Με άδοξο τρόπο, στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τις φλόγες, έχασαν τις ζωές τους οι δύο
ηλικιωμένοι στη φωτιά που ξέσπασε χθες, στην περιοχή Περιστέρια της
Σαλαμίνας.
Η περιοχή όπου βρέθηκε νεκρό το ζευγάρι, στην
οδό Ανδρομάχης, έχει αποκλειστεί με κορδέλες της ΕΛ.ΑΣ, ενώ ένα σεντόνι οριοθετεί το ακριβές σημείο όπου βρίσκονται οι σοροί. Η ειρωνεία της μοίρας είναι ότι το σπίτι τους παρέμεινε ανέπαφο από τις φλόγες, όμως οι ίδιο, καταβεβλημένοι από τον φόβο, παγιδεύτηκαν μέσα στο ρέμα.
Η κυρία Λίζα, γειτόνισσά τους, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει αυτό που συνέβη λίγα μέτρα μακριά από την πόρτα της. «Πιο λυπηρό δεν υπάρχει, να χάνονται δυο άνθρωποι. Η γυναίκα ήταν 70 ετών, μια νεότατη γυναίκα. Ο άνθρωπος ήταν 92, μπορεί και 93, ήταν άρρωστος, είχε
Αλτσχάιμερ. Τον περιποιόταν, τον φρόντιζε, ήθελε να τον σώσει και συνέβη αυτό. Δεν το πιστεύουμε, ρε παιδί μου» σημειώνει.
Όπως εξηγεί, ο πανικός ήταν πιθανότατα ο χειρότερος σύμβουλος εκείνα τα κρίσιμα λεπτά: «
Πάντοτε έλεγε ο σύζυγος ότι πρέπει να φύγουν από το ρέμα αν γίνει κάτι, αλλά το σωστό ήταν να φύγουν από τον τσιμεντένιο δρόμο. Το ρέμα κατέβασε όλη τη φωτιά, ήταν γεμάτο χορτάρια. Όλα τα σπίτια γύρω ήταν καθαρισμένα, αλλά εκεί ήταν ρέμα. Κι εκεί κάηκαν. Το σπίτι σώθηκε... Πώς μπήκανε μέσα στο ρέμα, δεν μπορώ να το πιστέψω».
Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε γύρω στις δυόμισι το μεσημέρι, αιφνιδιάζοντας τους πάντες. «Ήμασταν μες στο σπίτι να φάμε, μετά το μπάνιο των παιδιών. Μέσα σε επτά λεπτά είχε γίνει καταστροφή. Δεν προλάβαμε καν να βγάλουμε τα αυτοκίνητά μας.
Φύγαμε άρον-άρον με τα πόδια, η φωτιά ήταν δίπλα μας», περιγράφει.
Στη δίνη του πανικού, η ίδια προσπάθησε να ειδοποιήσει τις αρχές. «
Μόλις είδαμε τον καπνό, πήρα αμέσως το 112. Έδωσα τη διεύθυνση, την οδό Ανδρομάχης. Μου είπαν "κρατήστε το τηλέφωνο ανοιχτό", αλλά ήταν αδύνατον. Τους είπα "καιγόμαστε, δεν γίνεται" κι έκλεισα για να γλιτώσουμε.
Δεν το έχουμε ξαναζήσει αυτό» προσθέτει. Η νύχτα βρήκε πολλούς κατοίκους εκτοπισμένους, ενώ άλλοι ηλικιωμένοι γείτονες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με εγκαύματα. «Μια φίλη μου κοιμήθηκε μαζί μας, το σπίτι της κάηκε ολοσχερώς. Δεν έχει ούτε ρούχα να φορέσει» σημειώνει η κυρία Λίζα.
Οι παλαιότεροι έχουν ζήσει πυρκαγιές, όμως τίποτε όμοιο με τη χθεσινή φωτιά. «Είμαι εδώ από οκτώ χρονών. Πριν από σαράντα χρόνια, όταν το παιδί μου ήταν μωρό ενός έτους, κάηκαν τα πάντα, το βουνό έγινε μαύρο. Με τα χρόνια τα δέντρα ξαναγίνανε και η περιοχή ομόρφυνε πάλι. Τότε όμως, ούτε θύματα είχαμε ούτε σπίτια είχαν καεί έτσι. Είχαν γλιτώσει οι άνθρωποι. Αυτό που συνέβη τώρα είναι πολύ χειρότερο. Να χαθούν έτσι αυτοί οι άνθρωποι... ήταν το χειρότερο που μπορούσε να μας τύχει» λέει κλείνοντας η κυρία Λίζα.