Η
σύγκρουση που κράτησε λιγότερο από 15 ώρες ανάμεσα στο
Ισραήλ και το
Ιράν δεν ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά αλυσίδα της περιφερειακής αντιπαράθεσης. Ήταν μια σύντομη, αλλά αποκαλυπτική δοκιμή ισχύος και κυρίως, μια υπενθύμιση των ορίων μέσα στα οποία κινείται πλέον το Ισραήλ.
Το Τελ Αβίβ διαπίστωσε ότι μπορεί να απαντήσει στρατιωτικά στη
Χεζμπολάχ, μπορεί να πλήξει στόχους στον
Λίβανο, μπορεί να δείξει αποφασιστικότητα προς το εσωτερικό του ακροατήριο. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί δεδομένο ότι θα έχει τον πλήρη έλεγχο της επόμενης φάσης. Διότι κάθε ισραηλινό πλήγμα στη Χεζμπολάχ μπορεί πια να ενεργοποιεί ιρανική απάντηση. Και κάθε ιρανική απάντηση μπορεί να φέρνει την Ουάσιγκτον στη θέση του ρυθμιστή που σταματά την κλιμάκωση πριν αυτή ξεφύγει και κυρίως να την σταματά χωρίς η ίδια να μετέχει σε πλήγματα εντός του Ιράν.
Αυτό είναι το
νέο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ. Η χώρα εξακολουθεί να έχει υπεροχή στη στρατιωτική ισχύ, στην αεροπορική ικανότητα και στην ταχύτητα αντίδρασης. Όμως η υπεροχή αυτή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ελευθερία δράσης. Αντιθέτως, όσο πιο έντονα εμπλέκεται η αμερικανική διπλωματία στις συνομιλίες με την Τεχεράνη, τόσο περισσότερο η ισραηλινή στρατιωτική επιλογή υποτάσσεται στον πολιτικό υπολογισμό της Ουάσιγκτον.
Η νέα εξίσωση και οι μεταβλητές της
Το κρίσιμο στοιχείο του 15ώρου ήταν η
σύνδεση Λιβάνου και Ιράν. Μέχρι πρόσφατα, το Ισραήλ επιχειρούσε να διατηρήσει ξεχωριστά μέτωπα: άλλο η Χεζμπολάχ στον βορρά, άλλο το Ιράν, άλλο οι
Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Η πραγματικότητα όμως κινείται πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Τεχεράνη επιχειρεί να επιβάλει μια ενιαία περιφερειακή εξίσωση και προς ώρας σε αυτό ειδικά το μέτωπο φαίνεται να τα καταφέρνει με τις
πιέσεις Τραμπ να είναι κυρίως προς την ισραηλινή πλευρά. Αν το Ισραήλ πλήξει σκληρά τη Χεζμπολάχ, το Ιράν μπορεί να απαντήσει απευθείας. Αν το Ισραήλ απαντήσει στο Ιράν, οι ΗΠΑ μπορεί να παρέμβουν για να σταματήσουν την κλιμάκωση. Αν η πίεση αυξηθεί, οι Χούθι μπορούν να ανοίξουν ξανά το θαλάσσιο μέτωπο στην Ερυθρά Θάλασσα.
Με απλά λόγια, η Τεχεράνη θέλει να καταστήσει κάθε τοπικό επεισόδιο τμήμα ενός ευρύτερου περιφερειακού παζλ. Η Χεζμπολάχ πιέζει τον ισραηλινό βορρά. Το Ιράν κρατά την απειλή των πυραύλων. Οι Χούθι υπενθυμίζουν την ευπάθεια των θαλάσσιων διαδρομών και η Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας συμφωνία με την Τεχεράνη, λειτουργεί ως φρένο στην ισραηλινή απάντηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ έχει χάσει την αποτρεπτική του ισχύ. Σημαίνει όμως ότι η αποτροπή του δεν είναι πλέον μονομερής. Κάθε ισραηλινή κίνηση παράγει αντίδραση σε περισσότερα από ένα πεδία. Και κάθε αντίδραση δημιουργεί πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο, ο οποίος δεν θέλει επιστροφή σε πλήρη πόλεμο με το Ιράν.
Το πρόβλημα της αμερικανικής ομπρέλας
Η εμπλοκή των ΗΠΑ υπήρξε για το Ισραήλ πλεονέκτημα και περιορισμός ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά, η αμερικανική στρατιωτική ισχύς ενισχύει την ασφάλεια του Ισραήλ και λειτουργεί ως στρατηγική ασπίδα απέναντι στο Ιράν. Από την άλλη, η ίδια αυτή εξάρτηση δίνει στην Ουάσιγκτον τον τελευταίο λόγο για το πότε αρχίζει και πότε τελειώνει ένας γύρος κλιμάκωσης. Αυτό φάνηκε καθαρά στο τελευταίο επεισόδιο. Το Ισραήλ κινήθηκε στρατιωτικά, αλλά η διάρκεια της αντιπαράθεσης δεν καθορίστηκε μόνο από τις δικές του επιλογές. Καθορίστηκε από την αμερικανική ανάγκη να μη διαλυθεί η
διπλωματική διαδικασία με το Ιράν. Ο Λευκός Οίκος δεν θέλει μια νέα μεγάλη ανάφλεξη στη
Μέση Ανατολή τη στιγμή που προσπαθεί να κλείσει ή έστω να πλαισιώσει μια συμφωνία με την Τεχεράνη.
Για το Ισραήλ, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Διότι φοβάται ότι μια
αμερικανοϊρανική συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής στο πυρηνικό σκέλος και ταυτόχρονα ευεργετική για την ιρανική οικονομία. Με άλλα λόγια, να περιορίσει προσωρινά την κρίση, αλλά να αφήσει το Ιράν με περισσότερους πόρους, μεγαλύτερο περιφερειακό βάθος και διατηρημένη ικανότητα πίεσης μέσω των συμμάχων του.
Το
ισραηλινό δίλημμα είναι σαφές: αν προσπαθήσει να τορπιλίσει τη διαδικασία με στρατιωτικά μέσα, κινδυνεύει να βρεθεί απέναντι στην Ουάσιγκτον. Αν αποδεχθεί τη διαδικασία, κινδυνεύει να δει μια συμφωνία που δεν θα καλύπτει τις βασικές του ανησυχίες. Και στις δύο περιπτώσεις, η ελευθερία κινήσεων περιορίζεται.
Η Χεζμπολάχ ως μοχλός πίεσης
Η Χεζμπολάχ παραμένει ο πιο άμεσος και επικίνδυνος μοχλός πίεσης κατά του Ισραήλ. Δεν χρειάζεται να προκαλέσει γενικευμένο πόλεμο για να δημιουργήσει στρατηγικό πρόβλημα. Αρκεί να διατηρεί ένα επίπεδο έντασης στον βορρά, να απειλεί τις ισραηλινές κοινότητες κοντά στα σύνορα και να αναγκάζει το Ισραήλ να απαντά. Το πρόβλημα είναι ότι η ισραηλινή απάντηση δεν κρίνεται πλέον μόνο στο λιβανικό πεδίο. Ένα πλήγμα σε περιοχή-σύμβολο της Χεζμπολάχ μπορεί να θεωρηθεί από το Ιράν αρκετό για απευθείας πυραυλική αντίδραση. Έτσι, η Χεζμπολάχ αποκτά πρόσθετη προστασία. Όχι επειδή το Ισραήλ δεν μπορεί να τη χτυπήσει, αλλά επειδή κάθε σκληρό χτύπημα μπορεί να ανοίξει μεγαλύτερο κύκλο αντιπαράθεσης.
Αυτή είναι η ουσία της νέας εξίσωσης. Το Ισραήλ θέλει να επαναφέρει την αποτροπή του στον Λίβανο. Το Ιράν θέλει να δείξει ότι ο Λίβανος δεν είναι απομονωμένο μέτωπο. Η Χεζμπολάχ θέλει να περιορίσει το κόστος των δικών της επιθέσεων. Και οι ΗΠΑ θέλουν να εμποδίσουν την κλιμάκωση να τινάξει στον αέρα την προοπτική συμφωνίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πεδίο όπου όλοι δοκιμάζουν τα όρια όλων. Όμως το Ισραήλ βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση, επειδή είναι εκείνο που πρέπει να προστατεύσει άμεσα τον πληθυσμό του, να διατηρήσει την αποτροπή του και ταυτόχρονα να μη σπάσει το αμερικανικό πλαίσιο.
Το πολιτικό βάρος στο εσωτερικό του Ισραήλ
Η σύντομη αναζωπύρωση έδωσε στην ισραηλινή ηγεσία την ευκαιρία να εμφανιστεί αποφασιστική. Σε ένα περιβάλλον εσωτερικής πίεσης,
δημοσκοπικής φθοράς και κόπωσης από διαδοχικούς πολέμους, η επίδειξη στρατιωτικής αποφασιστικότητας έχει πολιτική αξία.
Όμως αυτή η αξία είναι περιορισμένη όταν η στρατιωτική δράση σταματά γρήγορα υπό αμερικανική πίεση. Η εικόνα ισχύος μετατρέπεται εύκολα σε εικόνα εξάρτησης. Το μήνυμα προς το εσωτερικό γίνεται διπλό: το Ισραήλ μπορεί να χτυπήσει, αλλά δεν μπορεί πάντα να συνεχίσει. Μπορεί να ξεκινήσει έναν γύρο αντιποίνων, αλλά όχι απαραίτητα να καθορίσει την κατάληξή του.
Αυτό είναι πολιτικά επικίνδυνο. Διότι ενισχύει την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις πιέσεις: την ασφάλεια στον βορρά, την ιρανική απειλή και την αμερικανική διπλωματική προτεραιότητα. Σε αυτό το τρίγωνο, κάθε επιλογή έχει κόστος.
Το πυρηνικό φόντο
Πίσω από τη σύγκρουση βρίσκεται το μεγάλο θέμα: το
πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Για το Ισραήλ, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα σταματήσει η τρέχουσα ένταση. Είναι αν η επόμενη συμφωνία θα αποτρέψει οριστικά ή απλώς θα παγώσει προσωρινά την ιρανική πορεία προς πυρηνική ικανότητα.
Αν η συμφωνία είναι αδύναμη, το Ισραήλ θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο σενάριο: λιγότερη δυνατότητα στρατιωτικής δράσης, περισσότεροι περιορισμοί από την Ουάσιγκτον και ένα Ιράν που θα έχει κερδίσει χρόνο, πολιτικό χώρο και οικονομική ανάσα.
Αν η συμφωνία είναι ισχυρή, το Ισραήλ θα χρειαστεί να αποδεχθεί ότι η βασική ρύθμιση της ιρανικής απειλής θα περάσει μέσα από την αμερικανική διπλωματία και όχι μέσα από ισραηλινή στρατιωτική πρωτοβουλία. Και αυτό, επίσης, είναι δύσκολο για μια χώρα που έχει δομήσει την ασφάλειά της πάνω στην αρχή ότι δεν αναθέτει σε τρίτους την υπαρξιακή της άμυνα.
Το 15ωρο Ιράν - Ισραήλ δεν άλλαξε τους συσχετισμούς ισχύος. Άλλαξε όμως την εικόνα των ορίων. Έδειξε ότι η Τεχεράνη αισθάνεται αρκετά ισχυρή ώστε να απαντά απευθείας όταν θεωρεί ότι πλήττεται ο περιφερειακός της άξονας. Έδειξε ότι η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να μπορεί να πιέζει το Ισραήλ χωρίς να αναλαμβάνει μόνη της όλο το κόστος. Και έδειξε ότι η Ουάσιγκτον, όσο επιδιώκει συμφωνία με το Ιράν, θα βάζει φρένο σε κάθε κλιμάκωση που απειλεί να καταπιεί τη διπλωματία.
Για το Ισραήλ, αυτή είναι η ουσία του νέου αδιεξόδου. Δεν είναι αδύναμο. Δεν είναι αφοπλισμένο. Δεν έχει χάσει την ικανότητα να προκαλεί βαρύ κόστος στους αντιπάλους του. Αλλά δεν κινείται πια σε ένα περιβάλλον όπου η στρατιωτική ισχύς αρκεί για να επιβάλει τους κανόνες.
Το επόμενο διάστημα, το Τελ Αβίβ θα πρέπει να αποφασίσει αν θα προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα εξίσωση ή αν θα επιχειρήσει να τη σπάσει. Η πρώτη επιλογή σημαίνει αυτοσυγκράτηση και αποδοχή του αμερικανικού ρυθμού. Η δεύτερη σημαίνει υψηλό ρίσκο γενικευμένης σύγκρουσης και ανάμεσα στις δύο, βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα του Ισραήλ: πώς να διατηρήσει την αποτροπή του, όταν κάθε απάντηση μπορεί να γίνει η αρχή ενός πολέμου που άλλοι θα σταματήσουν.