Μέση Ανατολή: Οι κίνδυνοι ενός... forever war, το λάθος που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη ανάφλεξη και ο αγώνας επιβίωσης των Ιρανών μουλάδων
Η σύγκρουση «χαμηλών θερμίδων» που επιδιώκει ο Τραμπ - Το καθεστώς της Τεχεράνης προσπαθεί να επιβιώσει και εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η στρατιωτική ισχύς αποτελεί το έσχατο μέσο της εξωτερικής πολιτικής -τουλάχιστον όταν μιλάμε για διαχρονική πολιτική και θέσεις της Δύσης από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και εντεύθεν. Στην περίπτωση της αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, η απειλή χρήσης της μοιάζει να έχει μετατραπεί από ακραία επιλογή σε σχεδόν καθημερινό εργαλείο πίεσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για πλήγματα, καταστροφή υποδομών και ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση με την ίδια ευκολία που αναφέρεται σε εμπορικές συμφωνίες ή εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ακριβώς σε αυτή την εξοικείωση με την απειλή του πολέμου βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Η στρατιωτική δύναμη δεν χρησιμοποιείται πλέον ως το τελευταίο στάδιο μιας αποτυχημένης διπλωματικής διαδικασίας, αλλά ως ένα μόνιμο σκηνικό πίσω από τις διαπραγματεύσεις. Ενας εκκωφαντικός θόρυβος, ο οποίος υποτίθεται ότι θα υποχρεώσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι, χωρίς όμως να είναι σαφές τι ακριβώς ζητά η Ουάσινγκτον, πού θέλει να καταλήξει και πόσο μακριά είναι πραγματικά διατεθειμένη να φτάσει.
Κανονικοποίηση της βίας
Η συγκέντρωση και η ανάπτυξη της μεγαλύτερης στρατιωτικής μηχανής στην Ιστορία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή επικοινωνιακή άσκηση. Κάθε αποστολή, κάθε αεροπορικό πλήγμα και κάθε επίθεση σε στρατιωτικές ή πολιτικές εγκαταστάσεις συνοδεύεται από ανθρώπινες απώλειες, κινδύνους αντιποίνων και τη διαρκή πιθανότητα ενός λάθους που θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Η πραγματική μετατόπιση που προκαλεί η πολιτική Τραμπ δεν αφορά μόνο την έκταση της βίας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάζεται. Οι απειλές για «συντριπτικά» ή «καταστροφικά» πλήγματα εκτοξεύονται συχνά ως παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις. Η πιθανότητα να καταστραφούν γέφυρες, σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής ή άλλες κρίσιμες υποδομές αντιμετωπίζεται σχεδόν ως τεχνική λεπτομέρεια μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης. Υπάρχει, ωστόσο, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην προσβολή ενός στρατιωτικού στόχου και στην πρόκληση γενικευμένης ζημιάς σε υποδομές από τις οποίες εξαρτάται η καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Οταν τέτοιες εγκαταστάσεις δεν έχουν σαφή στρατιωτική χρήση ή όταν η ζημιά στον άμαχο πληθυσμό είναι δυσανάλογη, τίθενται σοβαρά ζητήματα διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Mήνυμα διαδηλωτών στην Τεχεράνη «Hey Trump we will kill you»
Η Δύση καταγγέλλει δικαίως τις ρωσικές επιθέσεις κατά ενεργειακών και πολιτικών υποδομών στην Ουκρανία. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρεί τις ίδιες μεθόδους αποδεκτές όταν εφαρμόζονται από τις ΗΠΑ εναντίον ενός αντιπάλου τους. Η ισχύς των κανόνων εξαρτάται ακριβώς από το εάν ισχύουν για όλους - και κυρίως για εκείνους που διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική υπεροχή.
Τα όρια της αξιοπιστίας
Για δεκαετίες, η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν βασιζόταν μόνο στα αεροπλανοφόρα, στα μαχητικά και στους πυραύλους. Βασιζόταν επίσης στην αντίληψη ότι η Ουάσινγκτον θα χρησιμοποιούσε αυτή τη δύναμη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με σαφές πολιτικό σκεπτικό, με κάποια δημόσια αιτιολόγηση, αλλά και μία έστω «τυπική» έγκριση από το Σώμα του Κογκρέσου.
Οι ΗΠΑ πολέμησαν συχνά και σε πολλές περιπτώσεις καταστροφικά. Παρ’ όλα αυτά, κάθε αμερικανική κυβέρνηση αισθανόταν την ανάγκη να εξηγήσει γιατί προσέφευγε στη βία, ποιον στόχο επιδίωκε και ποιο αποτέλεσμα θεωρούσε επιτυχία. Η πολιτική Τραμπ απομακρύνεται από αυτή τη λογική. Η απειλή μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και η κλιμάκωση σε υποκατάστατο στρατηγικής. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας. Η στρατιωτική ισχύς είναι αποτελεσματική ως μέσο αποτροπής μόνο όταν ο αντίπαλος πιστεύει ότι μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιηθεί μέχρι το σημείο που απαιτείται για την επίτευξη του πολιτικού στόχου. Οταν οι απειλές επαναλαμβάνονται αλλά δεν υλοποιούνται ή υλοποιούνται αποσπασματικά, αρχίζουν να χάνουν τη βαρύτητά τους.
Το Ιράν μπορεί να έχει υποστεί τεράστιες απώλειες, εκτεταμένες καταστροφές και διαδοχικές απώλειες κομβικών στελεχών. Αν όμως το καθεστώς εξακολουθεί να λειτουργεί, να ανασυγκροτεί τις δομές του και να διατηρεί τον βασικό του μηχανισμό εξουσίας, τότε η αμερικανική επίδειξη ισχύος δεν έχει πετύχει τον αποφασιστικό της στόχο. Εχει προκαλέσει πόνο και φθορά, χωρίς να παράγει αναγκαστικά πολιτική «υποταγή».
Σύγκρουση χωρίς σκοπό
Το μεγαλύτερο έλλειμμα της αμερικανικής πολιτικής είναι η απουσία ενός σαφούς τελικού στόχου. Θέλει η Ουάσινγκτον να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα; Να περιορίσει τη βαλλιστική του ικανότητα; Να ανατρέψει το καθεστώς; Να καταλάβει στρατηγικά νησιά; Να προστατεύσει το Ισραήλ; Ή απλώς να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να υπογράψει μια νέα συμφωνία; Αυτοί οι στόχοι δεν είναι ταυτόσημοι. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις απαιτούν διαφορετικά μέσα και οδηγούν σε εντελώς διαφορετικές εκβάσεις.
Η αποτροπή ενός πυρηνικού προγράμματος μπορεί να προϋποθέτει διαπραγμάτευση, επιθεωρήσεις και μηχανισμούς επαλήθευσης. Η αλλαγή καθεστώτος απαιτεί στρατηγική για την επόμενη μέρα. Η κατάληψη εδάφους ή νησιών θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση και παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή. Ο Τραμπ εμφανίζεται να επιδιώκει όλα τα παραπάνω και ταυτόχρονα κανένα. Θέλει να δείχνει ότι είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει συντριπτική βία, χωρίς να αναλαμβάνει το πολιτικό και οικονομικό κόστος ενός ολοκληρωτικού πολέμου. Θέλει, με άλλα λόγια, μια σύγκρουση «χαμηλών θερμίδων», έναν πόλεμο που θα καταναλώνεται γρήγορα, χωρίς απώλειες, χωρίς κατοχή, χωρίς μακροχρόνιες δεσμεύσεις και χωρίς σοβαρές συνέπειες στο εσωτερικό.
Αλλά «πόλεμος χωρίς θερμίδες» δεν υπάρχει. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση δημιουργεί δική της δυναμική. Τα πλήγματα γεννούν αντίποινα, τα αντίποινα απαιτούν απαντήσεις και οι απαντήσεις μετατρέπουν μια περιορισμένη επιχείρηση σε ανοιχτή σύγκρουση, που όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιαδήποτε πλευρά να υποχωρήσει χωρίς να εμφανιστεί ηττημένη.
«Forever War»
Ο όρος «Forever War» συνδέθηκε κυρίως με το Αφγανιστάν και την αδυναμία των ΗΠΑ να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή τους σε βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα. Η Ουάσινγκτον μπορούσε να κερδίσει σχεδόν κάθε μάχη, αλλά δεν κατάφερε να διαμορφώσει μια κατάσταση που θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς τη διαρκή παρουσία της. Στην περίπτωση του Ιράν, ο κίνδυνος είναι μια ελαφρύτερη αλλά εξίσου επίμονη μορφή ατέρμονου πολέμου: επαναλαμβανόμενα πλήγματα, περιοδικές εκεχειρίες, νέες κυρώσεις, διαπραγματεύσεις χωρίς τέλος και διαρκείς απειλές κλιμάκωσης.
Ενας τέτοιος πόλεμος δεν απαιτεί απαραίτητα εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες στο έδαφος. Μπορεί να διεξάγεται από απόσταση, με αεροπορικές επιδρομές, πυραύλους, drones, κυβερνοεπιθέσεις και επιχειρήσεις κατά προσώπων του ιρανικού μηχανισμού. Παραμένει όμως πόλεμος, με κόστος, απώλειες, κατανάλωση πυρομαχικών και αυξανόμενη πιθανότητα μιας ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης. Η ειρωνεία είναι ότι ο Τραμπ οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής του ταυτότητας στην υπόσχεση ότι θα τερμάτιζε τους πολέμους των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τώρα κινδυνεύει να εισέλθει στις ενδιάμεσες εκλογές έχοντας δημιουργήσει τη δική του σύγκρουση χωρίς σαφή έξοδο.
Το πετρέλαιο
Υπάρχουν δύο βασικά όρια στην αμερικανική κλιμάκωση. Το πρώτο είναι η οικονομία, και ειδικότερα η τιμή του πετρελαίου. Κάθε απειλή κατά του Ιράν ή των θαλάσσιων οδών γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές. Η άνοδος των τιμών δεν αποτελεί μια αφηρημένη γεωπολιτική συνέπεια. Μεταφέρεται στο κόστος των μεταφορών, στις τιμές των προϊόντων, στον πληθωρισμό και τελικά στην καθημερινότητα του Αμερικανού ψηφοφόρου. Η στρατιωτική δράση μπορεί να είναι δημοφιλής όταν εμφανίζεται ως γρήγορη και επιτυχημένη. Γίνεται όμως πολιτικά τοξική όταν αρχίζει να ακριβαίνει η βενζίνη.
Το δεύτερο όριο είναι η ίδια η δημοτικότητα του Τραμπ. Ενας πρόεδρος δεύτερης θητείας μπορεί να μην ανησυχεί για την προσωπική του επανεκλογή, ενδιαφέρεται όμως για τις ενδιάμεσες εκλογές, για τον έλεγχο του Κογκρέσου και για τη δυνατότητά του να παραδώσει την πολιτική του κληρονομιά σε έναν διάδοχο. Μια παρατεταμένη σύγκρουση με ασαφές αποτέλεσμα, αυξανόμενες απώλειες και οικονομικές συνέπειες θα μπορούσε να μετατραπεί σε σοβαρό πολιτικό βάρος. Αυτό το γνωρίζει η Τεχεράνη. Η αντοχή της δεν στηρίζεται μόνο στη στρατιωτική της δυνατότητα, αλλά στην εκτίμηση ότι ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της.
Η νίκη της επιβίωσης
Το ιρανικό καθεστώς δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκεί να επιβιώσει. Αρκεί να διατηρήσει τον βασικό κρατικό μηχανισμό, να αποτρέψει την κατάρρευση και να δείξει ότι η αμερικανική πίεση δεν μπορεί να του επιβάλει ολοκληρωτικά τους όρους της. Εάν μάλιστα θέλουμε να είμαστε και «τίμιοι», το Ιράν τα έχει καταφέρει περίφημα ειδικά σε αυτό. Σε αυτό το επίπεδο, η επιβίωση αποτελεί ήδη μια μορφή νίκης. Ενα καθεστώς που αντιμετώπιζε εσωτερικές πιέσεις μπορεί να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει την εξωτερική απειλή για να ενισχύσει τη συνοχή του, να δικαιολογήσει μεγαλύτερη καταστολή και να παρουσιάσει κάθε διαφωνία ως υπονόμευση της εθνικής άμυνας.
Παράλληλα, η αντοχή του Ιράν στέλνει μήνυμα και σε άλλες δυνάμεις. Η Μόσχα και το Πεκίνο παρακολουθούν όχι μόνο τις στρατιωτικές δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και τα όρια της πολιτικής τους θέλησης. Παρακολουθούν πόσο γρήγορα εξαντλούνται τα αποθέματα πυρομαχικών, πόσο επηρεάζονται οι αγορές και πόσο εύκολα η αμερικανική κοινή γνώμη κουράζεται από μια μακρινή σύγκρουση.
Η παγίδα της αδιαφορίας
Ο τρόπος με τον οποίο ξεκινά ένας πόλεμος επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται. Οταν η έναρξη μιας σύγκρουσης γίνεται χωρίς σαφή σχεδιασμό, χωρίς δημόσια αιτιολόγηση και χωρίς απάντηση για την επόμενη μέρα, η ίδια προχειρότητα ακολουθεί κάθε επόμενο στάδιο. Η απειλή βίας μπορεί να οδηγήσει έναν αντίπαλο σε διαπραγματεύσεις. Δεν αρκεί όμως για να επιλύσει τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης. Αν ο στόχος της αμερικανικής εκστρατείας είναι τελικά η επιστροφή περίπου στο καθεστώς που ίσχυε λίγους μήνες νωρίτερα, τότε το ερώτημα είναι τι ακριβώς επιτεύχθηκε από τις χιλιάδες επιθέσεις και τις ανθρώπινες απώλειες; Η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου μπορεί να καταστρέψει στόχους σε ολόκληρο το Ιράν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να το υποχρεώσει να αποδεχθεί οποιοδήποτε πολιτικό αποτέλεσμα. Η ισχύς καταστρέφει ευκολότερα απ’ όσο οικοδομεί και τιμωρεί ευκολότερα απ’ όσο πείθει.
Εάν οι πόλεμοι αρχίζουν με ευκολία, σχεδόν σαν ο εμπνευστής τους να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις συνέπειες, ο αντίπαλος θα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα: ότι και η δέσμευση για τη νίκη είναι περιορισμένη. Και τότε η στρατηγική του γίνεται απλή: να αντέξει περισσότερο από τη θέληση εκείνου που ξεκίνησε τη σύγκρουση.
Από τους ασπροπίνακες, στα μαθητικά lockers και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των αιθουσών διδασκαλίας: Tο πρόσωπο της εκπαίδευσης αλλάζει και μία ελληνική εταιρεία πρωτοπορεί.
Η SEAJETS ανακοινώνει την έναρξη των καλοκαιρινών δρομολογίων προσφέροντας υψηλό επίπεδο άνεσης και σύγχρονη αισθητική και ειδικά διαμορφωμένες υποδομές για άτομα με Ειδικές Ανάγκες
Είτε είστε φανατικοί του camping είτε σκέφτεστε να το δοκιμάσετε για πρώτη φορά, το Simos Camping προσφέρει τις ιδανικές συνθήκες για να ανακαλύψετε έναν διαφορετικό τρόπο διακοπών. Με σύγχρονες εγκαταστάσεις, υψηλό επίπεδο οργάνωσης και όλες τις απαραίτητες παροχές.