Η ζωή επιστρέφει στα καμένα: Πώς επηρεάζονται λαγοί, αγριόχοιροι και άλλα είδη μετά τις πυρκαγιές
Η εμπειρία από μεγάλες φωτιές στην Ελλάδα δείχνει ότι η προστασία των ζώων μετά την καταστροφή χρειάζεται στοχευμένες παρεμβάσεις, συνεχή παρακολούθηση και μέτρα προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες κάθε είδους
Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές αλλάζουν απότομα το τοπίο, αλλά δεν επηρεάζουν όλα τα είδη της άγριας πανίδας με τον ίδιο τρόπο.
Η διεθνής και ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η μεταπυρική διαχείριση πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα, να προσαρμόζεται στο είδος, στη σφοδρότητα και στην έκταση της φωτιάς και να μην εξαντλείται σε οριζόντιες, πολυετείς απαγορεύσεις θήρας.
Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων συζήτησε με τον Περικλή Μπίρτσα καθηγητή Βιολογίας Άγριας Πανίδας, Επιστημών ξύλου & σχεδιασμού, τμήμα Δασολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας, για το τι πρέπει να γίνει με την άγρια πανίδα μετά τη φωτιά.
Η πυρκαγιά δεν έχει την ίδια επίδραση σε όλα τα είδη
Για την άγρια πανίδα οι συνέπειες μιας πυρκαγιάς, σύμφωνα με τον ίδιο, διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες. Στις άμεσες περιλαμβάνονται η θανάτωση από τις φλόγες, τον καπνό και τις υψηλές θερμοκρασίες.
Οι έμμεσες, όμως, μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο σημαντικές: απώλεια κάλυψης, αλλαγή στη διαθεσιμότητα τροφής και νερού, μεταβολή της σχέσης θηρευτών και λείας και αναγκαστικές μετακινήσεις προς γειτονικές άκαυτες περιοχές.
Το μέγεθος των επιπτώσεων εξαρτάται από τη σφοδρότητα και την έκταση της φωτιάς, τον τύπο της βλάστησης, την ύπαρξη άκαυτων νησίδων, τη μορφή του τοπίου και, κυρίως, τη βιολογία κάθε είδους. Ένα μικρό θηλαστικό ή ένα ερπετό με περιορισμένη δυνατότητα μετακίνησης αντιμετωπίζει διαφορετικούς κινδύνους από ένα μεγάλο θηλαστικό ή ένα πτηνό που μπορεί να εγκαταλείψει άμεσα την περιοχή.
Κλείσιμο
Η σύγχρονη βιβλιογραφία επιβεβαιώνει, όπως τονίζει ο ίδιος, ότι η φωτιά δεν έχει ένα ενιαίο αποτέλεσμα για την πανίδα. Η απόκριση των ειδών μεταβάλλεται με τον χρόνο και συνδέεται στενά με την πορεία της μεταπυρικής διαδοχής, την ετερογένεια του τοπίου και το ιστορικό των πυρκαγιών.
Η καμένη έκταση δεν παραμένει «νεκρή»
Στα μεσογειακά οικοσυστήματα η μεταπυρική ανάκαμψη της βλάστησης μπορεί να είναι ταχεία. Πολλά θαμνώδη και ξυλώδη είδη αναβλαστάνουν, ενώ μετά τις πρώτες βροχές η ποώδης βλάστηση μπορεί να αυξηθεί αισθητά. Αυτό μεταβάλλει σε σύντομο χρονικό διάστημα την ποσότητα και την ποιότητα της διαθέσιμης τροφής.
Έτσι, μία περιοχή που τους πρώτους μήνες μετά τη φωτιά είναι ιδιαίτερα δυσμενής, σύμφωνα με τον κ. Μπίρτσα, για ορισμένα είδη, μπορεί σε ένα ή δύο χρόνια να προσφέρει ευνοϊκό ενδιαίτημα για άλλα. Η φωτιά επομένως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα στατικό γεγονός, αλλά ως η αφετηρία μιας δυναμικής οικολογικής διαδικασίας.
Τι έδειξε η ελληνική εμπειρία
Χρήσιμα δεδομένα προέρχονται από την Ελλάδα. Μετά τις μεγάλες πυρκαγιές της Χαλκιδικής το 2006, της Εύβοιας το 2021 και του Έβρου το 2023 παρακολουθήσαμε καμένες και άκαυτες περιοχές. Διαπιστώσαμε, εξηγεί ο καθηγητής, ότι λιγότεροι λαγοί παρατηρήθηκαν στις καμένες εκτάσεις κατά το πρώτο έτος, αλλά περισσότεροι κατά το δεύτερο έτος σε σχέση με τις μη καμένες περιοχές. Η αλλαγή της δομής της βλάστησης και η δημιουργία περισσότερο ανοικτού τοπίου φαίνεται ότι βελτίωσαν σταδιακά το ενδιαίτημα για το είδος.
Παράλληλα, σε έρευνα που διενεργήσαμε σε καμένες και άκαυτες εκτάσεις των εν λόγω περιοχών διαπιστώσαμε ότι τα σαρκοφάγα δεν ανταποκρίνονται ομοιόμορφα: δασόβια είδη, όπως τα κουνάβια, μειώθηκαν μετά τη φωτιά, ενώ περισσότερο ευπροσάρμοστα είδη, όπως η αλεπού, χρησιμοποιούν εντονότερα το μεταπυρικό τοπίο.
«Το κρίσιμο λάθος είναι να θεωρούμε ότι όλα τα είδη παραμένουν το ίδιο ευάλωτα για το ίδιο χρονικό διάστημα μετά από μία πυρκαγιά. Η επιστήμη δείχνει ότι οι προσαρμογές είναι διαφορετικές και μεταβάλλονται γρήγορα», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Περικλής Μπίρτσας.
Άλλο λαγός, άλλο αγριόχοιρος
Η διαφοροποίηση της προσέγγισης ανά είδος είναι απαραίτητη. Τα καθαρά δασόβια είδη, εξηγεί ο ίδιος, μπορεί να επηρεάζονται για μεγαλύτερο διάστημα από την απώλεια της δενδρώδους βλάστησης. Αντίθετα, είδη ανοικτών και θαμνωδών ενδιαιτημάτων μπορεί να ευνοηθούν κατά τη μεταπυρική διαδοχή.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο αγριόχοιρος, ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο, παμφάγο και κινητικό είδος. Σε περιοχές όπου ήδη βρίσκεται σε υψηλή αφθονία, η αδικαιολόγητη πολυετής απαγόρευση της θήρας μπορεί να εντείνει ζημιές σε καλλιέργειες, συγκρούσεις με οχήματα και προβλήματα διαχείρισης που συνδέονται με την αφρικανική πανώλη των χοίρων.
«Η μεταπυρική προστασία πρέπει να αφορά το είδος που πραγματικά χρειάζεται προστασία και για όσο διάστημα την χρειάζεται. Η ίδια "συνταγή" για όλα τα είδη δεν είναι επιστημονική διαχείριση», σημειώνει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Μπίρτσας.
Από τις γενικές απαγορεύσεις στην προσαρμοστική διαχείριση
Η απαγόρευση της θήρας μπορεί να είναι αναγκαίο μέτρο αμέσως μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά. Δεν πρέπει όμως να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο, δεν παραλείπει να διευκρινίσει, εξηγώντας: «Η διάρκεια και η χωρική της έκταση πρέπει να καθορίζονται με βάση τον τύπο του ενδιαιτήματος, το μέγεθος και τη σφοδρότητα της πυρκαγιάς, την παρουσία άκαυτων νησίδων, την ταχύτητα ανάκαμψης της βλάστησης και τα ευάλωτα είδη που επιδιώκεται να προστατευθούν.
Το προτεινόμενο θεσμικό πλαίσιο που έχει επεξεργαστεί η επιστημονική μας ομάδα προβλέπει ακριβώς αυτή τη λογική: διαφοροποίηση των απαγορεύσεων ανάλογα με την καμένη έκταση και τη μορφή της βλάστησης, σύνδεση των ορίων με την πραγματική καμένη ζώνη και χρήση σαφών τοποσήμων, αντί για γενικευμένες απαγορεύσεις πολύ μεγαλύτερης κλίμακας.
Πρόκειται για τη λογική της προσαρμοστικής διαχείρισης: λαμβάνουμε ένα αρχικό μέτρο, παρακολουθούμε την εξέλιξη του οικοσυστήματος και των πληθυσμών και το αναθεωρούμε όταν τα δεδομένα το επιβάλλουν».
Η πανίδα χρειάζεται περισσότερα από την απαγόρευση της θήρας
Η συζήτηση μετά από μία πυρκαγιά συχνά περιορίζεται στο αν θα επιτρέπεται ή όχι η θήρα. Ωστόσο η διαχείριση της άγριας πανίδας είναι πολύ ευρύτερη. Ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να απαιτούνται παροχή νερού ή τροφής, κατάλληλες σπορές, διατήρηση κλαδοπλεγμάτων, διατήρηση κάποιων ιστάμενων καμένων δέντρων που χρησιμοποιούνται από πτηνά, δημιουργία διακένων, φυτεύσεις καρποφόρων ειδών και έλεγχος συγκεκριμένων πιέσεων, όπως η παρουσία αδέσποτων σκύλων και γατών.
Η χρήση φωτοπαγίδων, καταγραφών πεδίου, δεικτών παρουσίας, τηλεπισκόπησης και συστηματικής παρακολούθησης της μεταπυρικής βλάστησης επιτρέπει πλέον η λήψη αποφάσεων να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε γενικές παραδοχές.
«Η αποκατάσταση της πανίδας δεν μπορεί να είναι ξεχωριστή από την αποκατάσταση του οικοσυστήματος. Η διαχείριση του ενδιαιτήματος είναι πολλές φορές σημαντικότερη από μια απλή διοικητική απαγόρευση», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής.
Η επόμενη ημέρα
Για την επόμενη μέρα ο διευθυντής του Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας, καταλήγει τονίζοντας:
«Η προστασία μιας καμένης περιοχής δεν πρέπει να αξιολογείται από το μέγεθος ή τη διάρκεια μιας απαγόρευσης. Το πραγματικό κριτήριο είναι αν οι παρεμβάσεις συμβάλλουν στην ταχύτερη αποκατάσταση ενός λειτουργικού οικοσυστήματος και στη διατήρηση υγιών πληθυσμών άγριας πανίδας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό θα απαιτήσει αυστηρούς περιορισμούς, ενώ σε άλλες θα απαιτηθούν βελτίωση του ενδιαιτήματος, στοχευμένος έλεγχος πληθυσμών ειδών άγριας πανίδας ή απλώς συστηματική παρακολούθηση. Κάθε απόφαση πρέπει να απαντά σε τρία ερωτήματα: ποιο είδος θέλουμε να προστατεύσουμε, από ποια πραγματική απειλή και για πόσο χρονικό διάστημα η συγκεκριμένη παρέμβαση είναι οικολογικά αναγκαία.
Η εποχή των συχνότερων και εντονότερων μεγάλων πυρκαγιών απαιτεί ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο, στο οποίο οι αποφάσεις θα προσαρμόζονται στην πραγματική κατάσταση του οικοσυστήματος. Γιατί η φύση μετά τη φωτιά δεν μένει στατική - και μαζί της πρέπει να προσαρμόζεται και η διαχείρισή μας».
Με την ασυναγώνιστη εμπειρία της, η Avis έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό οικοσύστημα που καθιστά το leasing μια πανεύκολη, ταχύτατη και απολαυστική εμπειρία που δίνει στους οδηγούς ολοένα περισσότερα.
Μεγαλώνοντας, συνηθίζουμε να μετράμε τις επιτυχίες. Τον πρώτο καλό βαθμό. Το πρώτο μετάλλιο. Το πρώτο γκολ. Την πρώτη φορά που ένα παιδί κάνει ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων, την 1 Οκτωβρίου, αξίζει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε ένα πρόβλημα που συχνά περνά απαρατήρητο: τη δυσθρεψία και τα σημάδια που μπορεί να εμφανιστούν πριν ακόμη γίνει αντιληπτή.