Η απόφαση του
Ντόναλντ Τραμπ να διατάξει αεροπορικές επιδρομές κατά του
Ιράν θα εξαρτηθεί εν μέρει από όσα θα του μεταφέρουν οι ειδικοί απεσταλμένοι του,
Στιβ Γουίτκοφ και
Τζάρεντ Κούσνερ, σχετικά με το αν η Τεχεράνη καθυστερεί τη συμφωνία για την παραίτηση από την ικανότητά της να παράγει πυρηνικά όπλα σύμφωνα με τον
Guardian.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, προστίθεται στο δημοσίευμα, δεν έχει λάβει την τελική απόφασή του σχετικά με τυχόν επιθέσεις στο Ιράν, καθώς η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται να υποδεχθεί την τελευταία πρόταση της Τεχεράνης πριν τις διαπραγματεύσεις την Πέμπτη στη Γενεύη
Στις συνομιλίες αυτές τις ΗΠΑ θα εκπροσωπήσοει το δίδυμο Κούσνερ-Γουίτκοφ με την εκτίμηση των οποίων σχετικά με την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας να διαμορφώνει τους υπολογισμούς Τραμπ. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, ο Τραμπ έχει δηλώσει στους συμβούλους του ότι εξετάζει το ενδεχόμενο περιορισμένων επιθέσεων για να ασκήσει πίεση στο Ιράν και, εάν αυτό αποτύχει, μια πολύ μεγαλύτερη επίθεση για να επιβάλει αλλαγή καθεστώτος.
Αξιωματούχος των ΗΠΑ δήλωσε τη Δευτέρα ότι ο Γουίτκοφ ήταν μέλος της ομάδας που συμβούλευε τον Τραμπ σχετικά με την απόφασή του για το πώς να προχωρήσει με το Ιράν και είχε συμμετάσχει σε όλες τις συναντήσεις που αφορούσαν το θέμα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει λάβει πολλές ενημερώσεις σχετικά με τις στρατιωτικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της πιο πρόσφατης την Τετάρτη στην Αίθουσα Επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει επίσης ζητήσει τις απόψεις ενός ευρέος φάσματος αξιωματούχων σχετικά με το τι πρέπει να κάνει με το Ιράν.
Ανάμεσα στα στελέχη από τα οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ζητήσει τη γνώμη τους, είναι ο αντιπρόεδρος
Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών
Μάρκο Ρούμπιο, ο διευθυντής της CIA
Τζον Ράντκλιφ, ο υπουργός Άμυνας
Πιτ Χέγκσεθ, ο στρατηγός
Νταν Κέιν, η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου,
Σούζι Γουάιλς και διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών,
Τούλσι Γκάμπαρντ.
Σύμφωνα με τον
Guardian, ο Βανς παρουσίασε τις θέσεις και υπέρ και κατά των αεροπορικών βομβαρδισμών, ωστόσο φέρεται να πίεσε τον στρατηγό Κέιν σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους, κυρίως επειδή δεν είναι το ίδιο σίγουρος για την πιθανότητα επιτυχίας μιας επίθεσης κατά του Ιράν σε σύγκριση με την επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νίκολας Μαδούρο
Ο Κέιν έχει εκφράσει πιο ανοιχτά τις ανησυχίες του στο Πεντάγωνο απ' ό,τι όταν ενημέρωσε τον Τραμπ, σε μια προσπάθεια, όπως εικάζουν αξιωματούχοι, να μην φανεί ότι υποστηρίζει μια συγκεκριμένη πορεία δράσης.
Σε δήλωσή της, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου
Άννα Κέλι είπε ότι ο Κέιν είναι «ένας πολύ σεβαστός επαγγελματίας, του οποίου η δουλειά απαιτεί την παροχή αμερόληπτων πληροφοριών στον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, κάτι που κάνει τέλεια», και ότι δεν έχει εκφράσει τις προσωπικές του απόψεις.
Ωστόσο, υπάρχει αβεβαιότητα εντός της κυβέρνησης σχετικά με το αν οι αεροπορικές επιθέσεις θα είναι αρκετές για να πιέσουν το Ιράν να πει ναι σε μια συμφωνία με τις ΗΠΑ – ή ακόμη και να οδηγήσουν στην ανατροπή του Χαμενεΐ και του κύκλου των συνεργατών του.
Για το σκοπό αυτό, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν επίσης διερευνήσει πιθανές λύσεις για την αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης. Μεταξύ των ιδεών που συζητούνται είναι η άδεια στο Ιράν να διατηρήσει περιορισμένη ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου αυστηρά για ιατρική έρευνα, θεραπεία ή άλλους μη στρατιωτικούς σκοπούς.
Ο Ρούμπιο αναμένεται επίσης να ταξιδέψει στο Ισραήλ για να ενημερώσει τον πρωθυπουργό του, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, σε συναντήσεις που έχουν προγραμματιστεί για τις 28 Φεβρουαρίου σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με δύο άτομα που είναι εξοικειωμένα με το θέμα.
Την ίδια ώρα, πάντως, οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη αεροπορική δύναμη στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Το USS Gerald Ford, το πιο προηγμένο αεροπλανοφόρο του αμερικανικού ναυτικού βρίσκεται ήδη στη Σούδα και αναμένεται να φτάσει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής εντός των επόμενων ημερών.
Όπως εκτιμάται η συγκέντρωση δυνάμεων θα δώσει στον Τραμπ την επιλογή να προχωρήσει σε μια εκτεταμένη αεροπορική εκστρατεία κατά του Ιράν, αντί να πραγματοποιήσει μια περιορισμένη επίθεση όπως η επιχείρηση του καλοκαιριού του 2025, όταν βομβαρδιστικά B-2 πέταξαν από τις ΗΠΑ για να χτυπήσουν έναν μικρό αριθμό εγκαταστάσεων εμπλουτισμού ουρανίου στο Φορντόου, το Ισφαχάν και τη Νατάνζ.