Σε εφαρμογή τίθεται το νέο πλαίσιο για τις αποδοχές των Αρχιερέων της
Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά τη δημοσίευση του σχετικού Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), το οποίο τροποποιεί το ειδικό μισθολόγιο της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας και εισάγει νέο τρόπο υπολογισμού των αμοιβών τους.
Η νομοθετική ρύθμιση αναμορφώνει το άρθρο 145 του ν. 4472/2017, συνδέοντας πλέον τις αποδοχές των
Αρχιερέων με το ανώτατο όριο αποδοχών, που ισχύει στον
δημόσιο τομέα. Βασικός άξονας της μεταρρύθμισης είναι η καθιέρωση ενός ενιαίου και σαφώς προσδιορισμένου συστήματος αμοιβών, το οποίο βασίζεται σε ποσοστιαίους συντελεστές επί του ανώτατου μισθολογικού ορίου, που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015.
Πώς διαμορφώνονται οι αποδοχές
Σύμφωνα με το νέο καθεστώς, ως σημείο αναφοράς λαμβάνονται οι μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, οι οποίες σήμερα ανέρχονται σε 5.191 ευρώ μικτά.
Με βάση αυτό το ποσό:
Οι αποδοχές του
Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, καθώς και των εν ενεργεία και τιτουλάριων
Μητροπολιτών, καθορίζονται στο 90% του ανώτατου αυτού ορίου, δηλαδή σε 4.671,90 ευρώ μικτά μηνιαίως.
Οι Τιτουλάριοι και Βοηθοί Επίσκοποι θα λαμβάνουν το 70% των αποδοχών των Μητροπολιτών, γεγονός που αντιστοιχεί σε 3.270,33 ευρώ μικτά τον μήνα.
Με τη νέα ρύθμιση εγκαταλείπεται το προηγούμενο, αυτόνομο μισθολογικό καθεστώς και οι αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας συνδέονται άμεσα με το γενικό πλαίσιο, που διέπει τα ειδικά μισθολόγια του Δημοσίου.
Καταργούνται επιδόματα και πρόσθετες παροχές
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την κατάργηση κάθε πρόσθετης οικονομικής παροχής πέραν των βασικών αποδοχών.
Η νέα διατύπωση του νόμου προβλέπει ρητά ότι «πέρα από τις ανωτέρω αποδοχές δεν καταβάλλεται καμία άλλη παροχή», καταργώντας το προηγούμενο καθεστώς, στο οποίο μπορούσαν να προβλέπονται επιπλέον αποζημιώσεις ή επιδόματα.
Μεταξύ των παροχών που παύουν να καταβάλλονται περιλαμβάνονται: