Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια

Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια

Η Κασσάνδρα Κουλουκουντή που βραβεύτηκε με το Οσκαρ Casting Director έχει βαρύ επίθετο, ταυτισμένο με την ελληνική ναυτιλία - Η ιστορία της οικογένειάς της είναι γεμάτη ίντριγκες, μυστικά και διαμάχες

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια
Είναι αρχές της δεκαετίας του ’90 και ένα νεαρό κορίτσι κυκλοφορεί χαρούμενο στο campus του ιδιωτικού Κολεγίου Vassar, ένα από αυτά τα ακαδημαϊκά ιδρύματα στα οποία φοιτούν τα παιδιά ισχυρών και πλούσιων οικογενειών.

Λέγεται Κασσάνδρα Κουλουκουντή και ο πατέρας της Μιχάλης είναι αξιοσέβαστο μέλος της γνωστής εφοπλιστικής δυναστείας από την Κάσο, η οποία γιγαντώθηκε στο City του Λονδίνου και τη Νέα Υόρκη. Μητέρα της είναι η Τάρα Τάισον, μια γοητευτική και πολύ γνωστή ηθοποιός και μοντέλο που έχει παίξει στη δημοφιλή σειρά «Οι Αγγελοι του Τσάρλι».


Cassandra Kulukundis wins first casting Oscar


Η Κασσάνδρα λατρεύει τις τέχνες, θέλει να δουλέψει στο σινεμά, αλλά τότε δεν φαντάζεται καν ότι ύστερα από 35 χρόνια θα κερδίσει το πρώτο της Οσκαρ στην κατηγορία «best casting director», την οποία μόλις φέτος πρόσθεσε η Ακαδημία. Κι αν ο αείμνηστος πατέρας της δεν χάρηκε καθόλου όταν τo 1996 έμαθε ότι η κόρη του δούλευε στην ταινία «Boogie nights», η οποία εστίαζε στα άδυτα της βιομηχανίας πορνό που ανθούσε στην Αμερική, η ίδια έκανε αυτό που αγάπησε στον μέγιστο βαθμό.


Ο μέντορας και ο θρίαμβος

Μεγαλωμένη στο Μανχάταν, η Κασσάνδρα Κουλουκουντή ήταν η μοναδική κόρη από τα τέσσερα παιδιά του εφοπλιστή Μιχάλη Κουλουκουντή, ενός ανθρώπου που σηκωνόταν καθημερινά λίγο πριν από τις 7 το πρωί και επέστρεφε πολλές φορές αργά το βράδυ από το γραφείο του.

Η ενασχόληση της μητέρας της με την υποκριτική ήταν μάλλον αυτή που της έδωσε τα πρώτα ερεθίσματα για να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και όχι με τη ναυτιλία, έναν επαγγελματικό τομέα στον οποίο δεν εντρυφούσαν σχεδόν καθόλου οι γυναίκες της οικογένειας.

Μετά το τέλος των σπουδών της, η 24χρονη τότε Κασσάνδρα προσλαμβάνεται στα Sony Pictures Studios κάνοντας ό,τι δουλειά της έλεγαν και το 1996 έρχεται αυτή η στιγμή που αλλάζει για πάντα τη ζωή ενός ανθρώπου: «Ενας τύπος μπαίνει στο γραφείο, με κοιτάζει και μου λέει “είσαι νέα εδώ”. Εγώ σκέφτηκα “κι εσύ είσαι αγενής”, αλλά με κάλεσε αμέσως να βοηθήσω σε ένα meeting για την ταινία του. Κι αυτός ο τύπος ήταν ο Πολ Τόμας Αντερσον».

Κλείσιμο
Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια
Η μητέρα της Κασσάνδρας Κουλουκουντή, Τάρα Τάισον, φωτογραφημένη από τον Αντι Γουόρχολ, ήταν γνωστή ηθοποιός και μοντέλο. Βρέθηκε σε δικαστική διαμάχη με τον γιο της για την οικογενειακή περιουσία


Η γνωριμία της Κασσάνδρας Κουλουκουντή με τον σκηνοθέτη που έγινε κατά κάποιον τρόπο ο μέντοράς της αποδείχτηκε καταλυτική, αφού έκτοτε δούλεψαν μαζί σε δέκα ταινίες του.

Μετά το «Παιχνίδι της τύχης» περνούν λίγοι μήνες μέχρι την ημέρα που κάποιος δίνει στη νεαρή γυναίκα να διαβάσει ένα απόσπασμα από το σενάριο της ταινίας «Boogie Nights».

Η Κουλουκουντή, που τότε εργαζόταν για ένα αδιάφορο φιλμ, όπως η ίδια επεσήμανε στο TheWrap τον περασμένο Φεβρουάριο, λατρεύει την υπόθεση και θέλει τόσο πολύ να δουλέψει στο συγκεκριμένο έργο που λέει στον άνθρωπο που της έδωσε το απόσπασμα: «Θα καθαρίζω ακόμη και τους κάδους με τα αποτσίγαρα για να δουλέψω σε αυτή την ταινία!».

Οταν ανακοινώνει στην οικογένειά της ότι θα δουλέψει σε μια μια ταινία που πραγματεύεται τη βιομηχανία του πορνό, οι αντιδράσεις μόνο θετικές δεν είναι. «Οι δικοί μου δεν ήταν ευχαριστημένοι που έκανα κάτι τέτοιο. Αλλά μέχρι σήμερα δεν πιστεύω ότι κάτι πήγε λάθος με αυτή την ταινία... Λάτρεψα όλους τους χαρακτήρες και με έβαλε μέσα στο πρώτο μου κινηματογραφικό σετ πορνό».

Στο «Μανόλια» η πρώτη φορά που εμφανίζεται ως casting director


Η πρώτη φορά που η Κουλουκουντή αναφέρεται ως casting director είναι στο τρίτο φιλμ για το οποίο συνεργάζεται με τον Πολ Τόμας Αντερσον, το «Μανόλια», το οποίο έχει 108 χαρακτήρες!

Ακολούθησε το «Χτυπημένος από έρωτα» με τον Ανταμ Σάντλερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο να ταλαιπωρείται από τις επτά αδερφές του, όπου ο Αντερσον είχε την έμπνευση να βρουν πραγματικές αδερφές που δεν ήταν ηθοποιοί για να παίξουν στην ταινία.

«Ηταν αστείο», θυμάται η Κουλουκουντή, «γιατί την πρώτη φορά που μη ηθοποιοί ήρθαν στο σετ ήταν ενθουσιασμένοι και όλα πήγαν μια χαρά. Την τρίτη φορά που εμφανίστηκαν άρχισαν να λένε “γιατί το δικό μας τρέιλερ είναι τόσο μικρό;” και ήταν απίστευτο πόσο γρήγορα συνέβη κάτι τέτοιο».

Η δέκατη ταινία με τον Αντερσον έμελλε να είναι και αυτή που έκανε την Κασσάνδρα διάσημη σε όλο τον κόσμο με το Οσκαρ που κέρδισε για το «Μια μάχη μετά την άλλη».

Οπως είπε, «είχαμε από τη μια μεριά τοπ σταρ [σ.σ.: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Σον Πεν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο] και από την άλλη πολλούς ηθοποιούς που δεν τους αναγνωρίζει κανείς».

Κλείνοντας τη συνέντευξη που παραχώρησε λίγες εβδομάδες πριν από την τελετή των Οσκαρ είπε ότι «ένα κομμάτι του εαυτού μου αναρωτιέται: Να αποσυρθώ τώρα; Από την άλλη, υπάρχει βραβείο για το casting και είμαι υποψήφια. Μπορεί να γίνει καλύτερο όλο αυτό;».

Την Κυριακή 1 Μαρτίου η απάντηση στο ερώτημα που έθεσε στον εαυτό της απαντήθηκε όταν άκουσε ότι κέρδισε το Οσκαρ για το καλύτερο casting και στην ομιλία της φρόντισε να το αφιερώσει σε όλους τους συναδέλφους της, ενώ «πείραξε» τον Αντερσον λέγοντάς του ότι πήρε το χρυσό αγαλματάκι πρώτη.


Η διαμάχη

Το όνομα της Κασσάνδρας Κουλουκουντή ακούστηκε εκείνο το βράδυ για πρώτη φορά ευρέως, αφού μέχρι την απονομή την ήξεραν οι άνθρωποι της κινηματογραφικής βιομηχανίας και όχι το ευρύ κοινό.

Αντίθετα με αυτήν, η οικογένειά της γνώρισε μια δημοσιότητα την οποία ποτέ δεν επιθυμούσε, όταν δύο μέλη της ενεπλάκησαν σε μια διαμάχη με αφορμή την κληρονομιά που άφησε μετά τον θάνατό του ο πατέρας της Μιχάλης Κουλουκουντής.

Μια κληρονομιά που περιελάμβανε ακίνητα στα Χάμπτονς και το Μανχάταν, αλλά και μια συλλογή έργων τέχνης τεράστιας αξίας που περιελάμβανε έργα των Ελ Γκρέκο, Σαγκάλ και Ντεγκά, μεταξύ άλλων.

Κύριοι πρωταγωνιστές σε αυτή την κόντρα ήταν η μητέρα της Τάρα και ο αδερφός της Μανώλης Κουλουκουντής, που έφτασαν μέχρι τις δικαστικές αίθουσες καταθέτοντας εκατέρωθεν αγωγές, ενώ η Κασσάνδρα ήταν εντελώς αμέτοχη στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια
O ιδρυτής της εφοπλιστικής οικογένειας Μανώλης Κουλουκουντής, ο οποίος ξεκίνησε από την Κάσο και δημιούργησε μια αυτοκρατορία


Σύμφωνα με τη «New York Post» και την «Daily Mail», τo 2013 η Τάρα Τάισον-Κουλουκουντή αρνήθηκε να εγκαταλείψει αρχικά τη μία από τις δύο επαύλεις στα Χάμπτονς, αξίας 25 εκατ. δολαρίων, η οποία είχε πουληθεί από τον γιο της.

Η πολυτελής κατοικία εκτεινόταν σε μια έκταση 17 στρεμμάτων και διέθετε πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων, πέντε υπνοδωμάτια, πέντε μπάνια, δύο spa με καταρράκτες νερού και απίστευτη θέα στον ωκεανό.

Σύμφωνα με τον Μανώλη Κουλουκουντή, οι συνολικές οφειλές της οικογένειας εκείνη την περίοδο ανέρχονταν σε 35 εκατ. δολάρια, ενώ ο δικηγόρος της Τάρα Τάισον-Κουλουκουντή αποκάλυψε ότι «ο γιος μισεί τη μητέρα του». Τον Μάρτιο του 2013, ο μικρότερος αδερφός του Μανώλη, Ερικ Κουλουκουντής, πήρε τα πράγματά του από την έπαυλη στα Χάμπτονς και προσπάθησε να πείσει και τη μητέρα του να τον ακολουθήσει, αλλά παρέμεινε άγνωστο αν αυτό όντως συνέβη.

Η διαμάχη επεκτάθηκε και στη συλλογή έργων τέχνης του εφοπλιστή στην οποία δέσποζε το έργο του Ελ Γκρέκο «Η εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό», ενώ η συνολική αποτίμηση της κληρονομιάς ήταν 80 εκατ. δολάρια.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η χήρα του Μιχάλη Κουλουκουντή επέμενε ότι τα έργα τής τα είχε χαρίσει ο άνδρας της, ενώ ο γιος αντέτεινε ότι ανήκαν σε όλη την οικογένεια.

Νέο επεισόδιο στη διαμάχη μητέρας και γιου το 2018


Το 2018 υπήρξε νέο επεισόδιο στη διαμάχη μητέρας και γιου, αφού η πρώτη αρνήθηκε να εγκαταλείψει και να παραδώσει τα κλειδιά από ένα διαμέρισμα εξαιρετικής αισθητικής που διέθετε η οικογένεια στο «Pierre Hotel» της Νέας Υόρκης, στην περίφημη 5η Λεωφόρο, το οποίο πουλήθηκε για 9,8 εκατ. ευρώ. Ο γιος ζήτησε να γίνει έξωση σύμφωνα με τα δικόγραφα προκειμένου η οικογένεια να εισπράξει το τίμημα, αλλά η μητέρα του επέμενε ότι θα έμενε άστεγη αν άφηνε το συγκεκριμένο ακίνητο. Οταν οι δικηγόροι του Μανώλη Κουλουκουντή επεσήμαναν στο δικαστήριο ότι υπήρχε διαμέρισμα στο συγκρότημα «The Sutton House» στην 52η Λεωφόρο για να μετακομίσει η Τάρα, αυτή απάντησε ότι το συγκεκριμένο σπίτι «είναι μια τεράστια ντουλάπα».

Εκτοτε δεν υπάρχει κανένα νέο για το πώς εξελίχθηκε αυτή η σκληρή δικαστική διαμάχη στους κόλπους μιας δυναστείας, ο ιδρυτής της οποίας, ο Μανώλης Κουλουκουντής ο γηραιότερος, θεωρείται εκ των πρυτάνεων της ελληνικής ναυτιλίας.

Ηταν εκείνος που πίστευε ότι, παρά τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια που διέθετε, δεν υπήρχε κανένας λόγος περιττής επίδειξης και μάλιστα τον ενοχλούσε η υπερβολική προβολή του Αριστοτέλη Ωνάση και του Σταύρου Νιάρχου. Γι’ αυτό κάποια στιγμή είχε πει ότι «όλοι μας αγαπάμε τη διασκέδαση, την άνεση, τις θαλαμηγούς και τα ωραία κορίτσια, αλλά στο είδος μας όσοι σέβονται την παράδοση προτιμούν να ξέρουν μόνο οι ίδιοι πόσους αστακούς τρώνε».

Το 1920 μαζί με τον ξάδερφό του Μηνά Ρεθύμνη ίδρυσαν το ναυτιλιακό γραφείο Rethimnis-Kulukundis αρχίζοντας μια διαδρομή δεκαετιών σε έναν χώρο που δεν συγχωρεί εύκολα τα λάθη.

Τα αδέρφια του Γεώργιος, Νικόλαος, Ιωάννης και Μιχάλης ασχολήθηκαν επίσης με τη ναυτιλία, όμως ο Μανώλης ήταν εκείνος που οραματίστηκε και πέτυχε την αγορά των 100 Liberty από την Αμερική, για λογαριασμό Ελλήνων εφοπλιστών.

Τα δικά του πλοία μετέφεραν πετρέλαιο από την τότε Σοβιετική Ενωση στην Κούβα και επέστρεφαν στην ΕΣΣΔ φορτωμένα με τόνους ζάχαρης, κάτι όμως που ενόχλησε πάρα πολύ τους Αμερικανούς.

Δεν απέφυγε τα λάθη, όπως ήταν η αγορά της εταιρίας Bull Line το 1961, η οποία αποδείχτηκε ασύμφορη, ενώ το 1968 όλες οι εταιρείες του κηρύχτηκαν σε πτώχευση.

Επανήλθε, και στην αρχή της δεκαετίας του ’80 διαχειριζόταν 60 βαπόρια, αλλά στην κρίση που χτύπησε τη ναυτιλία, οι εκτιμήσεις του αποδείχτηκαν λανθασμένες, με συνέπεια να χάσει μεγάλο αριθμό καραβιών. Τότε είχε πει ότι «δεν έχω το δικαίωμα να δίνω συμβουλές γιατί την έπαθα σαν τον δάσκαλο που δίδασκε και λόγο δεν εκράτει», ενώ το 1983 έζησε άλλη μια πτώχευση στη μυθιστορηματική διαδρομή του.

Historic First-Ever Best Casting Oscar | Backstage Interview with Cassandra Kulukundis


Δύσκολη πρόσβαση

Στο λιμάνι του Πειραιά ελάχιστα γίνονταν γνωστά για τους Κουλουκουντήδες και τη ζωή τους στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, όπου ζούσαν αδέρφια και ξαδέρφια. Αν προσπαθούσε κανείς να εντρυφήσει στα του οίκου τους, πολύ δύσκολα θα έβρισκε πρόσβαση, αφού τα μέλη της δυναστείας που ξεκίνησε από την ταπεινή Κάσο ήταν γνωστά για τη μυστικοπάθειά τους. Επί δεκαετίες οι συγκεκριμένοι Ελληνες εφοπλιστές δεν επιθυμούσαν οποιαδήποτε δημοσιότητα σχετική με τα επαγγελματικά ή τα οικογενειακά τους μυστικά.

Εξαίρεση αποτέλεσε ο αείμνηστος πλέον θείος της Κασσάνδρας, Ηλίας Κουλουκουντής, που μάλλον άκουσε πολλά αποποιούμενος το «άβατο» της δυναστείας, αφού ήταν εκείνος που έγραψε για τα πολύ καλά κρυμμένα γεγονότα που σημάδεψαν την οικογένειά του στο βιβλίο «Απρόσιτες ακτές».

Τόλμησε να μεταφέρει στο χαρτί την ιστορία της κραταιάς ελληνικής εφοπλιστικής οικογένειας μιλώντας για όλα, αφού από τις σελίδες του βιβλίου περνάνε ο σκληρός και αυταρχικός πατέρας Μιχάλης Κουλουκουντής και οι συνεχείς τσακωμοί μαζί του, η εύθραυστη μητέρα του που εισήχθη στο ψυχιατρείο, ο αδερφός του Τζόνης που αυτοκτόνησε, οι δύο γάμοι του, τα εφοπλιστικά προξενιά, τα σικ πάρτυ σε παλάτια της 5ης Λεωφόρου κ.ά. Και όλα αυτά δεν παρατίθενται απλώς ως γεγονότα, αλλά δίνονται σε μια διάσταση που σπάνια κάποιος έχει την ευκαιρία να γνωρίσει από έναν άνθρωπο που για πολλά χρόνια θεωρούνταν το «μαύρο πρόβατο» μιας ισχυρής εφοπλιστικής οικογένειας.



Η κόντρα με τον πατέρα

«Οι γονείς μου ήταν Ελληνες εφοπλιστές», γράφει ο Κουλουκουντής στην αρχή του βιβλίου και επισημαίνει: «Το σπίτι μας ήταν κοντά σε ένα γήπεδο του γκολφ και πολλά χρόνια αργότερα, όταν μετά τον θάνατο των γονιών μου ετοιμαζόμουν να το πουλήσω, μια φίλη που με βοηθούσε μου είπε: “Τώρα καταλαβαίνω με τι μοιάζει αυτό το σπίτι. Είναι σαν υπερωκεάνιο”».

Η μητέρα του Νίτσα μπορεί να παντρεύτηκε τον Μιχάλη Κουλουκουντή, αλλά «χρόνια μετά, στο Ράι, μια φορά που είχαμε μείνει μόνοι μας στο τραπέζι, μετά το φαγητό, μου είπε ότι προτού αρραβωνιαστεί τον πατέρα μου είχε αγαπήσει έναν άλλον άντρα».

Την τελευταία χρονιά του ως εσωτερικός στο Phillips Exeter Academy εκφωνεί τον λόγο στην Ημέρα των Αποφοίτων, μπροστά σε 1.100 άτομα, αλλά και με τους γονείς του παρόντες στην τελετή. Είναι η στιγμή που η κόντρα τους κορυφώνεται, όταν ο πατέρας ακούει τον διάδοχό του να λέει μεταξύ άλλων: «Οταν ένας νέος δεν κατορθώνει να κερδίσει την αναγνώριση των γονιών του, την αναζητά αλλού» και «Η ουσία είναι ότι δεν μας αγαπάτε ως ανθρώπους. Μας αγαπάτε επειδή είμαστε παιδιά σας».

Εκτός από τους γονείς και τα αδέρφια του, την εκρηκτική ομιλία του έφηβου Ηλία παρακολούθησαν και τα δύο αδέρφια του πατέρα του, που έριξαν κι άλλο λάδι στην φωτιά. Αλλωστε τα «μπράβο» σε μια εφοπλιστική δυναστεία σπανίζουν, όπως τονίζει αφοπλιστικά ο ίδιος ο συγγραφέας: «Κανένας όμως από τους Κουλουκουντήδες δεν είχε ακούσει παρόμοια φράση στα παιδικά του χρόνια. Πέντε αδέρφια σε μια ελληνική εφοπλιστική οικογένεια πολύ δύσκολα θα αισθάνονταν στοργή και στήριξη ο ένας προς τον άλλο».


Το σοκ ενός αρραβώνα

Γοητευτικός φοιτητής πλέον, ο Ηλίας δέχεται ένα κάλεσμα σε πάρτυ από τον Βασίλη και την Ελίζα Γουλανδρή, φίλους των γονιών του, το οποίο δινόταν προς τιμήν της ανιψιάς τους Εφης.

«Κορίτσια με φουσκωτές τουαλέτες και αγόρια με σμόκιν έμπαιναν στο ασανσέρ που ήταν όλο μποαζερί και ανέβαιναν στον όροφο των Γουλανδρή, όπου ο μπάτλερ τούς άνοιγε την πόρτα, μια υπηρέτρια έπαιρνε τα παλτά τους και τους οδηγούσε στον προθάλαμο της αίθουσας χορού, όπου η θέα του Σέντραλ Παρκ από ψηλά έκοβε την ανάσα». Υπήρχε ζωντανή ορχήστρα για τον χορό, η πολυτέλεια που γνώριζε ήδη ο Ηλίας Κουλουκουντής από τα ελληνικά πάρτυ και ένα τραπέζι γεμάτο Ελληνες γύρω από τη βιβλιοθήκη στην άλλη πλευρά της αίθουσας που φορούσαν γυαλιά ηλίου, έπαιζαν χαρτιά και κάπνιζαν πούρα.

«Ενας χοντρός άνδρας μεγαλύτερης ηλικίας καθόταν με το ζεύγος Γουλανδρή και κάπνιζε το πούρο του. Δεν χόρεψε ούτε μία φορά με την Εφη και δεν της μίλησε καθόλου όλο το βράδυ. Ομως κατά τη διάρκεια εκείνης της ίδιας βραδιάς, η κυρία Γουλανδρή ανήγγειλε τον αρραβώνα της Εφης με τον χοντρό κύριο. Ακόμα και οι Αμερικανοί φίλοι μου έμειναν άναυδοι. Μπρος στα ίδια μας τα μάτια, η όμορφη Εφη είχε πουληθεί σε έναν φαλακρό και ηλικιωμένο γνωστό της θείας της».

Ο Ηλίας Κουλουκουντής προσπάθησε σε ένα βιβλίο να χωρέσει τις αναμνήσεις μιας ζωής, με την παράθεση διάφορων βαρετών δείπνων στην Αθήνα, την επίσκεψή του στο Αγιον Ορος και την Alfa Romeo δώρο του πατέρα του για το πτυχίο από το Ηarvard, που τον ταλαιπώρησε χρόνια.

Η οικογενειακή ιστορία της Κασσάνδρας των Όσκαρ θα μπορούσε να είναι ταινία: Οι εφοπλιστές από την Κάσο και ο πόλεμος στα δικαστήρια
Mε την Τσέις Ινφίνιτι και την Γκουίνεθ Πάλτροου στα παρασκήνια των Οσκαρ


Τραγωδίες και ευτυχίες

Περιγράφει τη δουλειά στη ναυτιλιακή εταιρεία της οικογένειας, την παραίτηση μετά από έναν φοβερό καβγά με τον πατέρα του και την απόφασή του να παντρευτεί χωρίς να τον ρωτήσει. Γράφει ακόμα για τις καθημερινές επισκέψεις του στον ψυχαναλυτή, μια «καυτή» περιπέτεια με μια Ελληνίδα αεροσυνοδό στο Κάιρο και φυσικά για τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του.

Αποκαλύπτει μόνο τα αρχικά της κοπέλας από γνωστή εφοπλιστική δυναστεία που η μητέρα του προσπάθησε να του προξενέψει, αναλύει όμως τρυφερά τη γνωριμία του με τη Λούσυ Πλατ, τη δεύτερη γυναίκα του μετά την Ελληνίδα Ελένη Μυλωνά. Αυτή που του χάρισε την κόρη του Ντήλια και τον βοήθησε στην επανένταξη του αδερφού του Τζόνη Κουλουκουντή, ο οποίος νοσηλεύθηκε για χρόνια σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Ο Τζόνη, μάλιστα, τον πάντρεψε με τη Λούσυ, λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει πηδώντας από το μπαλκόνι του, μη αντέχοντας το διαζύγιο από τη σύζυγό του.

Γυρνώντας από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη μέχρι το Μόντε Κάρλο και τη Σιγκαπούρη, ευτύχησε να συναντήσει και να γνωρίσει από κοντά μυθικές φιγούρες της ελληνικής ναυτιλίας. Δούλεψε στους Κουλουκουντήδες με ετήσιο μισθό 5.000 δολάρια τον χρόνο, πριν έρθει η στιγμή που άνοιξε τα δικά του φτερά για να ακούσει τον πατέρα του να τον αποκαλεί Ιούδα.

Οπως άλλωστε έγραψε απενοχοποιημένα στο τέλος του βιβλίου, «όλη μου τη ζωή έψαχνα τον πατέρα μου και όταν επιτέλους τον βρήκα, αυτός ο πατέρας ήμουν εγώ».

Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης