήταν και ο πρώην ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Παρά το ενδιαφέρον της Τεχεράνης, η Ρωσία εμφανίζεται εδώ και χρόνια επιφυλακτική ως προς την παράδοση των συγκεκριμένων συστημάτων. Αναλυτές και περιφερειακοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η Μόσχα απέφευγε μέχρι σήμερα να ολοκληρώσει μια τέτοια συμφωνία, καθώς δεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ και άλλες χώρες της περιοχής.
Υπάρχουν, ωστόσο, και καθαρά στρατιωτικοί λόγοι που ενδέχεται να δυσκολέψουν την παράδοση των S-400.
Η ρωσική αντιαεροπορική άμυνα βρίσκεται υπό διαρκή πίεση εξαιτίας των ουκρανικών επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας με πυραύλους και drones εναντίον διυλιστηρίων, αεροπορικών βάσεων και άλλων εγκαταστάσεων. Κατά συνέπεια, η Μόσχα ενδέχεται να μην διαθέτει επαρκή αριθμό συστημάτων για να καλύψει τις ανάγκες της Τεχεράνης, ανεξάρτητα από την επιθυμία των Ιρανών να αποκτήσουν τις πλέον προηγμένες ρωσικές αντιαεροπορικές συστοιχίες.
Έγγραφα αποκαλύπτουν ρωσική παραγωγή πυραύλων για το Ιράν
Την ίδια ώρα, νέα στοιχεία που προέκυψαν από διαρροή εγγράφων της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας αποκαλύπτουν ότι η Ρωσία έχει προχωρήσει στην παραγωγή εξοπλισμού για πυραύλους που εκτοξεύονται από ελικόπτερα και προορίζονται για το Ιράν.
Σύμφωνα με τα έγγραφα που διέρρευσαν την Πέμπτη, κρατικά ρωσικά εργοστάσια κατασκευάζουν εξειδικευμένο εξοπλισμό εκτόξευσης πυραύλων στο πλαίσιο εξαγωγικής σύμβασης με την κωδική ονομασία «K-10».
Σε ένα από τα έγγραφα διευκρινίζεται ότι ο συγκεκριμένος κωδικός αντιστοιχεί στο Ιράν. Ο εξοπλισμός αφορά, μεταξύ άλλων, συστήματα εκτόξευσης για τον πύραυλο ακριβείας LMUR, γνωστό και ως Product 305.
Χρονοδιάγραμμα παραδόσεων του 2024 προβλέπει την αποστολή μονάδων ισχύος για 90 διπλούς εκτοξευτές σε ρωσικό εργοστάσιο, με τελικό αποδέκτη το Ιράν και προγραμματισμένη ημερομηνία αποστολής έως τον Δεκέμβριο του 2025.
Το ιρανικό σχέδιο για οικονομική και στρατιωτική αντοχή
Το απόρρητο υπόμνημα που εξέτασε η Telegraph περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι μπορεί να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες της για να αντέξει μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση.
«Η αντίσταση του ιρανικού λαού στις εξωτερικές πιέσεις κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες έχει δείξει ότι μια στρατηγική "κατάρρευσης εκ των έσω" δεν μπορεί εύκολα να πετύχει», αναφέρεται στο έγγραφο.
Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι «νέες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, που αρνούνται να ακολουθήσουν την αμερικανική ατζέντα, έχουν προσφέρει στο Ιράν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στη διεθνή σκηνή».
Το υπόμνημα περιγράφει συγκεκριμένα μέτρα που, σύμφωνα με τους συντάκτες του, απαιτούνται για μια «έξυπνη» απάντηση στην αμερικανική στρατηγική. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ενίσχυση της λεγόμενης «οικονομίας της αντίστασης», η μείωση της εξάρτησης από τα έσοδα του πετρελαίου, η εμβάθυνση των στρατηγικών και στρατιωτικών σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα και η αναβάθμιση των συστημάτων αεράμυνας, πυραύλων και drones.
Παράλληλα, προτείνεται η αξιοποίηση της δημόσιας και επικοινωνιακής διπλωματίας για την ανάδειξη, όπως αναφέρεται, «των αντιφάσεων στη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών και του σιωνιστικού καθεστώτος». Ένας ακόμη στόχος είναι να αλλάξει η αντίληψη που επικρατεί στη Δύση ότι το Ιράν βρίσκεται σε αδύναμη θέση.
Σε περιφερειακό επίπεδο, αναφέρει, το Ιράν «θα πρέπει επίσης να επεκτείνει τις σχέσεις του με τους γείτονές του για να αποτρέψει τη δημιουργία ενός ενωμένου αντιιρανικού μετώπου» και να «διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο» σε οργανισμούς όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης.
Τα Στενά του Ορμούζ και η σημασία της Μέσης Ανατολής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του εγγράφου για τη στρατηγική σημασία της Μέσης Ανατολής και την επίδραση που μπορεί να ασκήσει το Ιράν στις διεθνείς ενεργειακές και εμπορικές ροές. Σύμφωνα με το υπόμνημα, η περιοχή συγκεντρώνει περίπου το 60% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το 40% των αποθεμάτων φυσικού αερίου.
Επιπλέον, περιλαμβάνει τρία από τα σημαντικότερα στρατηγικά περάσματα του κόσμου: τα Στενά του Ορμούζ, τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Από τα συγκεκριμένα περάσματα διέρχεται, σύμφωνα με το έγγραφο, περίπου το ένα τρίτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και της μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. «Η Ουάσινγκτον θεωρεί σήμερα ότι τουλάχιστον δύο από αυτά απειλούνται», αναφέρει το υπόμνημα, επισημαίνοντας ότι «η Δυτική Ασία δεν έχει σε καμία περίπτωση χάσει τη σημασία της για τη Δύση».
Οι συντάκτες του προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε μεταβολή στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια, την παγκόσμια οικονομία και τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Η συγκεκριμένη συλλογιστική, σύμφωνα με την Telegraph, βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ στα τέλη Φεβρουαρίου.
«Η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι, τελικά, η επιλογή για την αντιμετώπιση του πυρηνικού ζητήματος του Ιράν είναι η διπλωματία», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιγράφεται η αμερικανική στρατηγική ως συνδυασμός διπλωματικών ενεργειών στον τομέα της άμυνας με περιφερειακούς εταίρους και συμμάχους.
Κατά την ανάλυση των Ιρανών αξιωματούχων, βασικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή, την εξομάλυνση των σχέσεών του με άλλες χώρες και την επέκταση της συνεργασίας σε τομείς όπως οι υποδομές, τα λιμάνια, οι οδικές μεταφορές, το νερό, η γεωργία και η τεχνολογία.
Όσον αφορά τις κυρώσεις, το σημείωμα χαρακτηρίζει τις επιπτώσεις τους «ταυτόχρονα επιζήμιες και εποικοδομητικές».
«Επιβράδυναν την ανάπτυξη των αμυντικών τεχνολογιών της χώρας» και κατέστησαν σχεδόν αδύνατη την αγορά «μαχητικών αεροσκαφών και απαραίτητων ανταλλακτικών», αναφέρεται, «ωστόσο, αυτό δημιούργησε και ευκαιρίες», ωθώντας το Ιράν προς συστήματα εγχώριας κατασκευής «όπως η πλατφόρμα αεροπορικής άμυνας Bavar-373» και μη επανδρωμένα αεροσκάφη «όπως τα Shahed-136 και Ababil».