Να βάλει τέλος στις «ανακριβείς», όπως τις χαρακτηρίζει, αναφορές, που διατυπώθηκαν το τελευταίο διάστημα σχετικά με το
μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων επιχείρησε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέσω γραπτής δήλωσης του εκπροσώπου Τύπου της, Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου κ. Βαρθολομαίου.
Η παρέμβαση της Εκκλησίας έρχεται σε μια περίοδο, κατά την οποία έχει αναζωπυρωθεί η δημόσια συζήτηση για τις αποδοχές των Μητροπολιτών, με αφορμή τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Πολιτείας, που αφορούν τη μισθολογική τους κατάταξη.
Στη δήλωσή του, ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου υπογραμμίζει ότι
η μισθοδοσία των Αρχιερέων δεν συνιστά «χαριστική παροχή» του κράτους προς την Εκκλησία, αλλά αποτελεί ιστορική ανταπόδοση για την εκτεταμένη μοναστηριακή και εκκλησιαστική περιουσία, που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους έως και τα μέσα του 20ού αιώνα.
Όπως επισημαίνεται, κατά την περίοδο 1833-1952 πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές απαλλοτριώσεις και παραχωρήσεις εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας προς το Δημόσιο. Οι εκτάσεις αυτές αξιοποιήθηκαν για την κάλυψη κρίσιμων κοινωνικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας.
Ιστορικά, σημαντικά τμήματα γης διανεμήθηκαν σε ακτήμονες καλλιεργητές, πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και σε αγροτικούς πληθυσμούς, που χρειάζονταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Παράλληλα, εκκλησιαστικά ακίνητα χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη δημόσιων υποδομών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων και κοινωφελών εγκαταστάσεων.
Η Εκκλησία της Ελλάδος υποστηρίζει διαχρονικά, ότι η σημερινή μισθοδοσία του κλήρου συνδέεται άμεσα με αυτές τις ιστορικές συμφωνίες και δεσμεύσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση
Αναφερόμενος στη νέα νομοθετική πρωτοβουλία, ο Μητροπολίτης Βαρθολομαίος σημειώνει ότι δεν πρόκειται για θέσπιση νέου προνομίου, ούτε για αύξηση που κινείται εκτός των προβλέψεων του δημόσιου μισθολογίου. Αντιθέτως, όπως αναφέρει, η προωθούμενη ρύθμιση επαναφέρει τους Αρχιερείς στο γενικό πλαίσιο μισθολογικής αντιμετώπισης, που ισχύει για ανώτατους δημόσιους λειτουργούς και πρόσωπα, που ασκούν διοικητικές ευθύνες υψηλού επιπέδου.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της Εκκλησίας, η θέση ενός Μητροπολίτη δεν περιορίζεται μόνο στα θρησκευτικά του καθήκοντα, αλλά περιλαμβάνει και σημαντικές διοικητικές αρμοδιότητες. Οι Μητροπόλεις λειτουργούν ως οργανισμοί με προσωπικό, κοινωνικές δομές, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εκκλησιαστικά ιδρύματα και περιουσιακά στοιχεία που απαιτούν καθημερινή διοίκηση και διαχείριση.
Απάντηση στις επικρίσεις
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δημόσιες συζητήσεις, που ακολούθησαν τις σχετικές ανακοινώσεις, με την Ιερά Σύνοδο να κάνει λόγο για «ανακρίβειες» και «διαστρεβλώσεις» όσον αφορά τα ποσά που κατά καιρούς δημοσιοποιούνται.
Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάζονται στοιχεία χωρίς το απαραίτητο θεσμικό και μισθολογικό πλαίσιο, δημιουργώντας εσφαλμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη. Για τον λόγο αυτό ζητεί η συζήτηση να διεξάγεται με ακρίβεια και τεκμηρίωση, αποφεύγοντας υπερβολές και πολιτικές ή ιδεολογικές προσεγγίσεις που, όπως υποστηρίζει, δεν αντανακλούν την πραγματική διάσταση του ζητήματος.
Ο κοινωνικός ρόλος της Εκκλησίας
Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου συνδέει το θέμα της μισθοδοσίας με το ευρύτερο έργο της Εκκλησίας, τονίζοντας ότι η ποιμαντική και κοινωνική διακονία παραμένει στο επίκεντρο της αποστολής των Αρχιερέων. Όπως αναφέρει, η καθημερινή προσπάθεια αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων, η στήριξη ευάλωτων πολιτών και η λειτουργία δομών αλληλεγγύης πραγματοποιούνται συχνά χωρίς δημοσιότητα, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία περί ανιδιοτελούς προσφοράς.
Παραπέμποντας μάλιστα στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου («σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου»), η Εκκλησία υπογραμμίζει ότι η κοινωνική της δράση δεν αποσκοπεί στη δημόσια προβολή αλλά στην ουσιαστική στήριξη των ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη.