Τα διλήμματα του Κυριάκου Μητσοτάκη
Πάνος Λουκάκος

Πάνος Λουκάκος

Τα διλήμματα του Κυριάκου Μητσοτάκη

Βρισκόμαστε πλέον στον τελευταίο προεκλογικό χρόνο

Η Ελλάδα αναλαμβάνει από την 1η Ιουλίου του 2027 την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οφείλει μέχρι τότε να έχει κυβέρνηση και πρωθυπουργό. Και επειδή, κατά τα φαινόμενα, θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο εκλογικές αναμετρήσεις για να προκύψουν κυβέρνηση και πρωθυπουργός, είναι φανερό ότι ο χρόνος στον οποίο θα πρέπει να ανοίξουν οι πρώτες κάλπες βρίσκεται στις αρχές της επόμενης άνοιξης.

Ο σημερινός πρωθυπουργός έχει ήδη διατυπώσει το κεντρικό δίλημμα ενώπιον του οποίου θα θέσει τους ψηφοφόρους: «Σταθερότητα ή ακυβερνησία». «Μητσοτάκης ή χάος», όπως το μεταφράζουν στις ομιλίες τους τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Από την πλευρά του συνόλου των κομμάτων της αντιπολίτευσης, υπαρκτών σήμερα και εκείνων που φιλοδοξούν να αναδυθούν, δεν έχει τεθεί δίλημμα και μάλλον δεν πρόκειται να τεθεί. Διότι το κεντρικό τους σύνθημα είναι «να φύγει το καθεστώς Μητσοτάκη». Αλλά απουσιάζει η εναλλακτική πρόταση τι θα γίνει όταν φύγει ο Μητσοτάκης, το δεύτερο δηλαδή σκέλος του διλήμματος. Διότι βεβαίως δεν αποτελεί δίλημμα το «συνασπισμός της προοδευτικής Αριστεράς ή Μητσοτάκης», καθώς η έννοια Μητσοτάκης υπάρχει, αλλά δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει ο «συνασπισμός της προοδευτικής Αριστεράς».

Με τα σημερινά δεδομένα, όπως προκύπτουν από τις δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία κινείται περί το 30%, ποσοστό που δεν της δίνει αυτοδυναμία, απέχει όμως γύρω στις 20 μονάδες από όλα τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης. Περί ποίας προοδευτικής αριστερής διακυβέρνησης λοιπόν μπορεί να γίνεται λόγος ώστε να τεθεί το απέναντι δίλημμα στο «σταθερότητα ή ακυβερνησία», «Μητσοτάκης ή χάος»; Ποιος λογικός άνθρωπος δεν θα κάγχαζε με ένα δίλημμα του τύπου «αριστερή συνεργασία ή Δεξιά»; Διότι περί ποιας «αριστερής συνεργασίας» μπορεί σήμερα να γίνεται λόγος;

Ο Αλέξης Τσίπρας φιλοδοξεί να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής ενός φορέα που θα συνασπίσει όλο το αριστερό κομματικό φάσμα εναντίον του Μητσοτάκη. Αλλά το ΚΚΕ καγχάζει, η Πλεύση Ελευθερίας καθυβρίζει, ο Βαρουφάκης λέει καλύτερα να του κοπεί το χέρι από τον ώμο παρά να συνεργαστεί, ο μισός ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Φάμελλο το συζητάει, αλλά ο άλλος μισός υπό τον Πολάκη το αποκρούει μετά βδελυγμίας, ακόμη και η Νέα Αριστερά, που δείχνει να συγκεντρώνει συνολικά κάτι περί το 1,5%, οδηγείται σε διάσπαση, με τους μισούς να ελπίζουν να διασωθούν με τον Τσίπρα και τους άλλους μισούς να αποκρούουν κάθε σύμπλευση μαζί του. Το ΠΑΣΟΚ, τέλος, το τελευταίο που θα μπορούσε να αποδεχτεί είναι να τεθεί υπό την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλωστε, ο πρόεδρός του Νίκος Ανδρουλάκης έχει θέσει ως διακηρυγμένο αλλά βεβαίως ακραία ουτοπικό στόχο να είναι το κόμμα του πρώτο, έστω με μία ψήφο διαφορά, και άρα να συνασπίσει υπό την ηγεσία του τον χώρο της Αριστεράς. Αλλά ούτε το ΚΚΕ, ούτε η Πλεύση Ελευθερίας, ούτε το μεγαλύτερο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η Νέα Αριστερά, ούτε ο Βαρουφάκης δείχνουν διατεθειμένοι να τεθούν υπό την ηγεσία του Ανδρουλάκη. Για τους λόγους αυτούς, διλήμματα του τύπου «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης», «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» μόνο ακράτητα γέλια μπορούν να προκαλέσουν στους εχέφρονες ψηφοφόρους. Διότι κινούνται στη σφαίρα του παραλόγου τα εξωπραγματικά επιχειρήματα περί «προοδευτικής κυβέρνησης», όταν ουδείς «προοδευτικός» σε όλο το πολιτικό φάσμα εμφανίζεται διατεθειμένος να μετάσχει σε «προοδευτική κυβέρνηση» είτε υπό τον Ανδρουλάκη είτε υπό τον Τσίπρα.

Πόσο μάλλον που ο Ανδρουλάκης εμφανίζει μονοψήφια ποσοστά στο ερώτημα αν είναι ικανός για πρωθυπουργός, ο δε Τσίπρας έχει ήδη χάσει πέντε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις απέναντι στον Μητσοτάκη: τις ευρωεκλογές, στις εθνικές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019 και τις διπλές εθνικές του 2023. Πέντε διαδοχικές εκλογικές ήττες δεν τις λες και λίγες, όταν μάλιστα έχει ηττηθεί ο Τσίπρας και με ποσοστό άνω του 20%. Τη μεγαλύτερη διαφορά, δηλαδή, που έχει καταγραφεί ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα μετά από εκείνη της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και της Ενωσης Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου στις απολύτως ειδικές συνθήκες του 1974, αμέσως μετά την πτώση της χούντας.

Καθιστούν τα δεδομένα αυτά σαφές ότι στις προσεχείς εκλογές ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα έχει απέναντί του κομματικό αντίπαλο. Αντίπαλο όμως έχει. Και αυτός είναι ο εαυτός του και η κυβέρνησή του. Είναι η καθημερινότητα, η ακρίβεια στα τρόφιμα και την ενέργεια, το στεγαστικό, τα καρτέλ που ανεξέλεγκτα λυμαίνονται την αγορά, τα σκάνδαλα και η διαφθορά στο Δημόσιο, συχνά με κάλυψη κομματικών πελατειακών δικτύων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται στο σύστημα «Εργάνη» του υπουργείου Εργασίας, το 60% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή περίπου 1,5 εκατομμύριο εργαζόμενοι, ζει με μηνιαίο εισόδημα κάτω από 1.000 ευρώ καθαρά (1.200 μεικτά). Και σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, έξι στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του μήνα και ότι στις πρώτες 18 ημέρες ο μισθός τους έχει εξαντληθεί. Δεν είναι διαφορετική η εικόνα και σε ό,τι αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους, που δεν εμπλέκονται σε κόλπα με μίζες, και ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα στους συνταξιούχους. Και εδώ ακριβώς, στους τομείς αυτούς, θα βρεθούν τα μεγάλα διλήμματα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη στις προσεχείς εκλογές.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης