Η
συμφωνία-πλαίσιο (μνημόνιο κατανόησης για την ακρίβεια) ανάμεσα στις
Ηνωμένες Πολιτείες και το
Ιράν μπορεί να ανοίγει τον δρόμο για το τέλος των πολεμικών συγκρούσεων στον
Περσικό Κόλπο, αυτό όμως δεν σημαίνει επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα.
Ο
πόλεμος που ξεκίνησε με τους Αμερικανοϊσραηλινούς
βομβαρδισμούς κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου δεν προκάλεσε απλώς μια προσωρινή διαταραχή στις αγορές. Έβαλε σε κίνηση βαθύτερες μετατοπίσεις. Στην ενέργεια, στο εμπόριο, στις γεωπολιτικές ισορροπίες, στη σχέση των συμμάχων με την Ουάσιγκτον, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο οι οικονομίες σχεδιάζουν την επόμενη δεκαετία. Με βάση τα δεδομένα θα πρέπει ο κόσμος να αποδεχθεί πως ακόμη κι αν η σύγκρουση τελειώσει, δεν θα επιστρέψουμε εκεί που βρισκόμασταν πριν την επιχείρηση αμερικανών και ισραηλινών ενάντια στο Ιράν.
Η ενέργεια ξαναγράφει τους κανόνες της
Το πρώτο και ισχυρότερο σοκ αφορά την ενέργεια. Η σχεδόν ολοκληρωτική παράλυση στις παραδόσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την εκτίναξη των τιμών, άλλαξε απότομα τη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια. Για τις χώρες της Ασίας και της Ευρώπης που εξαρτώνται από εισαγωγές, η κρίση λειτούργησε ως υπενθύμιση του πόσο ευάλωτες είναι στον συγκεκριμένο παράγοντα. Η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και άλλες μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες είδαν ξανά ότι η ενεργειακή τους σταθερότητα μπορεί να κριθεί από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα, από μια πυραυλική επίθεση ή από μια απόφαση της Τεχεράνης.
Βραχυπρόθεσμα, αυτό οδήγησε ακόμη και σε βήματα προς τα πίσω. Σε κάποιες χώρες αυξήθηκε η χρήση άνθρακα, ενός πιο ρυπογόνου καυσίμου, απλώς και μόνο για να διασφαλιστεί η επάρκεια. Μακροπρόθεσμα όμως η κατεύθυνση είναι διαφορετική. Το νέο σοκ, δεύτερο μέσα σε τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αναμένεται να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών: ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια, αποθήκευση, ηλεκτροκίνηση.
Η διαφορά με το 2022 είναι ότι αυτή τη φορά η τεχνολογία είναι πιο ώριμη. Οι μπαταρίες είναι καλύτερες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα φθηνότερα, τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά πιο ανταγωνιστικά. Η μετάβαση που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε ακριβή ή αργή, τώρα εμφανίζεται ως οικονομική αναγκαιότητα. Όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή.
Η ρωγμή στον ΟΠΕΚ και η νέα μάχη των παραγωγών
Ο πόλεμος δεν άλλαξε μόνο τους καταναλωτές. Άλλαξε και τους παραγωγούς. Η ένταση ανάμεσα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία βάθυνε, οδηγώντας τα Εμιράτα στην έξοδο από τον ΟΠΕΚ. Η πλήρης επίπτωση αυτής της κίνησης θα φανεί όταν η παραγωγή στην περιοχή επιστρέψει σε υψηλότερους ρυθμούς. Όμως το μήνυμα είναι ήδη σαφές: ο οργανισμός που επί δεκαετίες επιχειρούσε να ελέγξει την προσφορά πετρελαίου εμφανίζεται πιο αδύναμο. Ένας ασθενέστερος ΟΠΕΚ σημαίνει πιο ασταθείς αγορές. Λιγότερη πειθαρχία στην παραγωγή, περισσότερος ανταγωνισμός μεταξύ παραγωγών, μεγαλύτερη δυσκολία πρόβλεψης τιμών.
Την ίδια ώρα, η Σαουδική Αραβία κινείται πιο κοντά στη Ρωσία. Η παρουσία της ως «τιμώμενης χώρας» στο οικονομικό φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης δεν ήταν απλώς συμβολική. Έδειξε ότι το Ριάντ διαβάζει τη νέα συγκυρία όχι μόνο μέσα από την Ουάσιγκτον, αλλά και μέσα από τη Μόσχα. Η Ρωσία, δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, βγαίνει ενισχυμένη στο συγκεκριμένο τομέα σε μία περίοδο που το έχει μεγάλη ανάγκη.
Η προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων από την κυβέρνηση Τραμπ επέτρεψε στη Μόσχα να αυξήσει τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία της πιέζεται ασφυκτικά από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, χώρες όπως η Βραζιλία, η Βενεζουέλα, η Κολομβία, η Αργεντινή και η Γουιάνα βλέπουν ευκαιρία. Η παγκόσμια αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών τους δίνει χώρο να αυξήσουν την παραγωγική τους ισχύ και το πολιτικό τους βάρος.
Η Κίνα ως ο μεγάλος κερδισμένος
Αν υπάρχει ένας καθαρός νικητής στη νέα ενεργειακή εξίσωση, αυτός είναι η Κίνα. Η παγκόσμια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών δικτύων, η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές και η ανάγκη για αποθήκευση και διαχείριση ηλεκτρικών ροών οδηγούν σχεδόν αναπόφευκτα προς το Πεκίνο. Η Κίνα προηγείται συντριπτικά στην παραγωγή ανεμογεννητριών, φωτοβολταϊκών, μπαταριών, μετασχηματιστών, καλωδίων υψηλής τάσης και λογισμικού ενεργειακής διαχείρισης. Αυτό της δίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμπορικό πλεονέκτημα. Της δίνει στρατηγική επιρροή.
Όσο περισσότερες χώρες προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο του Κόλπου, τόσο περισσότερο κινδυνεύουν να αυξήσουν την εξάρτησή τους από την κινεζική βιομηχανική αλυσίδα της πράσινης ενέργειας. Η ενεργειακή ασφάλεια του χθες ήταν δεμένη με δεξαμενόπλοια και πετρελαιοπηγές. Η ενεργειακή ασφάλεια του αύριο μπορεί να είναι δεμένη με μπαταρίες, πάνελ και σπάνιες γαίες. Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ ενισχύει αυτή την τάση. Η επιθετική προσπάθεια ανακοπής έργων ανανεώσιμων πηγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και με πληρωμές προς εταιρείες για ακύρωση αιολικών πάρκων, αφήνει χώρο στην Κίνα να κυριαρχήσει σε έναν τομέα που θα καθορίσει τη βιομηχανική ισχύ των επόμενων δεκαετιών.
Με απλά λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες ρισκάρουν να αποσυρθούν από μια παγκόσμια τεχνολογική μάχη τη στιγμή που ο βασικός τους αντίπαλος έχει ήδη πάρει προβάδισμα.
Τα στενά του Ορμούζ δεν θα είναι ποτέ ξανά τα ίδια
Τα στενά του Ορμούζ ήταν για δεκαετίες κάτι περισσότερο από θαλάσσιο πέρασμα. Ήταν η αρτηρία της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας. Η κρίση με το Ιράν έδειξε ότι αυτή η αρτηρία μπορεί να πιεστεί, να ελεγχθεί, να μετατραπεί σε μοχλό πίεσης ή και εκβιασμού. Ακόμη και αν η ναυσιπλοΐα επανέλθει σταδιακά, η αίσθηση βεβαιότητας έχει χαθεί. Το Ιράν έχει δείξει ότι μπορεί να διακόψει ή να περιορίσει την κίνηση όποτε το κρίνει αναγκαίο. Έχει επίσης πιέσει για επιβολή τελών στα πλοία που περνούν από το στενό, μια κίνηση που θα μπορούσε να συγκρουστεί με διεθνείς κανόνες, αλλά αποτυπώνει την πρόθεση της Τεχεράνης να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε οικονομικό και πολιτικό εργαλείο.
Το κόστος αυτής της αβεβαιότητας είναι σημαντικό και καθόλου αμελητέο κι αυτό θα φανεί βραχυπρόθεσμα. Ασφάλιστρα, ναύλα, καθυστερήσεις, αποθέματα ασφαλείας, αλλαγές δρομολογίων - όλα ανεβαίνουν. Και τελικά όλα περνούν στις τιμές. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να κλείσει πλήρως το Ορμούζ για να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία. Αρκεί να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να το κάνει.
Το πλήγμα στην εμπιστοσύνη προς τον Κόλπο
Η κρίση χτύπησε και την εικόνα του Κόλπου ως ζώνης σταθερότητας, πλούτου και ασφαλών επενδύσεων. Τα πλήγματα σε Κουβέιτ, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Εμιράτα και άλλες χώρες έδειξαν ότι η ευημερία της περιοχής έχει πιο εύθραυστη βάση απ’ όσο παρουσιαζόταν. Η ζημιά στις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου του Κατάρ, που επηρέασε σημαντικό μέρος της εξαγωγικής του ικανότητας σε LNG, ήταν σημαντική και είναι κυρίως πέρα από οικονομικό, πλήγμα αξιοπιστίας.
Για τη Σαουδική Αραβία, ο βομβαρδισμός πετροχημικού συγκροτήματος επαναφέρει τον φόβο ότι οι κρίσιμες υποδομές της παραμένουν εκτεθειμένες. Για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι επιθέσεις σε ξενοδοχεία, data complexes και πυρηνική εγκατάσταση χτυπούν απευθείας την εικόνα που έχτισαν επί χρόνια: ασφαλής κόμβος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, εμπορίου, τουρισμού και τεχνολογίας. Το Ντουμπάι και το Άμπου Ντάμπι δεν πουλούν μόνο υποδομές. Πουλούν σταθερότητα. Αν αυτή αμφισβητηθεί, επενδυτές και επισκέπτες θα ζητήσουν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου. Κάποιοι θα κοιτάξουν αλλού.
Η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας που κλυδωνίζεται επικίνδυνα
Το βαρύτερο κόστος αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για δεκαετίες, η αμερικανική ισχύς στον Περσικό Κόλπο στηριζόταν σε μια απλή υπόσχεση: οι ΗΠΑ μπορούν να εγγυηθούν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των εμπορικών ροών. Η κρίση έδειξε τα όρια αυτής της υπόσχεσης. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προκαλέσει σύγκρουση με το Ιράν, σε συνδυασμό με την αστάθεια στη χάραξη πολιτικής, υπονόμευσε περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην Ουάσιγκτον. Σύμμαχοι στην Ευρώπη βλέπουν έναν εταίρο που μπορεί να πυροδοτήσει κρίσεις, αλλά όχι πάντα να ελέγξει την εξέλιξή τους.
Περιφερειακές δυνάμεις βλέπουν ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς παραμένει τεράστια, αλλά όχι παντοδύναμη. Το Ιράν, παρά τα πλήγματα, συνέχισε να αντιστέκεται και να διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα. Αυτό δημιουργεί ένα νέο προηγούμενο. Όχι επειδή η Τεχεράνη έγινε ισχυρότερη από την Ουάσιγκτον. Αλλά επειδή απέδειξε ότι μπορεί να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής κυριαρχίας σε ένα κρίσιμο σημείο του πλανήτη. Η εικόνα αυτή έχει συνέπειες. Η Κίνα θα την αξιοποιήσει. Η Ρωσία επίσης. Οι χώρες του Κόλπου θα γίνουν πιο πολυκεντρικές στις σχέσεις τους. Και οι Ευρωπαίοι θα αναγκαστούν να ξανασκεφτούν τι σημαίνει ασφάλεια όταν η αμερικανική ομπρέλα δεν θεωρείται πια αυτονόητη.
Πιο αργή ανάπτυξη, ακριβότερο χρήμα
Το δεύτερο μεγάλο κύμα επιπτώσεων περνά από την ενέργεια στον πληθωρισμό και από εκεί στα επιτόκια. Στις αρχές του έτους, η παγκόσμια οικονομία έδειχνε να σταθεροποιείται. Ο πληθωρισμός αποκλιμακωνόταν, η ανάπτυξη κρατούσε, το εμπόριο είχε δεχθεί πλήγματα αλλά δεν είχε καταρρεύσει. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή άλλαξε την εικόνα. Η Παγκόσμια Τράπεζα αναθεώρησε χαμηλότερα τις προβλέψεις της, βλέποντας την παγκόσμια ανάπτυξη να πέφτει στο 2,5% φέτος από 2,9% το 2025. Ο πληθωρισμός επιστρέφει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέβηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα, φτάνοντας σε ετήσιο ρυθμό 4,2% τον Μάιο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια στο 2,25%, αναγνωρίζοντας ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές στα καύσιμα.
Είναι η αλυσιδωτή επίπτωση. Μεταφορές, τρόφιμα, βιομηχανική παραγωγή, ασφάλειες, δανεισμός, δημόσιο χρέος. Όταν η ενέργεια γίνεται ακριβότερη και πιο αβέβαιη, η οικονομία ολόκληρη λειτουργεί με υψηλότερο κόστος. Τα υψηλότερα επιτόκια πιέζουν ήδη υπερχρεωμένα κράτη. Πλούσιες και φτωχές χώρες έχουν συσσωρεύσει τεράστιο δημόσιο χρέος. Ένα αυξανόμενο μέρος των εσόδων τους πηγαίνει πλέον στην εξυπηρέτηση τόκων. Αν ταυτόχρονα πρέπει να στηρίξουν νοικοκυριά απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια και να αυξήσουν στρατιωτικές δαπάνες, τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν. Οι ασιατικές οικονομίες, που χτυπήθηκαν περισσότερο από την ενεργειακή κρίση, στρέφονται ήδη σε έκτακτη χρηματοδότηση. Η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης δέχεται αυξημένα αιτήματα δανείων, καθώς κυβερνήσεις προσπαθούν να προστατεύσουν οικονομίες και προϋπολογισμούς από τις συνέπειες του πολέμου.
Η επόμενη ημέρα θα είναι πιο νευρική
Η μεγαλύτερη ζημιά του πολέμου ίσως δεν αποτυπώνεται σε έναν δείκτη. Αποτυπώνεται στην αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις θα σχεδιάζουν με μεγαλύτερη προσοχή. Οι κυβερνήσεις θα κρατούν περισσότερα αποθέματα. Οι επενδυτές θα ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν ρίσκο. Οι καταναλωτές θα πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερες μεταφορές και ακριβότερο χρήμα. Η παγκόσμια οικονομία δεν καταρρέει. Αλλά γίνεται πιο δύσκαμπτη, πιο φοβική, πιο ακριβή.
Η περίοδος της φθηνής ενέργειας, των ασφαλών θαλάσσιων διαδρομών και της σχεδόν αυτόματης εμπιστοσύνης στην αμερικανική ασφάλεια έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Ακόμη και αν η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν κρατήσει, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Η Κίνα ενισχύεται στην πράσινη βιομηχανία. Η Ρωσία βρίσκει νέες ανάσες.
Ο Κόλπος χάνει μέρος της αύρας απρόσβλητης σταθερότητας. Το Ορμούζ μετατρέπεται από θαλάσσια δίοδος σε μόνιμο γεωπολιτικό ρίσκο και η Ουάσιγκτον βλέπει την εικόνα της ως εγγυητή της παγκόσμιας τάξης να φθείρεται.